Monthly Archives: Μαρτίου 2013

ΦΡΗΝΤΡΙΧ ΦΟΝ ΣΛΕΓΚΕΛ

ΦΡΗΝΤΡΙΧ ΦΟΝ ΣΛΕΓΚΕΛ [FRIEDRICH VON SCHLEGEL (1772-1829)]: Τα θαμνοτόπια

Ψυχρό το αγέρι πνέει, οκνά,
μέσ’ απ’ τα σκοτεινά λιβάδια,
στέλνει ο ουρανός γέλια και χάδια
με χίλια μάτια φωτεινά.

Μια ψυχή μοναχά σαλεύει
μέσ’ στης θαλάσσης τον αχό
και στην ψιθυριστήν ηχώ
που ως θρόισμ’ απ’ τα φύλλα οδεύει.

Κύμα με κύμα έτσι αντηχεί,
πνεύματα μυστικά όπου κλαίνε.
Την ζωή όπου πνεύματα αναπνένε,
λόγος τον λόγο έτσι ακλουθεί.

Μα ένας αργός ήχος, βγαλμένος
μέσ’ απ’ τους άλλους, αντηχεί
μέσ’ στο πρωτεϊκό όνειρο της γης
μόνο γι’ αυτόν που ακούει κρυμμένος.

Μετάφραση: Άρης Δικταίος

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΦΡΗΝΤΡΙΧ ΦΟΝ ΣΛΕΓΚΕΛ

ΓΙΟΖΕΦ ΦΟΝ ΑΪΧΕΝΤΟΡΦ

ΓΙΟΖΕΦ ΦΟΝ ΑΪΧΕΝΤΟΡΦ [JOSEPH VON EICHENDORFF (1788-1857)]: Πόθος

Στο παράθυρο μονάχος έστεκα ώρα,
τ’ άστρα φώτιζαν χρυσό τον ουρανό·
ταχυδρομικό ένα αμάξι μακρινό
στη γαλήνια αφουγκραζόμουνα τη χώρα.
Είναι φλόγα και φλογίζεται η καρδιά,
όταν μυστικά μια τέτοια σκέψη θίγω:
να ’ταν βολετό κι εγώ μαζί να φύγω,
μές στου θέρους τη λαμπρήν αυτή νυχτιά.

Δυο ξανθοί έφηβοι πηγαίνανε πηδώντας
σε λιβάδια, μονοπάτια και βουνοπλαγιές·
άκουγα που περπατούσαν δροσερές φωνές,
στα γαλήνια αντίκρυ μέρη, τραγουδώντας
για τον ίλιγγο σε βράχια και γκρεμνά,
για τα δάση που στον αέρα μουρμουρίζουν,
για πηγές που απ’ τις χαράδρες κελαρύζουν
και στου δάσους ρέουν και πέφτουν τη νυχτιά.

Τραγουδάνε, ψιθυρίζει γύρα ο λόφος
για κρυμμένα αγάλματα μέσ’ στις σκιερές
των κήπων κι αγριεμένες φυλλωσιές
παλατιών, που λούζονται στο φεγγαρόφως,
που κορίτσια, στα παράθυρα, βαθιά
τα λαγούτα άγρυπνα ακούνε, και βιγλίζουν,
και, νυστάζοντας, οι κρήνες κελαρύζουν
μές στου θέρους τη λαμπρήν αυτή νυχτιά.

Μετάφραση: Άρης Δικταίος

ΓΙΟΖΕΦ ΦΟΝ ΑΪΧΕΝΤΟΡΦ [JOSEPH VON EICHENDORFF (1788-1857)]: Νόστος

Όποιος μακριά στα ξένα οδοιπορεί
τον δέρνει η θλίψη αιώνιου νόστου·
μέσ’ απ’ τα γλέντια, ξένος, μοναχός του
κι αδιάφορος στους άλλους, προχωρεί.

Τι ξέρετε, όμως, σεις, γωνιές σκιερές,
απ’ τα παλιά, τα ωραία μου χρόνια;
Είναι μακριά η πατρίδα, από τα χιόνια
πίσω, που σκέπουν τις βουνοκορφές.

Τ’ άστρα κοιτώ: σαν πήγαινα τρεχάτος
σ’ αυτήν, το μονοπάτι μού φωτούσαν.
Στην πόρτα πλάι τής γλυκοτραγουδούσαν
τ’ αηδόνια, που εδώ ακούω χαρά γιομάτος.

Η μόνη μου ευτυχία είναι το πρωϊνό.
Στης χαραυγής την πρώτη αργυρή αχτίδα,
από καρδιάς σε χαιρετώ, ω πατρίδα
μου, από ένα μακρινό, άξενο βουνό!

Μετάφραση: Άρης Δικταίος

ΓΙΟΖΕΦ ΦΟΝ ΑΪΧΕΝΤΟΡΦ [JOSEPH VON EICHENDORFF (1788-1857)]: Σκιόφως

Στο σκιόφως τα φτερά θέλω ν’ απλώσω,
σαλεύουνε ριγώντας τα δεντρά·
νέφη έρπουνε σαν όνειρα βαριά –
τάχα τι να δηλεί σκοτάδι τόσο;

Ζαρκάδι αγαπητό σου, να βοσκίζει,
αν έχεις, μην το αφήνεις μοναχό·
πηγαίνει εδώ κι εκεί· άκου τον αχό:
ο κυνηγός πλανιέται και σαλπίζει.

Φίλο αν έχεις, στον κόσμο όπου σε ηδύνει,
την ώρα αυτή δεν είναι μπιστικός:
μάτι και στόμα σού είναι φιλικός,
μα πόλεμο νογάται σε δολίαν ειρήνη.

Αύριο ξανά θα σε γεννήσει, ό,τι είναι
κείνο, που σ’ έκαμε ν’ αφανιστείς.
Πλην μέσ’ στη νύχτα να μην ξεχαστείς –
άγρυπνος και ζωηρός, πρόσεξε, μείνε!

Μετάφραση: Άρης Δικταίος

Σχολιάστε

Filed under ΓΙΟΖΕΦ ΦΟΝ ΑΪΧΕΝΤΟΡΦ

ΕΡΜΑΝ ΕΣΣΕ

ΕΡΜΑΝ ΕΣΣΕ [HERMANN HESSE (1877-1962)]: Γυναίκες αγαπώ…

Γυναίκες αγαπώ που πριν χιλιάδες χρόνια εζήσαν
και τις αγάπησαν ποιητές και τις ετραγουδήσαν.

Και πόλεις αγαπώ που τα ψηλά, αδειανά τους τείχη
κλαίνε γενιών που σβήσανε βασιλικών την τύχη.

Και πόλεις άλλες αγαπώ που θα χτιστούν μια μέρα
όταν κανείς μας δε θα ζει κανείς μας πια εδώ πέρα.

Γυναίκες αγαπώ – λιγνές, αβρές, μ’ εξαίσια κάλλη
όπου κοιμούνται αγέννητες στων χρόνων την αγκάλη.

Σα θα ’ρθουν η ομορφιά τους που σαν άστρο θα φαντάζει
χλωμή με των ονείρων μου την ομορφιά θα μοιάζει.

Μετάφραση: Λ. Κουκούλας

ΕΡΜΑΝ ΕΣΣΕ [HERMANN HESSE (1877-1962)]: Πέρ’ από τα χωράφια

Πέρ’ απ’ τον ουρανό τραβούνε νέφη
κι ο άνεμος πέρ’ απ’ τα χωράφια,
οδοιπορεί, από τα χωράφια πέρα,
το παιδί της μητέρας μου, χαμένο.

Πνέουνε τα φύλλα πέρ’ από τους δρόμους,
πέρ’ απ’ τα δέντρα τα πουλιά φωνάζουν –
πέρ’ από τα βουνά, κάπου, κι εμένα
η μακρινή πατρίδα πρέπει να ’ναι.

Μετάφραση: Άρης Δικταίος

ΕΡΜΑΝ ΕΣΣΕ [HERMANN HESSE (1877-1962)]: Πάνω στους αγρούς

Πάνω στον ουρανό περνούνε σύννεφα
ο άνεμος πάνω απ’ τους αγρούς
και πάνω στους αγρούς πλανιέται
της μάνας μου το χαμένο παιδί.

Πάνω στο δρόμο φύλλα ο άνεμος φυσάει,
στα δέντρα κλαίνε τα πουλιά –
κάπου εκεί πέρα απ’ τα βουνά
το μακρινό μου σπίτι πρέπει να ’ναι.

Μετάφραση: Ανδρέας Αγγελάκης

ΕΡΜΑΝ ΕΣΣΕ [HERMANN HESSE (1877-1962)]: Πάνω απ’ τους αγρούς…

Πάνω απ’ τον ουρανό τα σύννεφα πετούν
και πάνω απ’ τους αγρούς οι άνεμοι φυσούν,
πάνω απ’ τους αγρούς οδοιπορεί
της μάνας μου το χαμένο παιδί.

Πάνω απ’ τους δρόμους τα φύλλα πετούν,
πάνω απ’ τα δέντρα τα πουλιά τραγουδούν –
κάπου πάνω απ’ τη βουνοκορφή
πρέπει να ’ναι η πατρίδα μου η μακρινή.

Μάιος 1900

Μετάφραση: Σμαρώ Τάση

ΕΡΜΑΝ ΕΣΣΕ [HERMANN HESSE (1877-1962)]: Η ώρα

Είχα καιρό· μπορούσα να πηγαίνω
κι όλα δε θα ’χανε συμβεί
κι όλα καθάρια κι αγνά θα ’σαν
ως πριν από τη μέρα εκείνη!

Έπρεπε να γενεί. Ήρθεν η ώρα,
η σύντομη, η βαριά, και πήρε
γοργά, αμετάτρεπτα, μαζί της
της νεότητας τη λάμψη ακέρια.

Μετάφραση: Άρης Δικταίος

ΕΡΜΑΝ ΕΣΣΕ [HERMANN HESSE (1877-1962)]: Η ώρα

Χρόνος υπήρχε· μπορούσα να είχα φύγει,
κι όλα δεν θα είχανε συμβεί,
κι όλα θα ήταν καθαρά και διαυγή,
όπως ήτανε πριν τη μέρα εκείνη!

Έπρεπε να γίνει. Η ώρα ήρθε,
η σύντομη, η αποπνικτική,
και με κάθε της βήμα πήρε,
όλη τη λάμψη της νιότης μαζί.

Δεκέμβριος 1901

Μετάφραση: Σμαρώ Τάση

ΕΡΜΑΝ ΕΣΣΕ [HERMANN HESSE (1877-1962)]: Ραβέννα

Και στη Ραβέννα ακόμη πήγα.
Μια μικρή πολιτεία νεκρή ’ναι,
που ’χει εκκλησιές πολλές κι ερείπια, –
μπορείς για δαύτα να διαβάσεις.

Βαδίζεις και κοιτάς τριγύρω,
οι δρόμοι σκοτεινοί κι υγροί ’ναι
κι είναι από αιώνες σιωπηλοί
και χλόη παντού και βρύο φυτρώνει!

Είναι όπως τα παλιά τραγούδια,
που τα γροικάς και δε γελάς,
και τ’ ακούς και τα συλλογιέσαι
μετά ως βαθιά μέσα στη νύχτα.

Μετάφραση: Άρης Δικταίος

ΕΡΜΑΝ ΕΣΣΕ [HERMANN HESSE (1877-1962)]: Είμαι ένα άστρο

Είμαι ένα άστρο στον άπειρο ουρανό,
που τον κόσμο παρατηρεί, τον κόσμο περιφρονεί,
και στην πυρά του φλέγεται.

Είμαι η θάλασσα που τη νύχτα θεριεύει,
η πένθιμη θάλασσα, η φορτωμένη θύματα
που νέες αμαρτίες πάνω στις παλιές σωρεύει.

Είμαι από τον κόσμο σας εξορισμένος
από περηφάνια αναθρεμμένος, από περηφάνια εξαπατημένος,
είμαι ο βασιλιάς δίχως χώρα.

Είμαι το βουβό παράφορο πάθος,
σε σπίτι δίχως εστία, σε πόλεμο δίχως σπαθί,
και άρρωστος από την ίδια μου την ισχύ.

1896

Μετάφραση: Σμαρώ Τάση

ΕΡΜΑΝ ΕΣΣΕ [HERMANN HESSE (1877-1962)]: Λευκά σύννεφα

Ω! δες, αιωρούνται πάλι
σαν μελωδίες απαλές
όμορφων ξεχασμένων τραγουδιών
στον καταγάλανο ουρανό!

Καμιά καρδιά να τα νοιώσει δεν μπορεί,
που σε μακρινό ταξίδι
όλου του πόνου κι όλης της χαράς τη γνώση
αυτού που ταξιδεύει δεν θα δει.

Εγώ αγαπώ τα λευκά, τα αιθέρια
σαν τον ήλιο, τη θάλασσα και τον αέρα,
γιατί των ανέστιων
είναι άγγελοι κι αδέρφια.

Νοέμβριος 1902

Μετάφραση: Σμαρώ Τάση

ΕΡΜΑΝ ΕΣΣΕ [HERMANN HESSE (1877-1962)]: Βιβλία

Του κόσμου αυτού όλα τα βιβλία
δεν σου φέρνουν ευτυχία,
αλλά μυστικά σε οδηγούν
στον εαυτό σου πίσω.

Εκεί τα πάντα που χρειάζεσαι θα εύρεις,
τ’ αστέρια, το φεγγάρι και τον ήλιο,
γιατί το φως που μ’ ερωτήσεις γυρεύεις,
κατοικεί μέσα σε σένα τον ίδιο.

Η σοφία που έψαχνες καιρό
μέσα σε κάθε βιβλιοθήκη,
τώρα λάμπει σε κάθε σελίδα –
γιατί τώρα σου ανήκει.

Απρίλιος 1918

Μετάφραση: Σμαρώ Τάση

ΕΡΜΑΝ ΕΣΣΕ [HERMANN HESSE (1877-1962)]: Πεταλούδα στο κρασί

Στο κύπελλο με το κρασί μια πεταλούδα πετά,
στο γλυκο χαμό της υποκύπτει μεθυσμένη,
λάμνει βρεγμένη να πεθάνει αποφασισμένη·
ώσπου στο τέλος το δάχτυλό μου από μέσα την τραβά.

Έτσι είναι κι η καρδιά μου, την έχουν τα μάτια σου τυφλώσει,
ευτυχισμένη στο ευωδιαστό κύπελλο της αγάπης βυθισμένη,
να πεθάνει αποφασισμένη, απ’ το κρασί της μαγείας σου μεθυσμένη,
αν μια κίνηση του χεριού σου την μοίρα μου δεν περατώσει.

6 Ιουλίου 1919

Μετάφραση: Σμαρώ Τάση

Σχολιάστε

Filed under ΕΡΜΑΝ ΕΣΣΕ