ΠΕΡΣΥ ΜΠΥΣ ΣΕΛΛΕΫ

ΠΕΡΣΥ ΜΠΥΣ ΣΕΛΛΕΫ [PERCY BYSSHE SHELLEY (1792-1822)]: Αλκυόνες και γύπες

Φύγετε, φύγετε απ’ εδώ, ούτε στιγμή να μείνετε,
σεις, αλκυόνες, της γλυκιάς ενθύμησης πουλιά!
Σ’ άλλη καρδιά πιο ήσυχη ζητήσετε φωλιά·
η ρημασμένη μου καρδιά φωλιά σας πια δεν γίνεται.
Για λούλουδα της άνοιξης μην της κρυφομιλάτε·
με καλοκαίρι ψεύτικο δεν την ξαναγελάτε.
Μια που την παρατήσατε και σ’ άλλα μέρη πήγατε,
γιατί ξαναγυρίσετε; Να φύγετε, να φύγετε!

Σεις, σαρκοφάγα όρνια, σεις, αχόρταγα πουλιά,
που χτίζετε στου μέλλοντος τους πύργους τη φωλιά,
θα βρείτε ελπίδες άρρωστες, ελπίδες μου χαμένες,
χαρές μου που πεθαίνουνε, χαρές μου πεθαμένες,
να μπήγετε το νύχι σας, το ράμφος σας το κοφτερό,
να τρώτε, να χορταίνετε, να τρώτε για πολύν καιρό.

Μετάφραση: Δημ. Στάης

ΠΕΡΣΥ ΜΠΥΣ ΣΕΛΛΕΫ [PERCY BYSSHE SHELLEY (1792-1822)]: Το σύννεφο

Στα διψασμένα φέρνω εγώ λουλούδια τη βροχούλα
τη δροσερή, απ’ τις θάλασσες κι απ’ τα ποτάμια· φέρνω
στα φύλλα, καθώς γέρνουνε στα μεσημεριανά τους
ονείρατα, τον απαλό τον ίσκιο. Απ’ τα φτερά μου
ξεχύνονται οι δροσοσταλιές που τα γλυκά ξυπνάνε
μπουμπούκια, καθώς γέρνουνε, νανουρισμένα επάνω
στης μάνας των να κοιμηθούν τα στήθια, που έχει στήσει
χορό στον ήλιο γύρωθε. Τινάζω το δικράνι
του χαλαζιού π’ ορμητικά το χώμα μαστιγώνει
και δίνω κάτασπρη θωριά στους πράσινους τους κάμπους
κι ύστερα πάλι το διαλώ και σε βροχή το ρίχνω,
και μ’ ένα γέλιο προχωρώ κι αντιπερνάω βροντώντας.

Και κάτωθέ μου στα βουνά σκορπίζω εγώ το χιόνι,
και τα μεγάλα πεύκα τους στενάζουν φοβισμένα
κι είναι για μένα ολονυχτίς το προσκεφάλι το άσπρο,
ότα κοιμούμαι γέρνοντας στην αγκαλιά του ανέμου.
Η αστραπή, ο πιλότος μου, στων ουρανίων μου θόλων
τους πύργους κάθεται αψηλά, κι εκεί από κάτω, μέσα
σ’ ένα σπηλιάρι είν’ η βροντή διπλοφυλακισμένη,
κι ουρλιάζει κι αγωνίζεται μες στα τινάγματά της.

Πάνω από χώρες, ωκεανούς, ανάρια-ανάρια πάντα,
οδηγητής μου στέκεται αυτός μου ο τιμονιέρης,
’τί τον τραβά η αγάπη του για τα στοιχειά όπου πέρα
στης πορφυρένιας θάλασσας σαλεύουνε τα βάθη.
Πάνω από ρυάκια, από ψηλά βουνά, πάνω από λόφους,
όπου κι αν ονειρεύεται το Πνεύμα όπ’ αγαπάει
πως μένει, κάτω από βουνά ή ποτάμια κι εγώ ωστόσο
απ’ το γαλάζιο τ’ ουρανού το χαμογέλιο παίρνω
τη θέρμη, κι αυτός γύρωθε σκορπίζει τη βροχούλα.
Η ματωμένη ανατολή, με τα μετέωρα μάτια,
τα φλογισμένα της φτερά τα διάπλατα ανοιγμένα,
πηδάει πάνω στη ράχη μου την ταξιδεύτρα τότες
που της αυγής το λαμπερό τ’ αστέρι ξεψυχάει
όπως καθίζει ένας αητός για μια στιγμή στην άκρη
κάποιου βουνίσιου κι αψηλού που απ’ το σεισμό αργοτρέμει
βράχου, μες στων ολόχρυσων φτερών του τις ανταύγειες.
Κι όταν από τη θάλασσα τη φλογισμένη κάτω,
θε ν’ ανασαίνει τις ορμές τις διάπυρες η δύση
γεμάτη από έρωτα κι από γαλήνης πόθο,
κι ο πορφυρένιος, δειλινός μαντύας θε να ’χει απλώσει
από τα βάθη τ’ ουρανού ψηλά, με διπλωμένες
φτερούγες ξεκουράζομαι, μες στην αιθέρινή μου
φωλιά, και τη γαλήνη αυτή μιας περιστέρας έχω,
που μ’ απλωμένα τα φτερά θερμαίνει τα μικρά της.

Η κόρη εκείνη, με το φως που είναι γεμάτη το άσπρο,
η στρογγυλή, που οι άνθρωποι, τήνε καλούν σελήνη,
φεγγόβολη στο δώμα μου γλιστράει το πουπουλένιο,
στρωμένο απ’ του μεσονυχτιού τις απαλές τις αύρες·
κι όπου, το βήμα που πατάν τ’ αθώρητά της πόδια,
και στους αγγέλους μοναχά είν’ ακουστό, το φάδι
της ντελικάτης στέγης μου ραγίσει το κι ανοίξει,
ξοπίσω φανερώνουνται και λάμπουνε τ’ αστέρια·
κι εγώ γελώ που βλέπω τα σαν μελισσοκοπάδι
πολύχρυσο να τριγυρνάν και να τραβούνε πέρα,
όταν πλαταίνω τ’ άνοιγμα της ανεμοχτισμένης
της τέντας μου, ώσπου οι θάλασσες κι οι ποταμοί οι γαλήνιοι
κι οι λίμνες, απ’ των αστεριών το φως και της σελήνης
θε να στρωθούνε, μοιάζοντας με τ’ ουρανού κορδέλες
που από τα ύψη πέσανε, περνώντας από μένα.

Του ήλιου δένω το θρονί με ζώνη φλογισμένη,
και με κορδέλα γύρωθε το θρόνο της σελήνης
τυλίγω μαργαριταριών· των ηφαιστείων θαμπώνω
το φως, και τ’ άστρα τρέμουνε και κολυμπούνε, όταν
οι ανέμοι τη σημαία μου απλώνουνε φυσώντας.
Από ’να κάβο σ’ άλλονε, απέραστη απ’ του ήλιου
το φως, πάνω απ’ τη θάλασσα, που η τρικυμία τη δέρνει,
σαν γέφυρα είμαι κρεμαστή, σαν στέγη όπου κολόνες
τα κορφοβούνια την κρατάν. Το θριαμβικό το τόξο
π’ ακολουθώ διαβαίνοντας με χιόνι, ανεμοζάλη
και με φωτιά, σαν τα στοιχειά τ’ ανέμου είναι δεμένα
στο θρόνο μου, είναι το λαμπρό το ουράνιο τόξο που έχει
μυριοχρωμάτιστη θωριά· η σφαίρα η φλογισμένη
τα χρώματα του τ’ απαλά ψηλάθε εκέντησέ τα,
όταν η γη από κάτω της γελούσε η νοτισμένη.

Είμαι της γης και του νερού η θυγατέρα κι είμαι
βυζασταρούδι τ’ ουρανού, διαβαίνω από τους πόρους
τ’ ωκεανού κι απ’ της αχτής τους πόρους· πάντ’ αλλάζω,
μα να πεθάνω αδύνατο είναι για μένα ωστόσο.
Γιατ’ ύστερα από τη βροχή, χωρίς καμιά κηλίδα,
όταν ο θόλος τ’ ουρανού γυμνός απλώνει κι όταν
οι ανέμοι κι οι φεγγοβολιές των ηλιαχτίνων πάλι
αντάμα ξαναχτίζουνε το θόλο τον αιθέριο
και το γαλάζιο, σιωπηλά γελώ προς το δικό μου
το ίδιο κενοτάφιο, κι απ’ της βροχής τα σπήλια
σαν το παιδί απ’ την κοιλιά της μάνας του, σαν φάσμα
μέσ’ από τάφο υψώνομαι και τον γκρεμίζω πάλι.

Μετάφραση: Κώστας Παπαδάκης

ΠΕΡΣΥ ΜΠΥΣ ΣΕΛΛΕΫ [PERCY BYSSHE SHELLEY (1792-1822)]: Το σύννεφο

Στα διψασμένα λούλουδα βροχούλα δροσερή
εγώ φέρνω απ’ τις θάλασσες κι από τους ποταμούς·
ίσκιο απαλό ρίχνω σε φύλλα που καταμεσήμερο
σε κόσμους ταξιδεύουνε ονείρων μαγικούς
τινάζω τις φτερούγες μου κι οι δροσοστάλες μου
ξυπνάνε τα μπουμπούκια που μ’ αγάπη κλείνει
στην αγκαλιά της, για να τα κοιμήσει η Μάνα Γη,
καθώς γύρω απ’ τον ήλιο το χορό της στήνει.
Το καμουτσί του χαλαζιού που άγρια μαστιγώνει
τινάζω και τις πράσινες πεδιάδες τις λευκαίνω
κι έπειτα το διαλυώ ξανά σε δροσερή βροχή
και βροντερό το γέλιο μου ηχεί καθώς διαβαίνω.

Σκορπάω το χιόνι στα βουνά ψιλοκοσκινισμένο
και ξαφνιασμένα τα τρανά πεύκα βαριοστενάζουν
κι είναι για μένα ολονυχτίς λευκό το προσκεφάλι,
όταν σφιχτά οι άνεμοι στον ύπνο μ’ αγκαλιάζουν.
Στους πύργους των ουράνιών μου θόλων η αστραπή,
– ο τιμονιέρης μου ο λαμπρός – ψηλά ’ναι καθισμένη·
με χειροπέδες η Βροντή, σε μια σπηλιά κάτω από ’κεί,
τινάζεται παλεύοντας και ρυάζει μανιασμένη.
Πάνω από Γη κι Ωκεανό με κίνηση απαλή
ο άξιος τιμονιέρης μου μακριά με ταξιδεύει
και κάθε Πνεύμα στο βυθό της πορφυρένιας θάλασσας
με της Αγάπης τα τρελά παιχνίδια τον γητεύει.

Πάνω από λόφους και γκρεμνούς, ρυάκια αστραφτερά
πεδιάδες ολοπράσινες και λίμνες μ’ οδηγάει·
κάτω απ’ τα τραχιά βουνά, ή και ποτάμια φιδωτά
όπου κι αν νείρεται ότι ζει το πνεύμα που αγαπάει·
κι εγώ το γέλιο χαίρομαι του γαλανού Ουρανού
όλη την ώρα που αυτός βροχή γύρω σκορπάει.

Η ματωμένη Ανατολή με τα υγρά της μάτια
και τις πυρές φτερούγες της, που με καμάρι απλώνει,
στην πουπουλένια ράχη μου πηδάει χαρωπή,
όταν τ’ αστέρι της Αυγής αρχίζει να θαμπώνει.
Όμοια στα δόντια ενός βουνού γυμνού, κομματιασμένου,
που ο χεροδύναμος Σεισμός κουνάει τα θέμελά του,
ένας αητός περήφανος καθίζει μια στιγμή,
μέσα στο φως που χύνουνε τα ολόχρυσα φτερά του.
Κι όταν από τη θάλασσα τη φωτισμένη κάτω
τη γαληνιά και το θερμό πόθο ανασαίνει η Δύση
και πριν βραδιάσει, ο ουρανός απ’ τ’ άμετρά του βάθη
θα ρίξει πέπλο ρόδινο τα πάντα να τυλίξει,
σαν περιστέρι που κλωσσά διπλώνω τα φτερά
και γέρνω να ξεκουραστώ στην αερένια μου φωλιά.

Εκείνη η κόρη η στρογγυλή, γεμάτη άσπρη φωτιά,
που οι θνητοί βαφτίσανε με τ’ όνομα ‘‘Σελήνη’’,
φεγγόβολη αργογλιστρά στο πουπουλένιο δώμα μου
που η αύρα του μεσονυχτιού στο διάβα της μού στήνει.
Και κάθε που το πόδι της τ’ αόρατο αγγίζει,
έτσι ελαφρά, που μοναχά οι Άγγελοι τ’ ακούνε,
της αραχνένιας στέγης μου, το υφάδι ξεκλωνίζει
και λάμπουνε πίσ’ απ’ αυτήν τ’ άστρα που αναβοσβηούνε·
κι όπως στριφογυρίζουνε τα βλέπω και γελάω,
γιατί σαν σμάρι μέλισσες χρυσόφτερες σβουρίζουν
κι απ’ τις σκισμάδες τις πλατιές της ανεμόχτιστης σκηνής,
θάλασσες, λίμνες, ήμερα ποτάμια λαμπυρίζουν,
λες και κορδέλες έπεσαν απ’ τα ύψη τ’ ουρανού
κι είναι λουσμένες με το φως του ασημοφεγγαριού.

Δένω με ζώνη πύρινη του ήλιου το θρονί·
μαργαριτάρια το φεγγάρι ζώνουν·
κι όταν αγέρας ξεδιπλώνει τη σημαία μου,
τ’ άστρα τρεκλάν, τα ηφαίστεια θολώνουν.
Ηλιόστεγη μια γέφυρα στ’ ακρόκορφα περνώ·
κάτω τα κύματα άγρια βογγάνε·
μα, η γέφυρά μου, κρεμαστή, στέκει εκεί ψηλά
και τα βουνά, κολόνες, την κρατάνε.
Η θριαμβευτική αυτή αψίδα που περνώ
με κεραυνούς, φωτιά, χαλάζι, χιόνι,
όταν τη δύναμη του αγέρα δένω στο άρμα μου,
είναι τ’ ουράνιου τόξου η ζώνη·
την ύφανε η πυρόσφαιρα, μυριόχρωμη κι η γη
φρεσκολουσμένη τού χαμογελούσε χαρωπή.

Είμαι τ’ ακριβοπαίδι εγώ της Γης και του Νερού
κι από τους Ουρανούς γαλουχημένο·
περνώ απ’ τους πόρους της ακτής και του ωκεανού,
αλλάζω σχήματα, μα δεν πεθαίνω·
γιατί, έπειτ’ από τη βροχή, όταν τον ουρανό,
κηλίδες σκοτεινές δεν αμαυρώνουν
κι οι άνεμοι κι οι ηλιαχτίδες με τις λάμψεις τους
αιθέριο, γαλανό θόλο υψώνουν,
εγώ γελάω για το κενοτάφι μου
κι από το άντρο βγαίνω της βροχής αγάλι,
σαν από μητρική κοιλιά, σαν από τάφου φάντασμα
κι υψώνομαι στον ουρανό και τον γκρεμίζω πάλι.

Μετάφραση: Μερόπη Οικονόμου

ΠΕΡΣΥ ΜΠΥΣ ΣΕΛΛΕΫ [PERCY BYSSHE SHELLEY (1792-1822)]: Φιλοσοφία του έρωτα

Μέσα στα ρυάκια χύνοντ’ οι πηγές
κι οι ωκεανοί με τα ποτάμια σμίγουν.
Στα ουράνια των ανέμων οι πνοές
η μια την άλλη αόρατες τυλίγουν.
Και τίποτα δε ζει στη μοναξιά.
Νόμος θεϊκός κάθε ύπαρξη του κόσμου
τη ρίχνει σε μιας άλλης αγκαλιά:
– Αχ, έλα πια στην αγκαλιά μου, φως μου!

Τα όρη φιλούνε τον ψηλό τον ουρανό,
τα κύματα αγκαλιάζουν το ’να τ’ άλλο,
και κάθε λουλουδάκι δροσερό
στ’ αδέρφια του έρωτα σκορπά μεγάλο.
Του ήλιου το φως φιλεί τη γη θερμά,
φιλεί η σελήνη πέλαγα αφρισμένα…
– Αχ, τι αξίζουν όλα τούτα τα φιλιά
αν εσύ φως μου δε φιλείς εμένα;

Μετάφραση: Ε. Ψαρά

ΠΕΡΣΥ ΜΠΥΣ ΣΕΛΛΕΫ [PERCY BYSSHE SHELLEY (1792-1822)]: Η φιλοσοφία της αγάπης

Οι βρύσες σμίγουν στα ποτάμια
κι αυτά παν στον ωκεανό,
κι οι αγέρηδες αιώνια σμίγουν
εκεί ψηλά στον ουρανό·
μόνο του τίποτε στον κόσμο
δεν είναι, κατά θείο νόμο·
κι αφού τα πάντα γίνοντ’ ένα,
γιατί όχι κι εγώ με σένα;

Δες τα βουνά, φιλούν τα ουράνια,
το μικρό κύμα το μεγάλο,
και θα ’ταν κρίμα, αν τα λουλούδια
περιφρονούσαν το ένα τ’ άλλο.
Αφού κι ο ήλιος αγκαλιάζει
όλη τη γη, τότε γιατί,
πες μου, στο τι θα ωφελεί
το να μη με φιλάς κι εσύ;

Μετάφραση: Πάνος Καραγιώργος

ΠΕΡΣΥ ΜΠΥΣ ΣΕΛΛΕΫ [PERCY BYSSHE SHELLEY (1792-1822)]: Θρήνος

Αγέρα, που ξεσπάς και κλαις τόσ’ άγρια τον καημό σου,
τόσο που αυτός δε γίνεται ποτέ τραγούδι πια·
αγέρα μου, που ολονυχτίς χτυπάς το πένθιμό σου
το σήμαντρο, μέσ’ στη βαριά τη μαύρη συννεφιά·
μπόρες με τα θλιμμένα σας και με τα μάταια δάκρυα,
δάση γυμνά με τα ξερά κλωνάρια απ’ άκρια σ’ άκρια,
βαθιές σπηλιές, κι εσύ τρελή του ωκεανού μανία,
του κόσμου ετούτου κλάψετε πικρά την αδικία.

Μετάφραση: Λάμπρος Πορφύρας

ΠΕΡΣΥ ΜΠΥΣ ΣΕΛΛΕΫ [PERCY BYSSHE SHELLEY (1792-1822)]: Ελεγείο

Αγριεμένε αέρα που θρηνείς,
πόνε πολύ λυπητερέ για να σε τραγουδήσω,
αέρα που λυσσομανάς όταν το σύννεφο
το σκοτεινό μουγκρίζει ολονυχτίς,

μπόρα λυπητερή που μάταια κλαις,
δάση γυμνά με τ’ ανεμόδαρτα κλαδιά σας
βαθιές σπηλιές και μαύρε ωκεανέ,
για τ’ άδικο που γίνεται στον κόσμο να θρηνείτε.

Μετάφραση: Δημήτρης Σταύρου

ΠΕΡΣΥ ΜΠΥΣ ΣΕΛΛΕΫ [PERCY BYSSHE SHELLEY (1792-1822)]: Ελεγείο

Φουρτουνιασμένος άνεμος που σκούζει και φωνάζει·
λύπη πολύ λυπητερή για να γενεί τραγούδι·
άνεμος άγριος που άθυμα πνίγει και συννεφιάζει
από καμπάνες νεκρικές όλη τη μακριά νύχτα·
μπόρα πολύ λυπητερή που τα κλωνάρια σπάζει,
βαθιές και μυστικές σπηλιές, ρέματα και λιθάρια
κλαίνε και δέρνονται όλα τους για τ’ άδικα του κόσμου.

Μετάφραση: Φώτος Γιοφύλλης

ΠΕΡΣΥ ΜΠΥΣ ΣΕΛΛΕΫ [PERCY BYSSHE SHELLEY (1792-1822)]: Τραγουδάκι

Ένα πουλάκι στο ξερό κλαδί
κλαίει για το ταίρι του το πεθαμένο,
ο παγωμένος ο βοριάς απάνω του,
και το ρυάκι κάτω παγωμένο.

Στο δάσος το γυμνό φύλλο δεν ήτανε,
στο χώμα ένα λουλούδι δεν ανθούσε,
και τη γαλήνη γύρω δεν ετάραζε
παρά ο τροχός του μύλου που εβογγούσε.

Μετάφραση: Λάμπρος Πορφύρας

ΠΕΡΣΥ ΜΠΥΣ ΣΕΛΛΕΫ [PERCY BYSSHE SHELLEY (1792-1822)]: Τραγούδι

Για το χαμένο ταίρι του θρηνούσε ένα πουλί
πάνω σ’ ένα ξερόκλαδο, μονάχο καθισμένο.
Ο κρύος βοριάς αμείλιχτος έπεφτε απάνω του
καθώς το ρυάκι κύλαε αποκάτου παγωμένο.

Μήτ’ ένα φύλλο που έβλεπες στο δάσος το γυμνό.
Στο νοτισμένο χώμα μήτ’ ένα λούλουδο που ανθούσε.
Όλα σωπαίνανε τριγύρω, τίποτα δε σάλευε
παρά μονάχα του νερόμυλου ο τροχός βογγούσε.

Μετάφραση: Κούλα Πετράτου-Μαργαρίτη

ΠΕΡΣΥ ΜΠΥΣ ΣΕΛΛΕΫ [PERCY BYSSHE SHELLEY (1792-1822)]: Ο ύμνος του Πάνα

Από τα δάση τα ισκιερά και τις βουνοσπαρμένες
τις χώρες, έρχομαι, έρχομαι.
Απ’ τα νησιά που ο ποταμός τα περιζώνει, κι όπου
τα κύματα τα βουερά βουβάθηκαν, ’τί ακούσαν
τη γλύκα της φλογέρας μου. – Ο αγέρας δε φυσούσε
στα βούρλα και στις καλαμιές. Σωπαίναν στα θυμάρια
οι μέλισσες κι ο τζίτζικας στις φλαμουριές. Στα μύρτα
πουλιά δεν κελαηδούσανε. Κι οι σαύρες μες στα χόρτα
κι αυτές απόμειναν βουβές, έτσι όπως στέκει πάντα
ο γέρο Τμώλος σιωπηλός, ακούοντας το σκοπό μου,
στη γλύκα της φλογέρας μου.
Γοργοκυλούσε ο Πηνειός τα διάφανα νερά του,
τα Τέμπη ήταν θαμπόφωτα
μέσα στου Πήλιου τη σκιά, το φως σαν ξεψυχούσε
της μέρας, μέσα στον αχό της μαγικής φλογέρας.
Οι Σειληνοί κι οι Αιγίπανες, οι Σάτυροι κι οι Νύμφες
στα δάση και στα κύματα, στων λιβαδιών την όχτη
των νοτισμένων, στις σπηλιές με τις δροσοσταλίδες,
κι όλοι που με συντρόφευαν και που μ’ ακολουθούσαν
απ’ την αγάπη σιωπηλοί μέναν, Απόλλωνα, όπως
στέκεσαι τώρα αμίλητος κι εσύ από ζηλοφτόνια
για τη γλυκιά φλογέρα μου.
Τραγούδησα τον ουρανό, τη γη τη δουλεμένη
και τ’ άστρα που χορεύουνε.
Γέννηση, Αγάπη, Θάνατο, τις Τιτανομαχίες
εγώ τραγούδησα. Ύστερα σκοπό καινούργιο πήρα
κι είπα πως μες στη φαραγγιά του Μαίναλου εκεί πέρα,
ένα καλάμι αγκάλιασα για κόρη παίρνοντάς το!
Έτσι πλανιόμαστε όλοι μας θεοί κι ανθρώποι. Πλάνη
που όταν βλασταίνει στις καρδιές ματώνουν. Κι όλοι τότε
θρηνούσαν, ως θα εκάνατε κι εσείς οι δυο σας τώρα,
το αίμα σας αν δεν πάγωναν τα γερατειά ή η ζήλια
στο θρήνο της φλογέρας μου.

Μετάφραση: Δημ[ήτρης] Σταύρου

ΠΕΡΣΥ ΜΠΥΣ ΣΕΛΛΕΫ [PERCY BYSSHE SHELLEY (1792-1822)]: Γραμμές

Η κρύα η γη κάτω κοιμότανε,
έλαμπε απάνω ο κρύος ο ουρανός,
και γύρω, μ’ ένα ήχο που σε μάργωνε,
από παγοσπηλιές και κάμπους χιονοσκέπαστους
η πνοή της νύχτας κύλαε σαν το θάνατο
κάτ’ από το φεγγάρι που βασίλευε.
Ήτανε μαύρη η χειμωνιάτικη φραγή,
ένα χορτάρι πράσινο δεν έβλεπες.
Στο μονοπάτι πλάι, κουρνιάζαν τα πουλιά
στο αγκάθι απάνω το γυμνό, που οι ρίζες του
κουλουριαζόνταν πάνω απ’ τις πολλές ραϊσιές
που εκεί τις είχε ανοίξει η παγωνιά.
Στου φεγγαριού, που πέθαινε, το φως
τα μάτια σου γυαλίζαν. Πώς σε ρυάκι απάνω αργό
λάμπει θαμπός φωσφορισμός,
όμοια έλαμπε και το φεγγάρι εκεί
και χρύσωνε τα κορακάτα σου μαλλιά,
που μες στης νύχτας σάλευαν τον άνεμο.
Τα χείλια σου τα χλώμιαζε η σελήνη, αγαπημένη μου.
Ο αέρας πάγωνε το στήθος σου.
Έχυνε η νύχτα στο ακριβό κεφάλι σου
την παγωμένη της δροσιά· κι εσύ κειτόσουνα
εκεί που του γυμνού ουρανού η πικρή πνοή
μπορούσε και σ’ αγκάλιαζε όπως ήθελε.

Μετάφραση: Δημ[ήτρης] Σταύρου

ΠΕΡΣΥ ΜΠΥΣ ΣΕΛΛΕΫ [PERCY BYSSHE SHELLEY (1792-1822)]: Λευτεριά

Το ’να με τ’ άλλο τα βουνά μιλούν τα φλογισμένα
κι οι φοβερές τους οι βροντές ηχούνε πέρα ως πέρα.
Οι ανταριασμένες θάλασσες ξυπνούνε η μια την άλλη
και του τυφώνα η σάλπιγγα σύντας φυσήξει, σειούνται
οι βράχοι οι παγοσκέπαστοι στο θρόνο του χειμώνα.
Από ’να μόνο σύννεφο λάμπει η αστραπή και γύρω
μύρια νησιά φωτίζονται. Μια πολιτεία μεγάλη
γίνεται στάχτη από σεισμό κι άλλες τρέμουν, τραντάζουν
ενώ η βουή του η φοβερή κάτου απ’ τη γη βρουχιέται.
Μα εσύ κι από την αστραπή πιο κοφτερό έχεις βλέμμα,
περπατησιά γοργότερη κι απ’ του σεισμού το βήμα.
Του ωκεανού βουβαίνεται η μανία στον αχό σου,
απ’ τη δική σου τη ματιά τυφλώνονται τα ηφαίστεια
και του ήλιου ο φωτερός πυρσός μπρος στη δική σου λάμψη
τέλμα φωτός μοιάζει χλωμό, θαμπό και μαραμένο.
Απ’ τα βουνά, τα κύματα, μέσα απ’ ατμούς και ανέμους,
το φέγγος του ήλιου χύνεται κι απλώνεται η αυγή σου
σε πολιτείες, φτωχόσπιτα, λαούς, σε κάθε σκέψη
και μοιάζουνε ίσκιοι της νυχτός οι τύραννοι κι οι σκλάβοι
μέσα στο φως το φτερωτό και στο δικό σου λάμπος.

Μετάφραση: Δημ[ήτρης] Σταύρου

ΠΕΡΣΥ ΜΠΥΣ ΣΕΛΛΕΫ [PERCY BYSSHE SHELLEY (1792-1822)]: Τραγούδι

Μια μουσική από σιγανές φωνές
κρατάς γλυκιά στη μνήμη σου
όταν πια το τραγούδι έχει σβήσει·
την ευωδιά βιολέτας που άνθισε
ρουφάς στο ανάσασμά σου,
όταν το λούλουδο μαδήσει.

Όταν τριαντάφυλλο γείρει νεκρό,
κρεβάτι αγαπημένης
τα ροδοπέταλα στολίζουν·
κι όταν μακριά μου φύγεις κάποτε,
άσβηστες πάντα οι σκέψεις σου
τον Έρωτα θα νανουρίζουν.

Μετάφραση: Μερόπη Οικονόμου

ΠΕΡΣΥ ΜΠΥΣ ΣΕΛΛΕΫ [PERCY BYSSHE SHELLEY (1792-1822)]: Στην…

Όταν οι απαλές σβήνουν φωνές,
στη μνήμη αντηχούν οι μουσικές –
το άρωμα της βιολέτας που πεθαίνει,
ζει μες στην αίσθηση που ανασταίνει.

Με ροδοπέταλα, όταν το ρόδο φθίνει,
της καλής μας ραντίζουμε την κλίνη·
έτσι σαν φύγεις, ο Έρωτας θα ’ρθεί,
στην αγκαλιά της σκέψης σου να κοιμηθεί.

Μετάφραση: Χάρης Βλαβιανός

ΠΕΡΣΥ ΜΠΥΣ ΣΕΛΛΕΫ [PERCY BYSSHE SHELLEY (1792-1822)]: Θρήνος

Ω, κόσμε! ω Χρόνε! ω Ζωή!
που τα στερνά σκαλιά σας σκαρφαλώνω,
ενώ τρέμουν τα πόδια μου απ’ όπου πριν είχα διαβεί,
η δόξα της δικής σας άνοιξης πότε θα ξαναρθεί;
Ποτέ πια – ω, ποτέ!

Από τη μέρα και τη νύχτα πέταξε η χαρά μακριά·
άνοιξη, καλοκαίρι και χειμώνας με βαραίνουν
και δε θα νοιώσει ζεστασιά η πονεμένη μου καρδιά
ποτέ πια – ω, ποτέ!

Μετάφραση: Μερόπη Οικονόμου

ΠΕΡΣΥ ΜΠΥΣ ΣΕΛΛΕΫ [PERCY BYSSHE SHELLEY (1792-1822)]: Ύμνος του Απόλλωνα

Οι ώρες που άγρυπνες φρουρούν τον ύπνο μου κρυμμένες
πίσω από παραπετάσματ’ αστροϋφασμένα
κι από τα πλάτια του σεληνοφώτιστου ουρανού
διώχνουν τις έγνοιες απ’ τα μάτια μου τα θολωμένα,
τη μάνα τους, τη γκρίζα Αυγή, προσμένουνε να πει,
να με ξυπνήσουν, όταν πια η Σελήνη έχει χαθεί.

Και τότε εγώ υψώνομαι στου ουρανού το δώμα
περνάω πάνω από βουνά και κύματα π’ αφρίζουν,
αφήνοντας πα’ στον αφρό το φωτεινό χιτώνα:
ποδοπατώ τα σύννεφα και κάνω να σπιθίζουν·
λάμπουν οι σκοτεινές σπηλιές στη φωτερή θωριά μου·
ρίχνει τ’ αγέρι ολόγυμνη τη Γη στην αγκαλιά μου.

Κοντάρια οι ηλιαχτίδες μου που με αυτές σκοτώνω
το δόλο που νυχτογυρνά, μα μέρα δε ζυγώνει
κι όλοι αυτοί που το κακό κλώθουν μες στο μυαλό τους,
με τρέμουν· κι έτσι, η δόξα μου μονάχα δυναμώνει
μυαλά καθάρια κι έργα αγνά που η λάμψη τους θολώνει,
όταν η νύχτα σκοτεινά πέπλα τριγύρω απλώνει.

Ουράνιο τόξο, σύννεφα και λούλουδα αιθέρια
χαϊδεύουν τις αχτίδες μου, το στρογγυλό φεγγάρι
και τ’ αστέρια τα αγνά μες στον ουράνιο κόσμο
τη δύναμή μου, εσθήτα τους φοράνε με καμάρι
κι ότι ’ναι στέρεο στη γη ή λάμπει στα ουράνια
παίρνει από μένα δύναμη, από μένα περηφάνεια.

Στέκω καταμεσήμερο ψηλά στα μεσουράνια
και αρχινώ κατέβασμα αργό και δίχως κέφι·
τα σύννεφα, ως με κοιτούν να φεύγω, σκυθρωπάζουν
και κλαίνε, ενώ αργά βουτώ στου Ατλαντικού τα νέφη·
όμως, εγώ απ’ το δυσμικό νησί χαμόγελα τους στέλνω
και με το φωτογέλιο μου τον πόνο τους γλυκαίνω.

Είμαι το μάτι του θεού που κάνει όλη την Πλάση
να βλέπει και να χαίρεται τη θεία ομορφιά της·
είμαι η αρμονία του τραγουδιού, το φτέρωμα του στίχου.
Η προφητεία και το φως της Τέχνης και της Φύσης
είναι δικά μου, κι η γιατριά κάθε κακού δική μου·
νίκη και δόξα ο ύμνος μου· δόξα στη δύναμή μου.

Μετάφραση: Μερόπη Οικονόμου

ΠΕΡΣΥ ΜΠΥΣ ΣΕΛΛΕΫ [PERCY BYSSHE SHELLEY (1792-1822)]: Οζυμανδίας

Συνάντησα έναν ταξιδιώτη από χώρα αρχαία·
είπε: τεράστια, δίχως κορμό, δυο πόδια πέτρινα
υψώνονται στην έρημο… Κοντά τους, μες στην άμμο
βυθισμένο, ένα θρυμματισμένο πρόσωπο· τα σκυθρωπά του
χείλη, πτυχωμένα σ’ ένα χαμόγελο ψυχρής υπεροχής,
λένε ο γλύπτης τους πως διάβασε σωστά αυτά τα πάθη
που ακόμη ζούνε χαραγμένα στ’ άψυχα ετούτα πράγματα
– το χέρι που τα περιγέλασε και την καρδιά που τα ’θρεψε.
Και πάνω στο κρηπίδι αυτές οι λέξεις αχνοφαίνονται:
‘‘Οζυμανδίας τ’ όνομά μου, ο βασιλεύς των βασιλέων,
κοιτάξτε τα έργα μου, ισχυροί κι απελπιστείτε!’’
Άλλο τίποτα δεν απομένει. Γύρω από τη φθορά
των κολοσσιαίων ερειπίων, απέραντη, γυμνή,
μόνη η έρημος, κι επίπεδη, απλώνεται μακριά.

Μετάφραση: Κατερίνα Σχινά

ΠΕΡΣΥ ΜΠΥΣ ΣΕΛΛΕΫ [PERCY BYSSHE SHELLEY (1792-1822)]: Ο Οζυμαντίας

Αρχαίας γης ταξιδευτή συνάντησα και μου ’πε:
πελώρια δυο κι ασώματα ποδάρια από πέτρα
στέκουν ορθά στην έρημο… Σιμά, μέσα στην άμμο κείται
σπασμένο ένα πρόσωπο που της μορφής του η έχτρα,
το σουρωμένο χείλι του, και η ψυχρή της προσταγής του χλεύη
το πώς ο γλύπτης ένοιωθε τα πάθη τούτα λένε,
που η άψυχη πέτρα έσωσε – η τέχνη τα σμιλεύει –
που το χέρι τ’ αντέγραψε, και την καρδιά που καίνε.
Λόγια στο βάθρο φαίνονται σκαμμέν’ από γραφίδα:
‘‘Οζυμαντίας λέγομαι, και βασιλιάδων άρχω:
δέστε τα έργα μου, ω Τρανοί, κι αφήστε κάθ’ ελπίδα!’’
Τίποτ’ άλλο δεν μένει. Μές στης φθοράς τη δίνη
ερείπιο αυτός ο κολοσσός, γυμνή την άμμο είδα
έρμη και λεία ν’ απλώνεται στην απεραντοσύνη.

Μετάφραση: Μάριος Βύρων Ραΐζης

ΠΕΡΣΥ ΜΠΥΣ ΣΕΛΛΕΫ [PERCY BYSSHE SHELLEY (1792-1822)]: Ozymandias

Αντάμωσα έναν οδοιπόρο από αρχαία πατρίδα.
Είπε: Δύο πόδια από πέτρα, θεόρατα, δίχως το σώμα
στέκουν στην έρημο… και πλάι τους μέσα στην άμμο είδα
να στέκει όψη βυθισμένη, θρυμματισμένη. Στόμα

με χείλη που είναι ζαρωμένα κι υπεροψίας βέλη.
Λένε ότι διάβασε ο γλύπτης άριστα όλα τα πάθη
που σώζονται ακόμα τώρα πάνω στ’ άψυχα μέλη,
το χέρι που έδειχνε τη χλεύη, απ’ της καρδιάς τα βάθη.

Πάνω στο βάθρο αυτά τα λόγια προβάλλουνε γραμμένα:
‘‘Το όνομά μου Οζυμανδίας, των βασιλέων πρώτος
δες, Μεγαλείο, κι απελπίσου έργα τρανά από μένα!’’.

Τίποτα πλάι δεν απομένει. Τριγύρω απ’ τα συντρίμμια
του ερειπίου του μεγάλου, ατέρμονη, πελώρια
η ερημιά παντού απλώνει, της άμμου η πλήρης γύμνια.

Μετάφραση: Τιτίκα Δημητρούλια

Εδώ, μπορείτε να ακούσετε την μελοποιημένη εκδοχή του Jean-Jacques Burnel (των Stranglers):

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΠΕΡΣΥ ΜΠΥΣ ΣΕΛΛΕΫ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s