Monthly Archives: Απρίλιος 2013

ΠΕΡΣΥ ΜΠΥΣ ΣΕΛΛΕΫ

ΠΕΡΣΥ ΜΠΥΣ ΣΕΛΛΕΫ [PERCY BYSSHE SHELLEY (1792-1822)]: Αλκυόνες και γύπες

Φύγετε, φύγετε απ’ εδώ, ούτε στιγμή να μείνετε,
σεις, αλκυόνες, της γλυκιάς ενθύμησης πουλιά!
Σ’ άλλη καρδιά πιο ήσυχη ζητήσετε φωλιά·
η ρημασμένη μου καρδιά φωλιά σας πια δεν γίνεται.
Για λούλουδα της άνοιξης μην της κρυφομιλάτε·
με καλοκαίρι ψεύτικο δεν την ξαναγελάτε.
Μια που την παρατήσατε και σ’ άλλα μέρη πήγατε,
γιατί ξαναγυρίσετε; Να φύγετε, να φύγετε!

Σεις, σαρκοφάγα όρνια, σεις, αχόρταγα πουλιά,
που χτίζετε στου μέλλοντος τους πύργους τη φωλιά,
θα βρείτε ελπίδες άρρωστες, ελπίδες μου χαμένες,
χαρές μου που πεθαίνουνε, χαρές μου πεθαμένες,
να μπήγετε το νύχι σας, το ράμφος σας το κοφτερό,
να τρώτε, να χορταίνετε, να τρώτε για πολύν καιρό.

Μετάφραση: Δημ. Στάης

ΠΕΡΣΥ ΜΠΥΣ ΣΕΛΛΕΫ [PERCY BYSSHE SHELLEY (1792-1822)]: Το σύννεφο

Στα διψασμένα φέρνω εγώ λουλούδια τη βροχούλα
τη δροσερή, απ’ τις θάλασσες κι απ’ τα ποτάμια· φέρνω
στα φύλλα, καθώς γέρνουνε στα μεσημεριανά τους
ονείρατα, τον απαλό τον ίσκιο. Απ’ τα φτερά μου
ξεχύνονται οι δροσοσταλιές που τα γλυκά ξυπνάνε
μπουμπούκια, καθώς γέρνουνε, νανουρισμένα επάνω
στης μάνας των να κοιμηθούν τα στήθια, που έχει στήσει
χορό στον ήλιο γύρωθε. Τινάζω το δικράνι
του χαλαζιού π’ ορμητικά το χώμα μαστιγώνει
και δίνω κάτασπρη θωριά στους πράσινους τους κάμπους
κι ύστερα πάλι το διαλώ και σε βροχή το ρίχνω,
και μ’ ένα γέλιο προχωρώ κι αντιπερνάω βροντώντας.

Και κάτωθέ μου στα βουνά σκορπίζω εγώ το χιόνι,
και τα μεγάλα πεύκα τους στενάζουν φοβισμένα
κι είναι για μένα ολονυχτίς το προσκεφάλι το άσπρο,
ότα κοιμούμαι γέρνοντας στην αγκαλιά του ανέμου.
Η αστραπή, ο πιλότος μου, στων ουρανίων μου θόλων
τους πύργους κάθεται αψηλά, κι εκεί από κάτω, μέσα
σ’ ένα σπηλιάρι είν’ η βροντή διπλοφυλακισμένη,
κι ουρλιάζει κι αγωνίζεται μες στα τινάγματά της.

Πάνω από χώρες, ωκεανούς, ανάρια-ανάρια πάντα,
οδηγητής μου στέκεται αυτός μου ο τιμονιέρης,
’τί τον τραβά η αγάπη του για τα στοιχειά όπου πέρα
στης πορφυρένιας θάλασσας σαλεύουνε τα βάθη.
Πάνω από ρυάκια, από ψηλά βουνά, πάνω από λόφους,
όπου κι αν ονειρεύεται το Πνεύμα όπ’ αγαπάει
πως μένει, κάτω από βουνά ή ποτάμια κι εγώ ωστόσο
απ’ το γαλάζιο τ’ ουρανού το χαμογέλιο παίρνω
τη θέρμη, κι αυτός γύρωθε σκορπίζει τη βροχούλα.
Η ματωμένη ανατολή, με τα μετέωρα μάτια,
τα φλογισμένα της φτερά τα διάπλατα ανοιγμένα,
πηδάει πάνω στη ράχη μου την ταξιδεύτρα τότες
που της αυγής το λαμπερό τ’ αστέρι ξεψυχάει
όπως καθίζει ένας αητός για μια στιγμή στην άκρη
κάποιου βουνίσιου κι αψηλού που απ’ το σεισμό αργοτρέμει
βράχου, μες στων ολόχρυσων φτερών του τις ανταύγειες.
Κι όταν από τη θάλασσα τη φλογισμένη κάτω,
θε ν’ ανασαίνει τις ορμές τις διάπυρες η δύση
γεμάτη από έρωτα κι από γαλήνης πόθο,
κι ο πορφυρένιος, δειλινός μαντύας θε να ’χει απλώσει
από τα βάθη τ’ ουρανού ψηλά, με διπλωμένες
φτερούγες ξεκουράζομαι, μες στην αιθέρινή μου
φωλιά, και τη γαλήνη αυτή μιας περιστέρας έχω,
που μ’ απλωμένα τα φτερά θερμαίνει τα μικρά της.

Η κόρη εκείνη, με το φως που είναι γεμάτη το άσπρο,
η στρογγυλή, που οι άνθρωποι, τήνε καλούν σελήνη,
φεγγόβολη στο δώμα μου γλιστράει το πουπουλένιο,
στρωμένο απ’ του μεσονυχτιού τις απαλές τις αύρες·
κι όπου, το βήμα που πατάν τ’ αθώρητά της πόδια,
και στους αγγέλους μοναχά είν’ ακουστό, το φάδι
της ντελικάτης στέγης μου ραγίσει το κι ανοίξει,
ξοπίσω φανερώνουνται και λάμπουνε τ’ αστέρια·
κι εγώ γελώ που βλέπω τα σαν μελισσοκοπάδι
πολύχρυσο να τριγυρνάν και να τραβούνε πέρα,
όταν πλαταίνω τ’ άνοιγμα της ανεμοχτισμένης
της τέντας μου, ώσπου οι θάλασσες κι οι ποταμοί οι γαλήνιοι
κι οι λίμνες, απ’ των αστεριών το φως και της σελήνης
θε να στρωθούνε, μοιάζοντας με τ’ ουρανού κορδέλες
που από τα ύψη πέσανε, περνώντας από μένα.

Του ήλιου δένω το θρονί με ζώνη φλογισμένη,
και με κορδέλα γύρωθε το θρόνο της σελήνης
τυλίγω μαργαριταριών· των ηφαιστείων θαμπώνω
το φως, και τ’ άστρα τρέμουνε και κολυμπούνε, όταν
οι ανέμοι τη σημαία μου απλώνουνε φυσώντας.
Από ’να κάβο σ’ άλλονε, απέραστη απ’ του ήλιου
το φως, πάνω απ’ τη θάλασσα, που η τρικυμία τη δέρνει,
σαν γέφυρα είμαι κρεμαστή, σαν στέγη όπου κολόνες
τα κορφοβούνια την κρατάν. Το θριαμβικό το τόξο
π’ ακολουθώ διαβαίνοντας με χιόνι, ανεμοζάλη
και με φωτιά, σαν τα στοιχειά τ’ ανέμου είναι δεμένα
στο θρόνο μου, είναι το λαμπρό το ουράνιο τόξο που έχει
μυριοχρωμάτιστη θωριά· η σφαίρα η φλογισμένη
τα χρώματα του τ’ απαλά ψηλάθε εκέντησέ τα,
όταν η γη από κάτω της γελούσε η νοτισμένη.

Είμαι της γης και του νερού η θυγατέρα κι είμαι
βυζασταρούδι τ’ ουρανού, διαβαίνω από τους πόρους
τ’ ωκεανού κι απ’ της αχτής τους πόρους· πάντ’ αλλάζω,
μα να πεθάνω αδύνατο είναι για μένα ωστόσο.
Γιατ’ ύστερα από τη βροχή, χωρίς καμιά κηλίδα,
όταν ο θόλος τ’ ουρανού γυμνός απλώνει κι όταν
οι ανέμοι κι οι φεγγοβολιές των ηλιαχτίνων πάλι
αντάμα ξαναχτίζουνε το θόλο τον αιθέριο
και το γαλάζιο, σιωπηλά γελώ προς το δικό μου
το ίδιο κενοτάφιο, κι απ’ της βροχής τα σπήλια
σαν το παιδί απ’ την κοιλιά της μάνας του, σαν φάσμα
μέσ’ από τάφο υψώνομαι και τον γκρεμίζω πάλι.

Μετάφραση: Κώστας Παπαδάκης

ΠΕΡΣΥ ΜΠΥΣ ΣΕΛΛΕΫ [PERCY BYSSHE SHELLEY (1792-1822)]: Το σύννεφο

Στα διψασμένα λούλουδα βροχούλα δροσερή
εγώ φέρνω απ’ τις θάλασσες κι από τους ποταμούς·
ίσκιο απαλό ρίχνω σε φύλλα που καταμεσήμερο
σε κόσμους ταξιδεύουνε ονείρων μαγικούς
τινάζω τις φτερούγες μου κι οι δροσοστάλες μου
ξυπνάνε τα μπουμπούκια που μ’ αγάπη κλείνει
στην αγκαλιά της, για να τα κοιμήσει η Μάνα Γη,
καθώς γύρω απ’ τον ήλιο το χορό της στήνει.
Το καμουτσί του χαλαζιού που άγρια μαστιγώνει
τινάζω και τις πράσινες πεδιάδες τις λευκαίνω
κι έπειτα το διαλυώ ξανά σε δροσερή βροχή
και βροντερό το γέλιο μου ηχεί καθώς διαβαίνω.

Σκορπάω το χιόνι στα βουνά ψιλοκοσκινισμένο
και ξαφνιασμένα τα τρανά πεύκα βαριοστενάζουν
κι είναι για μένα ολονυχτίς λευκό το προσκεφάλι,
όταν σφιχτά οι άνεμοι στον ύπνο μ’ αγκαλιάζουν.
Στους πύργους των ουράνιών μου θόλων η αστραπή,
– ο τιμονιέρης μου ο λαμπρός – ψηλά ’ναι καθισμένη·
με χειροπέδες η Βροντή, σε μια σπηλιά κάτω από ’κεί,
τινάζεται παλεύοντας και ρυάζει μανιασμένη.
Πάνω από Γη κι Ωκεανό με κίνηση απαλή
ο άξιος τιμονιέρης μου μακριά με ταξιδεύει
και κάθε Πνεύμα στο βυθό της πορφυρένιας θάλασσας
με της Αγάπης τα τρελά παιχνίδια τον γητεύει.

Πάνω από λόφους και γκρεμνούς, ρυάκια αστραφτερά
πεδιάδες ολοπράσινες και λίμνες μ’ οδηγάει·
κάτω απ’ τα τραχιά βουνά, ή και ποτάμια φιδωτά
όπου κι αν νείρεται ότι ζει το πνεύμα που αγαπάει·
κι εγώ το γέλιο χαίρομαι του γαλανού Ουρανού
όλη την ώρα που αυτός βροχή γύρω σκορπάει.

Η ματωμένη Ανατολή με τα υγρά της μάτια
και τις πυρές φτερούγες της, που με καμάρι απλώνει,
στην πουπουλένια ράχη μου πηδάει χαρωπή,
όταν τ’ αστέρι της Αυγής αρχίζει να θαμπώνει.
Όμοια στα δόντια ενός βουνού γυμνού, κομματιασμένου,
που ο χεροδύναμος Σεισμός κουνάει τα θέμελά του,
ένας αητός περήφανος καθίζει μια στιγμή,
μέσα στο φως που χύνουνε τα ολόχρυσα φτερά του.
Κι όταν από τη θάλασσα τη φωτισμένη κάτω
τη γαληνιά και το θερμό πόθο ανασαίνει η Δύση
και πριν βραδιάσει, ο ουρανός απ’ τ’ άμετρά του βάθη
θα ρίξει πέπλο ρόδινο τα πάντα να τυλίξει,
σαν περιστέρι που κλωσσά διπλώνω τα φτερά
και γέρνω να ξεκουραστώ στην αερένια μου φωλιά.

Εκείνη η κόρη η στρογγυλή, γεμάτη άσπρη φωτιά,
που οι θνητοί βαφτίσανε με τ’ όνομα ‘‘Σελήνη’’,
φεγγόβολη αργογλιστρά στο πουπουλένιο δώμα μου
που η αύρα του μεσονυχτιού στο διάβα της μού στήνει.
Και κάθε που το πόδι της τ’ αόρατο αγγίζει,
έτσι ελαφρά, που μοναχά οι Άγγελοι τ’ ακούνε,
της αραχνένιας στέγης μου, το υφάδι ξεκλωνίζει
και λάμπουνε πίσ’ απ’ αυτήν τ’ άστρα που αναβοσβηούνε·
κι όπως στριφογυρίζουνε τα βλέπω και γελάω,
γιατί σαν σμάρι μέλισσες χρυσόφτερες σβουρίζουν
κι απ’ τις σκισμάδες τις πλατιές της ανεμόχτιστης σκηνής,
θάλασσες, λίμνες, ήμερα ποτάμια λαμπυρίζουν,
λες και κορδέλες έπεσαν απ’ τα ύψη τ’ ουρανού
κι είναι λουσμένες με το φως του ασημοφεγγαριού.

Δένω με ζώνη πύρινη του ήλιου το θρονί·
μαργαριτάρια το φεγγάρι ζώνουν·
κι όταν αγέρας ξεδιπλώνει τη σημαία μου,
τ’ άστρα τρεκλάν, τα ηφαίστεια θολώνουν.
Ηλιόστεγη μια γέφυρα στ’ ακρόκορφα περνώ·
κάτω τα κύματα άγρια βογγάνε·
μα, η γέφυρά μου, κρεμαστή, στέκει εκεί ψηλά
και τα βουνά, κολόνες, την κρατάνε.
Η θριαμβευτική αυτή αψίδα που περνώ
με κεραυνούς, φωτιά, χαλάζι, χιόνι,
όταν τη δύναμη του αγέρα δένω στο άρμα μου,
είναι τ’ ουράνιου τόξου η ζώνη·
την ύφανε η πυρόσφαιρα, μυριόχρωμη κι η γη
φρεσκολουσμένη τού χαμογελούσε χαρωπή.

Είμαι τ’ ακριβοπαίδι εγώ της Γης και του Νερού
κι από τους Ουρανούς γαλουχημένο·
περνώ απ’ τους πόρους της ακτής και του ωκεανού,
αλλάζω σχήματα, μα δεν πεθαίνω·
γιατί, έπειτ’ από τη βροχή, όταν τον ουρανό,
κηλίδες σκοτεινές δεν αμαυρώνουν
κι οι άνεμοι κι οι ηλιαχτίδες με τις λάμψεις τους
αιθέριο, γαλανό θόλο υψώνουν,
εγώ γελάω για το κενοτάφι μου
κι από το άντρο βγαίνω της βροχής αγάλι,
σαν από μητρική κοιλιά, σαν από τάφου φάντασμα
κι υψώνομαι στον ουρανό και τον γκρεμίζω πάλι.

Μετάφραση: Μερόπη Οικονόμου

ΠΕΡΣΥ ΜΠΥΣ ΣΕΛΛΕΫ [PERCY BYSSHE SHELLEY (1792-1822)]: Φιλοσοφία του έρωτα

Μέσα στα ρυάκια χύνοντ’ οι πηγές
κι οι ωκεανοί με τα ποτάμια σμίγουν.
Στα ουράνια των ανέμων οι πνοές
η μια την άλλη αόρατες τυλίγουν.
Και τίποτα δε ζει στη μοναξιά.
Νόμος θεϊκός κάθε ύπαρξη του κόσμου
τη ρίχνει σε μιας άλλης αγκαλιά:
– Αχ, έλα πια στην αγκαλιά μου, φως μου!

Τα όρη φιλούνε τον ψηλό τον ουρανό,
τα κύματα αγκαλιάζουν το ’να τ’ άλλο,
και κάθε λουλουδάκι δροσερό
στ’ αδέρφια του έρωτα σκορπά μεγάλο.
Του ήλιου το φως φιλεί τη γη θερμά,
φιλεί η σελήνη πέλαγα αφρισμένα…
– Αχ, τι αξίζουν όλα τούτα τα φιλιά
αν εσύ φως μου δε φιλείς εμένα;

Μετάφραση: Ε. Ψαρά

ΠΕΡΣΥ ΜΠΥΣ ΣΕΛΛΕΫ [PERCY BYSSHE SHELLEY (1792-1822)]: Η φιλοσοφία της αγάπης

Οι βρύσες σμίγουν στα ποτάμια
κι αυτά παν στον ωκεανό,
κι οι αγέρηδες αιώνια σμίγουν
εκεί ψηλά στον ουρανό·
μόνο του τίποτε στον κόσμο
δεν είναι, κατά θείο νόμο·
κι αφού τα πάντα γίνοντ’ ένα,
γιατί όχι κι εγώ με σένα;

Δες τα βουνά, φιλούν τα ουράνια,
το μικρό κύμα το μεγάλο,
και θα ’ταν κρίμα, αν τα λουλούδια
περιφρονούσαν το ένα τ’ άλλο.
Αφού κι ο ήλιος αγκαλιάζει
όλη τη γη, τότε γιατί,
πες μου, στο τι θα ωφελεί
το να μη με φιλάς κι εσύ;

Μετάφραση: Πάνος Καραγιώργος

ΠΕΡΣΥ ΜΠΥΣ ΣΕΛΛΕΫ [PERCY BYSSHE SHELLEY (1792-1822)]: Θρήνος

Αγέρα, που ξεσπάς και κλαις τόσ’ άγρια τον καημό σου,
τόσο που αυτός δε γίνεται ποτέ τραγούδι πια·
αγέρα μου, που ολονυχτίς χτυπάς το πένθιμό σου
το σήμαντρο, μέσ’ στη βαριά τη μαύρη συννεφιά·
μπόρες με τα θλιμμένα σας και με τα μάταια δάκρυα,
δάση γυμνά με τα ξερά κλωνάρια απ’ άκρια σ’ άκρια,
βαθιές σπηλιές, κι εσύ τρελή του ωκεανού μανία,
του κόσμου ετούτου κλάψετε πικρά την αδικία.

Μετάφραση: Λάμπρος Πορφύρας

ΠΕΡΣΥ ΜΠΥΣ ΣΕΛΛΕΫ [PERCY BYSSHE SHELLEY (1792-1822)]: Ελεγείο

Αγριεμένε αέρα που θρηνείς,
πόνε πολύ λυπητερέ για να σε τραγουδήσω,
αέρα που λυσσομανάς όταν το σύννεφο
το σκοτεινό μουγκρίζει ολονυχτίς,

μπόρα λυπητερή που μάταια κλαις,
δάση γυμνά με τ’ ανεμόδαρτα κλαδιά σας
βαθιές σπηλιές και μαύρε ωκεανέ,
για τ’ άδικο που γίνεται στον κόσμο να θρηνείτε.

Μετάφραση: Δημήτρης Σταύρου

ΠΕΡΣΥ ΜΠΥΣ ΣΕΛΛΕΫ [PERCY BYSSHE SHELLEY (1792-1822)]: Ελεγείο

Φουρτουνιασμένος άνεμος που σκούζει και φωνάζει·
λύπη πολύ λυπητερή για να γενεί τραγούδι·
άνεμος άγριος που άθυμα πνίγει και συννεφιάζει
από καμπάνες νεκρικές όλη τη μακριά νύχτα·
μπόρα πολύ λυπητερή που τα κλωνάρια σπάζει,
βαθιές και μυστικές σπηλιές, ρέματα και λιθάρια
κλαίνε και δέρνονται όλα τους για τ’ άδικα του κόσμου.

Μετάφραση: Φώτος Γιοφύλλης

ΠΕΡΣΥ ΜΠΥΣ ΣΕΛΛΕΫ [PERCY BYSSHE SHELLEY (1792-1822)]: Τραγουδάκι

Ένα πουλάκι στο ξερό κλαδί
κλαίει για το ταίρι του το πεθαμένο,
ο παγωμένος ο βοριάς απάνω του,
και το ρυάκι κάτω παγωμένο.

Στο δάσος το γυμνό φύλλο δεν ήτανε,
στο χώμα ένα λουλούδι δεν ανθούσε,
και τη γαλήνη γύρω δεν ετάραζε
παρά ο τροχός του μύλου που εβογγούσε.

Μετάφραση: Λάμπρος Πορφύρας

ΠΕΡΣΥ ΜΠΥΣ ΣΕΛΛΕΫ [PERCY BYSSHE SHELLEY (1792-1822)]: Τραγούδι

Για το χαμένο ταίρι του θρηνούσε ένα πουλί
πάνω σ’ ένα ξερόκλαδο, μονάχο καθισμένο.
Ο κρύος βοριάς αμείλιχτος έπεφτε απάνω του
καθώς το ρυάκι κύλαε αποκάτου παγωμένο.

Μήτ’ ένα φύλλο που έβλεπες στο δάσος το γυμνό.
Στο νοτισμένο χώμα μήτ’ ένα λούλουδο που ανθούσε.
Όλα σωπαίνανε τριγύρω, τίποτα δε σάλευε
παρά μονάχα του νερόμυλου ο τροχός βογγούσε.

Μετάφραση: Κούλα Πετράτου-Μαργαρίτη

ΠΕΡΣΥ ΜΠΥΣ ΣΕΛΛΕΫ [PERCY BYSSHE SHELLEY (1792-1822)]: Ο ύμνος του Πάνα

Από τα δάση τα ισκιερά και τις βουνοσπαρμένες
τις χώρες, έρχομαι, έρχομαι.
Απ’ τα νησιά που ο ποταμός τα περιζώνει, κι όπου
τα κύματα τα βουερά βουβάθηκαν, ’τί ακούσαν
τη γλύκα της φλογέρας μου. – Ο αγέρας δε φυσούσε
στα βούρλα και στις καλαμιές. Σωπαίναν στα θυμάρια
οι μέλισσες κι ο τζίτζικας στις φλαμουριές. Στα μύρτα
πουλιά δεν κελαηδούσανε. Κι οι σαύρες μες στα χόρτα
κι αυτές απόμειναν βουβές, έτσι όπως στέκει πάντα
ο γέρο Τμώλος σιωπηλός, ακούοντας το σκοπό μου,
στη γλύκα της φλογέρας μου.
Γοργοκυλούσε ο Πηνειός τα διάφανα νερά του,
τα Τέμπη ήταν θαμπόφωτα
μέσα στου Πήλιου τη σκιά, το φως σαν ξεψυχούσε
της μέρας, μέσα στον αχό της μαγικής φλογέρας.
Οι Σειληνοί κι οι Αιγίπανες, οι Σάτυροι κι οι Νύμφες
στα δάση και στα κύματα, στων λιβαδιών την όχτη
των νοτισμένων, στις σπηλιές με τις δροσοσταλίδες,
κι όλοι που με συντρόφευαν και που μ’ ακολουθούσαν
απ’ την αγάπη σιωπηλοί μέναν, Απόλλωνα, όπως
στέκεσαι τώρα αμίλητος κι εσύ από ζηλοφτόνια
για τη γλυκιά φλογέρα μου.
Τραγούδησα τον ουρανό, τη γη τη δουλεμένη
και τ’ άστρα που χορεύουνε.
Γέννηση, Αγάπη, Θάνατο, τις Τιτανομαχίες
εγώ τραγούδησα. Ύστερα σκοπό καινούργιο πήρα
κι είπα πως μες στη φαραγγιά του Μαίναλου εκεί πέρα,
ένα καλάμι αγκάλιασα για κόρη παίρνοντάς το!
Έτσι πλανιόμαστε όλοι μας θεοί κι ανθρώποι. Πλάνη
που όταν βλασταίνει στις καρδιές ματώνουν. Κι όλοι τότε
θρηνούσαν, ως θα εκάνατε κι εσείς οι δυο σας τώρα,
το αίμα σας αν δεν πάγωναν τα γερατειά ή η ζήλια
στο θρήνο της φλογέρας μου.

Μετάφραση: Δημ[ήτρης] Σταύρου

ΠΕΡΣΥ ΜΠΥΣ ΣΕΛΛΕΫ [PERCY BYSSHE SHELLEY (1792-1822)]: Γραμμές

Η κρύα η γη κάτω κοιμότανε,
έλαμπε απάνω ο κρύος ο ουρανός,
και γύρω, μ’ ένα ήχο που σε μάργωνε,
από παγοσπηλιές και κάμπους χιονοσκέπαστους
η πνοή της νύχτας κύλαε σαν το θάνατο
κάτ’ από το φεγγάρι που βασίλευε.
Ήτανε μαύρη η χειμωνιάτικη φραγή,
ένα χορτάρι πράσινο δεν έβλεπες.
Στο μονοπάτι πλάι, κουρνιάζαν τα πουλιά
στο αγκάθι απάνω το γυμνό, που οι ρίζες του
κουλουριαζόνταν πάνω απ’ τις πολλές ραϊσιές
που εκεί τις είχε ανοίξει η παγωνιά.
Στου φεγγαριού, που πέθαινε, το φως
τα μάτια σου γυαλίζαν. Πώς σε ρυάκι απάνω αργό
λάμπει θαμπός φωσφορισμός,
όμοια έλαμπε και το φεγγάρι εκεί
και χρύσωνε τα κορακάτα σου μαλλιά,
που μες στης νύχτας σάλευαν τον άνεμο.
Τα χείλια σου τα χλώμιαζε η σελήνη, αγαπημένη μου.
Ο αέρας πάγωνε το στήθος σου.
Έχυνε η νύχτα στο ακριβό κεφάλι σου
την παγωμένη της δροσιά· κι εσύ κειτόσουνα
εκεί που του γυμνού ουρανού η πικρή πνοή
μπορούσε και σ’ αγκάλιαζε όπως ήθελε.

Μετάφραση: Δημ[ήτρης] Σταύρου

ΠΕΡΣΥ ΜΠΥΣ ΣΕΛΛΕΫ [PERCY BYSSHE SHELLEY (1792-1822)]: Λευτεριά

Το ’να με τ’ άλλο τα βουνά μιλούν τα φλογισμένα
κι οι φοβερές τους οι βροντές ηχούνε πέρα ως πέρα.
Οι ανταριασμένες θάλασσες ξυπνούνε η μια την άλλη
και του τυφώνα η σάλπιγγα σύντας φυσήξει, σειούνται
οι βράχοι οι παγοσκέπαστοι στο θρόνο του χειμώνα.
Από ’να μόνο σύννεφο λάμπει η αστραπή και γύρω
μύρια νησιά φωτίζονται. Μια πολιτεία μεγάλη
γίνεται στάχτη από σεισμό κι άλλες τρέμουν, τραντάζουν
ενώ η βουή του η φοβερή κάτου απ’ τη γη βρουχιέται.
Μα εσύ κι από την αστραπή πιο κοφτερό έχεις βλέμμα,
περπατησιά γοργότερη κι απ’ του σεισμού το βήμα.
Του ωκεανού βουβαίνεται η μανία στον αχό σου,
απ’ τη δική σου τη ματιά τυφλώνονται τα ηφαίστεια
και του ήλιου ο φωτερός πυρσός μπρος στη δική σου λάμψη
τέλμα φωτός μοιάζει χλωμό, θαμπό και μαραμένο.
Απ’ τα βουνά, τα κύματα, μέσα απ’ ατμούς και ανέμους,
το φέγγος του ήλιου χύνεται κι απλώνεται η αυγή σου
σε πολιτείες, φτωχόσπιτα, λαούς, σε κάθε σκέψη
και μοιάζουνε ίσκιοι της νυχτός οι τύραννοι κι οι σκλάβοι
μέσα στο φως το φτερωτό και στο δικό σου λάμπος.

Μετάφραση: Δημ[ήτρης] Σταύρου

ΠΕΡΣΥ ΜΠΥΣ ΣΕΛΛΕΫ [PERCY BYSSHE SHELLEY (1792-1822)]: Τραγούδι

Μια μουσική από σιγανές φωνές
κρατάς γλυκιά στη μνήμη σου
όταν πια το τραγούδι έχει σβήσει·
την ευωδιά βιολέτας που άνθισε
ρουφάς στο ανάσασμά σου,
όταν το λούλουδο μαδήσει.

Όταν τριαντάφυλλο γείρει νεκρό,
κρεβάτι αγαπημένης
τα ροδοπέταλα στολίζουν·
κι όταν μακριά μου φύγεις κάποτε,
άσβηστες πάντα οι σκέψεις σου
τον Έρωτα θα νανουρίζουν.

Μετάφραση: Μερόπη Οικονόμου

ΠΕΡΣΥ ΜΠΥΣ ΣΕΛΛΕΫ [PERCY BYSSHE SHELLEY (1792-1822)]: Στην…

Όταν οι απαλές σβήνουν φωνές,
στη μνήμη αντηχούν οι μουσικές –
το άρωμα της βιολέτας που πεθαίνει,
ζει μες στην αίσθηση που ανασταίνει.

Με ροδοπέταλα, όταν το ρόδο φθίνει,
της καλής μας ραντίζουμε την κλίνη·
έτσι σαν φύγεις, ο Έρωτας θα ’ρθεί,
στην αγκαλιά της σκέψης σου να κοιμηθεί.

Μετάφραση: Χάρης Βλαβιανός

ΠΕΡΣΥ ΜΠΥΣ ΣΕΛΛΕΫ [PERCY BYSSHE SHELLEY (1792-1822)]: Θρήνος

Ω, κόσμε! ω Χρόνε! ω Ζωή!
που τα στερνά σκαλιά σας σκαρφαλώνω,
ενώ τρέμουν τα πόδια μου απ’ όπου πριν είχα διαβεί,
η δόξα της δικής σας άνοιξης πότε θα ξαναρθεί;
Ποτέ πια – ω, ποτέ!

Από τη μέρα και τη νύχτα πέταξε η χαρά μακριά·
άνοιξη, καλοκαίρι και χειμώνας με βαραίνουν
και δε θα νοιώσει ζεστασιά η πονεμένη μου καρδιά
ποτέ πια – ω, ποτέ!

Μετάφραση: Μερόπη Οικονόμου

ΠΕΡΣΥ ΜΠΥΣ ΣΕΛΛΕΫ [PERCY BYSSHE SHELLEY (1792-1822)]: Ύμνος του Απόλλωνα

Οι ώρες που άγρυπνες φρουρούν τον ύπνο μου κρυμμένες
πίσω από παραπετάσματ’ αστροϋφασμένα
κι από τα πλάτια του σεληνοφώτιστου ουρανού
διώχνουν τις έγνοιες απ’ τα μάτια μου τα θολωμένα,
τη μάνα τους, τη γκρίζα Αυγή, προσμένουνε να πει,
να με ξυπνήσουν, όταν πια η Σελήνη έχει χαθεί.

Και τότε εγώ υψώνομαι στου ουρανού το δώμα
περνάω πάνω από βουνά και κύματα π’ αφρίζουν,
αφήνοντας πα’ στον αφρό το φωτεινό χιτώνα:
ποδοπατώ τα σύννεφα και κάνω να σπιθίζουν·
λάμπουν οι σκοτεινές σπηλιές στη φωτερή θωριά μου·
ρίχνει τ’ αγέρι ολόγυμνη τη Γη στην αγκαλιά μου.

Κοντάρια οι ηλιαχτίδες μου που με αυτές σκοτώνω
το δόλο που νυχτογυρνά, μα μέρα δε ζυγώνει
κι όλοι αυτοί που το κακό κλώθουν μες στο μυαλό τους,
με τρέμουν· κι έτσι, η δόξα μου μονάχα δυναμώνει
μυαλά καθάρια κι έργα αγνά που η λάμψη τους θολώνει,
όταν η νύχτα σκοτεινά πέπλα τριγύρω απλώνει.

Ουράνιο τόξο, σύννεφα και λούλουδα αιθέρια
χαϊδεύουν τις αχτίδες μου, το στρογγυλό φεγγάρι
και τ’ αστέρια τα αγνά μες στον ουράνιο κόσμο
τη δύναμή μου, εσθήτα τους φοράνε με καμάρι
κι ότι ’ναι στέρεο στη γη ή λάμπει στα ουράνια
παίρνει από μένα δύναμη, από μένα περηφάνεια.

Στέκω καταμεσήμερο ψηλά στα μεσουράνια
και αρχινώ κατέβασμα αργό και δίχως κέφι·
τα σύννεφα, ως με κοιτούν να φεύγω, σκυθρωπάζουν
και κλαίνε, ενώ αργά βουτώ στου Ατλαντικού τα νέφη·
όμως, εγώ απ’ το δυσμικό νησί χαμόγελα τους στέλνω
και με το φωτογέλιο μου τον πόνο τους γλυκαίνω.

Είμαι το μάτι του θεού που κάνει όλη την Πλάση
να βλέπει και να χαίρεται τη θεία ομορφιά της·
είμαι η αρμονία του τραγουδιού, το φτέρωμα του στίχου.
Η προφητεία και το φως της Τέχνης και της Φύσης
είναι δικά μου, κι η γιατριά κάθε κακού δική μου·
νίκη και δόξα ο ύμνος μου· δόξα στη δύναμή μου.

Μετάφραση: Μερόπη Οικονόμου

ΠΕΡΣΥ ΜΠΥΣ ΣΕΛΛΕΫ [PERCY BYSSHE SHELLEY (1792-1822)]: Οζυμανδίας

Συνάντησα έναν ταξιδιώτη από χώρα αρχαία·
είπε: τεράστια, δίχως κορμό, δυο πόδια πέτρινα
υψώνονται στην έρημο… Κοντά τους, μες στην άμμο
βυθισμένο, ένα θρυμματισμένο πρόσωπο· τα σκυθρωπά του
χείλη, πτυχωμένα σ’ ένα χαμόγελο ψυχρής υπεροχής,
λένε ο γλύπτης τους πως διάβασε σωστά αυτά τα πάθη
που ακόμη ζούνε χαραγμένα στ’ άψυχα ετούτα πράγματα
– το χέρι που τα περιγέλασε και την καρδιά που τα ’θρεψε.
Και πάνω στο κρηπίδι αυτές οι λέξεις αχνοφαίνονται:
‘‘Οζυμανδίας τ’ όνομά μου, ο βασιλεύς των βασιλέων,
κοιτάξτε τα έργα μου, ισχυροί κι απελπιστείτε!’’
Άλλο τίποτα δεν απομένει. Γύρω από τη φθορά
των κολοσσιαίων ερειπίων, απέραντη, γυμνή,
μόνη η έρημος, κι επίπεδη, απλώνεται μακριά.

Μετάφραση: Κατερίνα Σχινά

ΠΕΡΣΥ ΜΠΥΣ ΣΕΛΛΕΫ [PERCY BYSSHE SHELLEY (1792-1822)]: Ο Οζυμαντίας

Αρχαίας γης ταξιδευτή συνάντησα και μου ’πε:
πελώρια δυο κι ασώματα ποδάρια από πέτρα
στέκουν ορθά στην έρημο… Σιμά, μέσα στην άμμο κείται
σπασμένο ένα πρόσωπο που της μορφής του η έχτρα,
το σουρωμένο χείλι του, και η ψυχρή της προσταγής του χλεύη
το πώς ο γλύπτης ένοιωθε τα πάθη τούτα λένε,
που η άψυχη πέτρα έσωσε – η τέχνη τα σμιλεύει –
που το χέρι τ’ αντέγραψε, και την καρδιά που καίνε.
Λόγια στο βάθρο φαίνονται σκαμμέν’ από γραφίδα:
‘‘Οζυμαντίας λέγομαι, και βασιλιάδων άρχω:
δέστε τα έργα μου, ω Τρανοί, κι αφήστε κάθ’ ελπίδα!’’
Τίποτ’ άλλο δεν μένει. Μές στης φθοράς τη δίνη
ερείπιο αυτός ο κολοσσός, γυμνή την άμμο είδα
έρμη και λεία ν’ απλώνεται στην απεραντοσύνη.

Μετάφραση: Μάριος Βύρων Ραΐζης

ΠΕΡΣΥ ΜΠΥΣ ΣΕΛΛΕΫ [PERCY BYSSHE SHELLEY (1792-1822)]: Ozymandias

Αντάμωσα έναν οδοιπόρο από αρχαία πατρίδα.
Είπε: Δύο πόδια από πέτρα, θεόρατα, δίχως το σώμα
στέκουν στην έρημο… και πλάι τους μέσα στην άμμο είδα
να στέκει όψη βυθισμένη, θρυμματισμένη. Στόμα

με χείλη που είναι ζαρωμένα κι υπεροψίας βέλη.
Λένε ότι διάβασε ο γλύπτης άριστα όλα τα πάθη
που σώζονται ακόμα τώρα πάνω στ’ άψυχα μέλη,
το χέρι που έδειχνε τη χλεύη, απ’ της καρδιάς τα βάθη.

Πάνω στο βάθρο αυτά τα λόγια προβάλλουνε γραμμένα:
‘‘Το όνομά μου Οζυμανδίας, των βασιλέων πρώτος
δες, Μεγαλείο, κι απελπίσου έργα τρανά από μένα!’’.

Τίποτα πλάι δεν απομένει. Τριγύρω απ’ τα συντρίμμια
του ερειπίου του μεγάλου, ατέρμονη, πελώρια
η ερημιά παντού απλώνει, της άμμου η πλήρης γύμνια.

Μετάφραση: Τιτίκα Δημητρούλια

Εδώ, μπορείτε να ακούσετε την μελοποιημένη εκδοχή του Jean-Jacques Burnel (των Stranglers):

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΠΕΡΣΥ ΜΠΥΣ ΣΕΛΛΕΫ

ΜΠΟΜΠ ΝΤΥΛΑΝ

ΜΠΟΜΠ ΝΤΥΛΑΝ [BOB DYLAN (1941)]: Blowin’ in the Wind

Σαν πόσες να ’ναι οι δημοσιές που πρέπει να διαβεί κανείς
για να τον πούνε άντρα;
Και πόσες να ’ν’ οι θάλασσες που τ’ άσπρο περιστέρι θα περάσει
στην αμμουδιά πριν ξαποστάσει;
Σαν πόσες να ’ναι οι φορές που θα βροντήσει το κανόνι
πριν να το διώξουν απ’ τη γη για πάντα;
Η απάντηση, φίλε, πλανιέται στον άνεμο,
η απάντηση πλανιέται στον αέρα.

Πόσα τα χρόνια που μπορεί ν’ αντέξει ένα βουνό
ως να το φάει η αρμύρα και να λιώσει;
Και κάποιοι άνθρωποι, πόσο να ζήσουν βολετό
ώσπου της λευτεριάς μέρα να ξημερώσει;
Πόσο καιρό μπορεί κανείς να κάνει πως κοιτάει αλλού
να κάνει πως δεν βλέπει πάρα πέρα;
Η απάντηση φίλε πλανιέται στον άνεμο,
η απάντηση πλανιέται στον αέρα.

Πόσες φορές πρέπει κανείς να ρίξει τη ματιά ψηλά
λίγο ουρανό για να μπορέσει ν’ αντικρίσει;
Και να ’χει πόσα πρέπει αυτιά για να γροικήσει
του ανθρώπου το λυγμό;
Ε, και σαν πόσους θάνατους πρέπει να μάθει για να νοιώσει
πως σαν πολλοί ’ναι οι άνθρωποι που έχουνε χαθεί;
Η απάντηση, φίλε, πλανιέται στον άνεμο,
η απάντηση πλανιέται στον αέρα.

Μετάφραση: Τούλα Τόλια

ΜΠΟΜΠ ΝΤΥΛΑΝ [BOB DYLAN (1941)]: Στον άνεμο πετάει

Πόσους δρόμους πρέπει ένας άντρας ν’ ακολουθήσει
προτού σαν άντρα μπορεί κανείς να τον ορίσει;
Σε πόσες θάλασσες πρέπει ένα περιστέρι λευκό να αρμενίσει
προτού στην άμμο πάει γλυκά για να καθίσει;
Ναι, και πόσες φορές θα βροντήσουν τα κανόνια
προτού τα θάψουμε για πάντα μες στα χιόνια;
Η απάντηση, φίλε μου, σαλεύει και σκιρτάει,
η απάντηση, φίλε μου, στον άνεμο πετάει.

Πόσα χρόνια μπορεί να αντέξει ένα βουνό
προτού της θάλασσας το φθείρει το νερό;
Ναι, και πόσα χρόνια μπορούνε κάποιοι
ν’ ανεχθούνε τη σκλαβιά
προτού έρθει να τους δοθεί και πάλι η λευτεριά;
Και πόσες φορές μπορεί κανείς να γυρίζει το κεφάλι
να κάνει πως δεν βλέπει το γύρω του το χάλι;
Η απάντηση, φίλε μου, σαλεύει και σκιρτάει,
η απάντηση, φίλε μου, στον άνεμο πετάει.

Πόσες φορές πρέπει το βλέμμα να σηκώσεις
προτού τον ουρανό να δεις ολόκληρο κι όχι με δόσεις;
Και πόσα αυτιά κανείς πρέπει να έχει
προτού το κλάμα του συνάνθρωπου αρχίσει να προσέχει;
Και πόσοι πρέπει να πεθάνουνε, πόσοι ακόμα άλλοι
προτού νοιώσουμε πως ο θάνατος κάνει ζημιά μεγάλη;
Η απάντηση, φίλε μου, σαλεύει και σκιρτάει,
η απάντηση, φίλε μου, στον άνεμο πετάει.

Μετάφραση: Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης

Εδώ, μπορείτε να ακούσετε το τραγούδι.

ΜΠΟΜΠ ΝΤΥΛΑΝ [BOB DYLAN (1941)]: Το κορίτσι απ’ το Βοριά

Αν πας ποτέ στον όμορφο Βοριά,
εκεί που οι άνεμοι λυντσαίρνουν τ’ ακρογιάλι,
χαιρέτησέ μου κάποια κοπελιά –
ήτανε κάποτε αγάπη μου μεγάλη.

Αν κάποτε βρεθείς μες στο χιονιά,
σε παγωμένες όχτες δίχως καλοκαίρι,
αν είν’ το ρούχο της ζεστό ρίξε ματιά,
αν τη φυλάει απ’ τ’ ανέμου το μαχαίρι.

Για κοίτα αν είναι τα μαλλιά της μακριά,
αν κυματίζουνε και παίζουν με τα στήθια.
Για κοίτα αν είναι τα μαλλιά της μακριά,
γιατί έτσι μένουν στων ονείρων μου τα βύθια.

Να με θυμάται λίγο έχω καημό
και προσευχές χιλιάδες έχω κάνει
στης νύχτας μου τη σκοτεινιά
στης μέρας μου το φέγγος και τη χάρη.

Αν λοιπόν τύχει και βρεθείς στον όμορφο Βοριά,
εκεί που οι άνεμοι λυντσαίρνουν τ’ ακρογιάλι,
χαιρέτησέ μου κάποια κοπελιά –
ήτανε κάποτε αγάπη μου μεγάλη.

Μετάφραση: Τούλα Τόλια

Εδώ, μπορείτε να ακούσετε το τραγούδι.

ΜΠΟΜΠ ΝΤΥΛΑΝ [BOB DYLAN (1941)]: Του πολέμου αφεντικά

Ελάτε του πολέμου αφεντικά,
ελάτε σεις που φτιάχνετε κανόνια φονικά,
εσείς που φτιάχνετε αεροπλάνα θανατερά,
εσείς, λοιπόν, που φτιάχνετε του αίματος τα σιδερικά,
εσείς που όλο φοράτε κάσκες
όσο κι αν κρύβεστε πίσω από μάσκες,
σας το λέω και ξανά θε’ να το πω
το πρόσωπό σας ξέρω εγώ το αληθινό.

Τίποτα δεν έχετε κάνει εσείς της προκοπής,
μονάχα φτιάχνετε συσκευές ολέθρου και καταστροφής·
παίζετε εσείς με τον κόσμο μου δολερά,
θαρρείς κι είναι παιχνίδι στα χέρια σας τα μιαρά.
Μου δίνετε ένα όπλο που δεν έχω εγώ ζητήσει
και φεύγετε και χάνεστε όταν τα όπλα τα βαριά
σκορπίζουνε θανατικό και συμφορές και μίση.

Σαν τον Ιούδα από τις μέρες τις παλιές
όλο απάτες είστε και βρώμικες ψευτιές·
μου λέτε ένας παγκόσμιος πόλεμος μπορεί να κερδηθεί
και θέλετε να σας πιστέψω μεμιάς και στη στιγμή.
Μα ξέρω να βλέπω πίσω απ’ το βλέμμα σας τι κρύβεται,
σας πιάνω αμέσως είτε είστε όρθιοι είτε όταν σκύβετε,
το λέω ξανά για να σας το θυμίσω,
ξέρω να βλέπω τι γίνεται από τα παγερά μάτια σας πίσω.

Εσείς φτιάχνετε τη σκανδάλη
για να πυροβολούν οι άλλοι·
κάθεστε βολικά κι είστε θεατές της μάχης,
όταν ο Θάνατος καλπάζει και λέει φριχτά το ‘‘Πάρε να ’χεις’’.
Μες στα αρχοντικά σας λουφάζετε, κανάγιες,
όταν το αίμα νέων παιδιών απλώνεται στις ράγιες
χύνεται απ’ τα κορμιά τους ώσπου να γίνουν πτώματα
να σωριαστούν χωρίς πνοή στα ματωμένα χώματα.

Τον πιο μεγάλο φόβο σεις έχετε σκορπίσει,
τον φόβο στον κόσμο αυτό μια μάνα να γεννήσει·
για κάθε παιδί, αγέννητο κι αβάφτιστο, σεις είστε απειλή
τίποτε δεν αξίζει το αίμα σας, η ζωή σας είναι αδειανή.
Λέτε πως είμαι νέος πολύ ακόμα
και τέτοια που σας λέω με το δικό μου στόμα
λέτε πως είν’ ανώριμα, δεν έχουν στον κόσμο θέση.
Μα λέω εγώ πως κι ο Χριστός ποτέ δεν θα σας συγχωρέσει.

Για να σας κάνω τώρα και μια ερώτηση άλλη:
θαρρείτε έχουν τα λεφτά σας αξία πολύ μεγάλη
μπορούνε ν’ αγοράσουνε, λέτε, τη συγγνώμη;
Όχι, σας λέω, άλλη είν’ η δική μου γνώμη,
σαν έρθει και για σας του θανάτου η στιγμή
θα δείτε, τα χρήματά σας όλα
δεν θα μπορέσουν πίσω να σας φέρουν τη χαμένη σας ψυχή.

Κι εύχομαι να πεθάνετε, να πάτε να ψοφήσετε·
σύντομα, λέω βραχνά, την ύστατη πνοή ν’ αφήσετε
και ένα απόγευμα μουντό και βροχερό
θα δω το φέρετρό σας να χώνεται στο χώμα το σκληρό.
Θα μείνω εκεί πως έχετε πεθάνει για να σιγουρευτώ.
Αυτό ήθελα να μάθετε και να σας πω αυτό.

Μετάφραση: Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης

Εδώ, μπορείτε να ακούσετε το τραγούδι.

ΜΠΟΜΠ ΝΤΥΛΑΝ [BOB DYLAN (1941)]: Μια δυνατή βροχή θα πέσει

Πού πήγες, γιε μου γαλανομάτη;
Πού πήγες, αγαπημένο μου παιδί;
Σκόνταψα στις πλαγιές δώδεκα βουνών καταχνιασμένων,
περπάτησα και σύρθηκα σ’ έξι στριφτές λεωφόρους,
βάδισα ανάμεσα σ’ εφτά θλιμμένα δάση,
βγήκα μπροστά σε μια ντουζίνα ωκεανούς νεκρούς,
πήγα δέκα χιλιάδες μίλια στο στόμα ενός νεκροταφείου,
και μια δυνατή, μια δυνατή
μια δυνατή βροχή θα πέσει.

Τι είδες, γιε μου γαλανομάτη;
Τι είδες, αγαπημένο μου παιδί;
Είδα ένα νεογέννητο μωρό με λύκους άγριους ολόγυρά του,
είδα μια λεωφόρο από διαμάντια και κανένας δεν ήταν εκεί,
είδα ένα μαύρο κλαρί να στάζει συνέχεια αίμα,
είδα ένα δωμάτιο γεμάτο ανθρώπους με τα σφυριά τους ματωμένα,
είδα μια άσπρη ανεμόσκαλα σκεπασμένη με νερό,
είδα δέκα χιλιάδες ρήτορες που μίλαγαν σπασμένα,
είδα τουφέκια και κοφτερά σπαθιά σε μικρών παιδιών τα χέρια,
και μια δυνατή, μια δυνατή
μια δυνατή βροχή θα πέσει.

Και τι άκουσες, γιε μου γαλανομάτη;
Τι άκουσες, αγαπημένο μου παιδί;
Άκουσα το μπουμπουνητό του κεραυνού, μούγκρισε προειδοποιητικά,
άκουσα ενός κύματος το μουγκρητό που μπορούσε να πνίξει τον κόσμο                 όλο,
άκουσα εκατό τυμπανιστές που τα χέρια τους βγάζαν φωτιές,
άκουσα δέκα χιλιάδες να ψελλίζουν και κανένας να μην ακούει,
άκουσα κάποιον να πεθαίνει απ’ την πείνα, άκουσα πολλούς ανθρώπους              να γελούν,
άκουσα το τραγούδι του ποιητή που πέθανε στην ψάθα,
άκουσα το θρήνο ενός κλόουν που ’κλαιγε στο σοκάκι,
και μια δυνατή, μια δυνατή
μια δυνατή βροχή θα πέσει.

Ποιον συνάντησες, γιε μου γαλανομάτη;
Ποιον συνάντησες, αγαπημένο μου παιδί;
Συνάντησα ένα μικρό παιδί δίπλα σ’ ένα νεκρό αλογάκι,
συνάντησα έναν άσπρο άνθρωπο που κρατούσε μαύρο σκύλο,
συνάντησα μια νεαρή γυναίκα που το κορμί της φλογιζόταν,
συνάντησα ένα κοριτσάκι, μου ’δωσε ένα ουράνιο τόξο,
συνάντησα έναν άντρα πληγωμένο απ’ αγάπη,
συνάντησα και έναν άλλο πληγωμένο από μίσος,
και μια δυνατή, μια δυνατή
μια δυνατή βροχή θα πέσει.

Και τι θα κάνεις τώρα, γιε μου γαλανομάτη;
Τι θα κάνεις τώρα αγαπημένο μου παιδί;
Θα φύγω πάλι πριν αρχίσει η βροχή να πέφτει,
θα περπατήσω στα τρίσβαθα του βαθύτερου μαύρου δάσους,
εκεί που είναι άνθρωποι πολλοί και τα χέρια τους άδεια,
εκεί που τα δηλητηριώδη χάπια ξεχειλίζουν τα νερά τους,
εκεί που το σπίτι στην κοιλάδα ανταμώνει με την υγρή βρώμικη φυλακή,
εκεί που το πρόσωπο του δήμιου είναι πάντα καλά κρυμμένο,
εκεί που η πείνα είν’ αποκρουστική, εκεί που οι ψυχές είναι                                ξεχειλισμένες,
εκεί που το χρώμα είναι το μαύρο και μηδέν ο αριθμός
και θα το μαρτυρήσω, θα το πω, θα το σκεφτώ και θ’ ανασάνω
και θα το καθρεφτίσω απ’ το βουνό ώστε όλες οι ψυχές να μπορούν να                   δουν,
μετά στον ωκεανό θα σταθώ μέχρι ν’ αρχίσω να βουλιάζω,
αλλά θα ξέρω καλά το τραγούδι μου πριν αρχίσω να το τραγουδώ,
και μια δυνατή, μια δυνατή
μια δυνατή βροχή θα πέσει.

Μετάφραση: Κώστας Αρβανίτης

Εδώ, μπορείτε να ακούσετε το τραγούδι από την Τζόαν Μπαέζ (και την μίμηση-παρωδία του ντυλανικού ύφους στο 3.52).

ΜΠΟΜΠ ΝΤΥΛΑΝ [BOB DYLAN (1941)]: Η μπαλάντα του Χόλλις Μπράουν

Ο Χόλλις Μπράουν, το ξέραν όλοι
σε μια παράγκα ζούσε έξω απ’ την πόλη·
ναι, ο Χόλλις Μπράουν, καθώς το ξέραν όλοι
σε μια παράγκα ζούσε έξω απ’ την πόλη,
με τη γυναίκα και τα πέντε τους παιδιά
κι όλο η παράγκα να σωριάζεται
στα κεφάλια τους ξανά.

Γύρευες λίγα χρήματα, γύρευες δουλειά
κι ένα κακοτράχαλο βάδισες μίλι·
γύρευες χρήματα, έψαχνες για δουλειά
κι ένα κακοτράχαλο βάδισες μίλι·
και τα παιδιά σου είν’ τόσο πεινασμένα,
που δεν ξέρουν τι θα πει χαμόγελο στα χείλη,
όχι, δεν ξέρουν τι θα πει χαμόγελο στα χείλη.

Τα μάτια του μωρού σου λάμπουν σαν τρελά
σε τραβάνε απ’ τα μανίκια σου ξανά·
ναι, τα μάτια του μωρού σου λάμπουνε τρελά,
σε τραβάνε απ’ τα μανίκια σου ξανά,
περπατάς ασήκωτα, βαριά
κι αναρωτιέσαι με κάθε ανάσα σου βαθιά,
γιατί να συμβαίνουν όλ’ αυτά.

Το αλεύρι σου το φάγαν τα ποντίκια
κι ένας κακός ξέκανε τη φοράδα σου·
αχ, ναι, το αλεύρι σου το φάγαν τα ποντίκια
κι ένας κακός ξέκανε τη φοράδα σου.
Νογάει άραγε κανείς;
Νοιάζεται άραγε κανείς;

Κάνεις στον Θεό μια προσευχή
ω, στείλε σε παρακαλώ ένα φίλο·
κάνεις στον Θεό μια προσευχή,
Θε’ μου στείλε μου ένα φίλο,
μα πως φίλος δε θα ’ρθεί,
σου λέει η τσέπη σου η αδειανή.

Τα μωρά σου κλαιν πιο δυνατά,
σου τρελαίνουν τα μυαλά·
τα μωρά σου τώρα κλαιν πιο γοερά
σου τρελαίνουν τα μυαλά·
και της γυναίκας σου οι κραυγές
πέφτουν σαν άγριες μαχαιριές,
ναι, και της γυναίκας σου οι κραυγές
άγριες είναι μαχαιριές.

Το χορτάρι σου μαυρίζει
γιατί είν’ άδειο το πηγάδι·
το χορτάρι σου μαυρίζει
γιατί στέρεψε η πηγή·
το τελευταίο σου δολάριο εδώ και μέρες
το δίνεις και παίρνεις εφτά σφαίρες.

Μακριά στην ερημιά
ένα κογιότ να αλυχτά·
πέρα μακριά στην ερημιά
ένα κογιότ να αλυχτά·
τρέμεις και ιδρώνεις
στην καραμπίνα σου που ’ν’ στον τοίχο
το βλέμμα σου στυλώνεις,
ναι, στην καραμπίνα που ’ν’ στον τοίχο
το βλέμμα σου στυλώνεις.

Το μυαλό σου αιμορραγεί
το πόδι σου δεν σε βαστεί·
ω, το μυαλό σου αιμορραγεί
και το πόδι άλλο δεν βαστεί·
τώρα το βλέμμα το καρφώνεις
στην καραμπίνα που το χέρι σου κρατεί
ναι, τώρα το βλέμμα σου καρφώνεις
στην καραμπίνα που το χέρι σου κρατεί.

Εφτά φυσάνε άνεμοι
γύρω απ’ τη θύρα της παράγκας·
ναι, εφτά φυσάν αγέρηδες
γύρω απ’ τη θύρα της παράγκας
και πυροβολισμοί εφτά βροντάνε,
σαν το βρυχηθμό του ωκεανού·
ναι, και πυροβολισμοί εφτά βροντάνε,
σαν το βρυχηθμό του ωκεανού.

Εφτά άνθρωποι πέσαν νεκροί
σε μια φάρμα στην Ντακότα·
ναι, εφτά άνθρωποι πέσαν νεκροί
σε μια φάρμα στην Ντακότα·
και την ίδια τη στιγμή,
σε μια γη αλαργινή,
εφτά άλλοι είχαν μόλις γεννηθεί·
ναι, και την ίδια τη στιγμή,
εφτά άλλοι είχαν μόλις γεννηθεί.

Μετάφραση: Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης

Εδώ, μπορείτε να ακούσετε το τραγούδι.

ΜΠΟΜΠ ΝΤΥΛΑΝ [BOB DYLAN (1941)]: Παράπονο βόρειας επαρχίας

Μαζευτείτε φίλοι γύρω μου
να σας διηγηθώ μιαν ιστορία
τότε που τα μεταλλεία δουλεύανε γερά.
Τώρα τα χαρτόνια στα τζάμια
κι οι γέροι στα παγκάκια
δείχνουν πως η πόλη είν’ άδεια.

Στις βορεινές τις συνοικίες
μεγαλώσαν τα παιδιά μου,
ενώ εγώ στην άλλη άκρη αυτής της πόλης.
Σαν ήμουνα μικρό παιδί
αρρώστησε η μητέρα μου
κι έτσι μ’ ανάθρεψ’ ο αδερφός μου.

Κυλούσε το σιδηρομετάλλευμα
καθώς κυλούσανε τα χρόνια
και τραγουδούσαν φτυάρια και καλώδια.
Ώσπου μια μέρα ο αδερφός μου
δεν γύρισε στο σπίτι,
ίδια ο πατέρας μου πρωτύτερα.

Έτσι λοιπόν, έναν ατέλειωτο χειμώνα
τον πέρασα απ’ το παράθυρο κοιτάζοντας,
μου στάθηκαν αφάνταστα γνωστοί και φίλοι.
Και τέλειωσαν τα σχολικά μου χρόνια
την άνοιξη σαν τα παράτησα για να παντρευτώ
τον Τζων Τόμας, μεταλλωρύχο.

Ωχ, τα χρόνια πέρασαν ξανά
τα καταφέρναμε κάπως καλά
και το τσουκάλι γέμιζε χειμώνα-καλοκαίρι.
Μα σαν βρεθήκαμε με τρία μωρά
κόπηκε χωρίς λόγο η δουλειά
κι έγινε μισή βάρδια την ημέρα.

Λίγο μετά κλείσανε οι γαλαρίες
και η δουλειά λιγόστεψε ακόμα πιο πολύ
και η φωτιά στον άνεμο έδειχνε παγωμένη.
Μέχρι που ’ρθε να μας μιλήσει ένας κύριος
κι είπε: Σε μια βδομάδα
το Νούμερο Έντεκα θα κλείσει.

Παραπονιώνται στ’ ανατολικά
πως τους στοιχίζει λέει πολύ,
εδώ το μετάλλευμα δεν αξίζει να σκαφτεί.
Είναι πολύ φτηνότερο
κάτω στη Νότια Αμερική
που οι μιναδόροι δουλεύουνε για ψίχουλα.

Έτσι μπήκε λουκέτο στ’ ορυχείο
και σάπιζε το σιδηρομετάλλευμα
και το δωμάτιο μύριζε βαριά απ’ το πιοτό.
Όπου το μουλωχτό λυπητερό τραγούδι
έκανε την ώρα να φαίνεται διπλή
καθώς δεν έλεγε να βασιλέψει ο ήλιος.

Ενώ περνούσα την ημέρα στο παράθυρο
κι εκείνος μιλούσε με τον εαυτό του,
έτσι μεγάλωνε η σιωπή της γλώσσας.
Ώσπου ένα πρωΐ τα ξημερώματα
βρήκα το κρεβάτι αδειανό,
κι έμεινα μόνη με τρία παιδιά.

Το καλοκαίρι πέρασε,
η γη αρχίζει να κρυώνει,
τα μαγαζιά κλείνουν ένα-ένα.
Τα παιδιά μου θα φύγουν
έτσι και μεγαλώσουν λίγο.
Τίποτα πια δεν τα κρατάει εδώ.

Μετάφραση: Άλκης Ράφτης

Εδώ, μπορείτε να ακούσετε το τραγούδι.

ΜΠΟΜΠ ΝΤΥΛΑΝ [BOB DYLAN (1941)]: Το μπλουζ του Βορρά

Ελάτε, συναχθείτε, φίλοι όλοι
να σας πω μιαν ιστορία
για τότε που ήταν κάμποσα τα ορυχεία
και σπασμένα τα τζάμια στα παραθύρια
κι οι γέροι στα παγκάκια
σου λέγαν πώς άδειασε η πόλη.

Τα δικά μου τα παιδιά
στης πόλης μεγαλώνουν τη βόρεια μεριά
μα εγώ στην άλλη άκρη
πέρασα τα χρόνια μου τα παιδικά
κι από το πρώτο μου δάκρυ
αρρώστησε η μάνα μου βαριά
ο αδελφός μου ο μεγάλος
με μεγάλωσε μοχθώντας κι αυτός σκληρά.

Κυλούσε μ’ αφθονία τ’ ορυκτό
καθώς από την πόρτα μας κυλούσαν και τα χρόνια
κι ολούθε ηχούσαν φτυάρια και βαγόνια.
Ώσπου μιαν άγρια μέρα
ο αδελφός μου σπίτι δεν γύρισε
όπως συνέβη και παλιά με τον πατέρα.

Το λοιπόν, περίμενα όλο το χειμώνα, μόνη
με το βλέμμα στο παραθύρι στυλωμένο
σαν μαραμένη ανεμώνη.
οι φίλες μου καλά και στοργικά μου φέρθηκαν
και στο σχολείο πια δεν πήγαινα
μιας και με της άνοιξης τον πρώτο ήχο
παντρεύτηκα
τον Τζων Τόμας
έναν μεταλλωρύχο.

Κύλησαν τα χρόνια πάλι
κι όλα πήγαιναν καλά δίχως λάθη
και γιόμιζε του σπιτικού μας το καλάθι.
Κάναμε και τρία παιδιά
κι ύστερα δίχως αιτία καμιά
έπεσε στο μισό η δουλειά.

Κι έπεσε ακόμα πιο πολύ μετά
κι αισθανόσουν τον αέρα να παγώνει
κι ήρθε ένας άντρας απ’ τα δυτικά
κι είπε σε μια βδομάδα
πάει, όλο τ’ ορυχείο κλείνει, τελειώνει.

Έλεγαν τα μεγάλα αφεντικά
πως είν’ τα μεροκάματα ψηλά.
Δεν αξίζει, είπανε, να σκάβουμε άλλο πια.
Όλα τους έρχονται πολύ πιο φτηνά
στης Νότιας Αμερικής τα μέρη
που οι μεταλλωρύχοι δε παίρνουν μία στο χέρι.

Και σφάλισαν του ορυχείου την πύλη
και σάπισε του σίδηρου η ύλη
και γέμισε η κάμαρα με του αλκοόλ τις αναθυμιάσεις.
Σαν έρχεται η φτώχεια
σου ’ρχεται εύκολο το ποτήρι σου να πιάσεις
και τα τραγούδια έγιναν λυπητερά
κι έκαναν την ώρα να κυλάει πολύ αργά
σαν περίμενα τον ήλιο να βυθιστεί ξανά.

Κι έμεινα πλάι στο παράθυρο να ζω,
ενώ εκείνος μιλούσε στον ίδιο του τον εαυτό
κι ήταν όλα ξανά βουβά.
Κι ένα πρωΐ ξυπνάω και βρίσκω τα σεντόνια αδειανά
και να ’χω απομείνει
μόνη με τρία παιδιά.

Το καλοκαίρι έφυγε κι ήρθε το χιόνι
κι όλη η πόλη παγώνει και κρυώνει
κατεβαίνουν ένα-ένα τα ρολά
και σαν θα μεγαλώσουν
θα μου φύγουν τα παιδιά.
Δεν υπάρχει από καιρό
τίποτε να τα κρατάει εδώ.

Μετάφραση: Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης

Εδώ, μπορείτε να ακούσετε την διασκευή της Τζόαν Μπαέζ.

ΜΠΟΜΠ ΝΤΥΛΑΝ [BOB DYLAN (1941)]: Της ελευθερίας οι καμπάνες

Πέρα μακριά ανάμεσα στο λιόγερμα
και την πένθιμη κωδωνοκρουσία του μεσονυχτιού
λουφάξαμε στο σπίτι
σαν ακούσαμε τη βροντή του κεραυνού
καθώς αστροπελέκια μαγικά
άπλωσαν σκιές στους ήχους
κι ήταν σαν ν’ άκουγες πίσω απ’ τους τοίχους
ν’ αστράφτουν της ελευθερίας οι καμπάνες
ν’ αστράφτουν για τους πολεμιστές
που το σθένος τους είναι τον πόλεμο να αρνηθούν
ν’ αστράφτουν για τους φυγάδες που τον δρόμο τον άοπλο τραβούν
ν’ αστράφτουν για τους στρατιώτες που δεν θέλουν
να σκοτώσουν μήτε να σκοτωθούν
κι εμείς κοιτούσαμε της ελευθερίας τις καμπάνες
ν’ ακτινοβολούν.

Μες στης πόλης το καμίνι
να κοιτάμε είχαμε μείνει
με πρόσωπα κρυμμένα ενώ έσφιγγαν οι τοίχοι
και του γάμου οι καμπάνες
χάνονταν καθώς πύκνωναν της βροχής οι ήχοι
κι έλιωναν μες στις καμπάνες της αστραπής
που σήμαιναν για τον άσωτο, για τον παρία της ζωής
για τον εξεγερμένο, για τον παρατημένο
για τον ταπεινό, τον καταφρονεμένο
για τον κατατρεγμένο, για τον κυνηγημένο
ναι, γι’ αυτούς τώρα οι κωδωνοκρουσίες θ’ ακουστούν
κι εμείς κοιτούσαμε της ελευθερίας τις καμπάνες
ν’ ακτινοβολούν.

Και μες στο τρελό σφυροκόπημα απ’ το άγριο χαλάζι
ο ουρανός θαρρείς γυμνός
άρχισε ποιήματα να γράφει και να ουρλιάζει
για το πώς οι καμπάνες απ’ την εκκλησιά
δεν ακούγονται πια
κι ακούγονται οι καμπάνες απ’ τ’ αστροπελέκια μοναχά
να χτυπάνε για τον ευγενικό
να χτυπάνε για τον καλό
να χτυπάνε γι’ αυτούς που προστατεύουν το μυαλό
και για τον ζωγράφο τον λεύτερο
που περιμένει τους καλούς καιρούς να ’ρθούν
κι εμείς κοιτούσαμε της ελευθερίας τις καμπάνες
ν’ ακτινοβολούν.

Μες στο άγριο καθεδρικό βράδυ
η βροχή να λέει ιστορίες στο σκοτάδι
γι’ απογυμνωμένες απρόσωπες μορφές
για γλώσσες που δεν έχουνε μιλιές
για συμβάσεις, για τετελεσμένες καταστάσεις
κι οι καμπάνες να ηχούν για τους κουφούς
για τους τυφλούς, για τους μουγκούς
για τους αδικημένους
για τους παραγκωνισμένους
για τις μανάδες που απόμειναν μόνες
για τις ξεπεσμένες πόρνες
για τους παράνομους που άγρια τους κυνηγούν
κι εμείς κοιτούσαμε της ελευθερίας τις καμπάνες
ν’ ακτινοβολούν.

Κι αν ένα σύννεφο λευκό φάνηκε ξαφνικά
στου ουρανού του μαύρου μιαν απόμακρη γωνιά
και μια υπνωτική ομίχλη απλωνότανε αργά
το ηλεκτρισμένο φως εκτόξευε ακόμη βέλη
αλλά μονάχα γι’ αυτούς που περιπλανιούνται
και κρύβονται στα έλη
γι’ αυτούς που αναζητούν
και το αμίλητο μονοπάτι ακολουθούν
για τους εραστές τους μοναχικούς
που απ’ τον έρωτα έμελλε πολύ να λαβωθούν
για κάθε άκακη και τρυφερή ψυχή
που αναίτια σαπίζει μες στη φυλακή
για όσους έλαχε δίχως να πληγώσουνε να πληγωθούν
κι εμείς κοιτούσαμε της ελευθερίας τις καμπάνες
ν’ ακτινοβολούν.

Με βλέμμα ονειροπόλο και χείλη να γελούν
σαν αναθυμάμαι πώς είχαμε μαζευτεί
δίχως οι ώρες να κυλάνε γιατί είχαν μαγευτεί
κι ακούγαμε για ύστατη φορά
και ρίχναμε μια τελευταία ματιά
σαγηνεμένοι
αφημένοι
ώσπου οι καμπάνες να σταματήσουν να χτυπούν
ναι, να χτυπούν για κείνους που πονούν
για τους αναρίθμητους σαστισμένους, συγχυσμένους
βασανισμένους, ταλαιπωρημένους
για όλους τους κρεμασμένους
για κείνους που οι λαβωματιές τους
δεν μπορούν να γιατρευτούν
κι εμείς κοιτούσαμε της ελευθερίας τις καμπάνες
ν’ ακτινοβολούν.

Μετάφραση: Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης

Εδώ, μπορείτε να ακούσετε την διασκευή των Byrds.

ΜΠΟΜΠ ΝΤΥΛΑΝ [BOB DYLAN (1941)]: Οι πύλες της Εδέμ

Για τον πόλεμο και την ειρήνη η αλήθεια στριφογυρνάει
ο δειλινός της γλάρος αρχίζει να γλιστράει.
Πάνω σε σύννεφα τετράποδα του δάσους
ο άγγελος καουμπόυ αγέρωχος καλπάζει.
Το κερί του αναμμένο προς τον ήλιο να κοιτάζει,
αν και η λάμψη του παίρνει να σκοτεινιάζει,
όλα έτσι εκτός κι αν είναι
κάτω απ’ της Εδέμ τα δέντρα.

Ο φανοστάτης στέκεται με χέρια διπλωμένα
τα σιδερένια νύχια του να είναι καρφωμένα
σε κράσπεδα κάτω από τρύπες όπου τα μωρά θρηνούν
κάνει τις σκιές του πάνω στο μεταλλικό σήμα ν’ απλωθούν.
Όλα, μα όλα, δεν μπορεί παρά να πέσουν, να χαθούν
μ’ ένα χτύπημα συντριπτικό
μα δίχως νόημα κι αυτό
ήχος μηδέν
από τις πύλες της Εδέμ.

Ο άγριος στρατιώτης μπήγει το κεφάλι του στην άμμο
κι ύστερα παραπονιέται με το παραπάνω
στον ξυπόλητο κυνηγό που είναι πια κουφός
μα παραμένει ορθός.
Εκεί που αλυχτάνε τα σκυλιά
στα πλοία με τα χρωματιστά πανιά
που πλέουν μ’ ένα τσούρμο φίλες
για τις Εδέμ τις πύλες.

Με μια πυξίδα από το χρόνο σκουριασμένη
ο Αλαντίν με το λυχνάρι του κάθεται και περιμένει
μαζί με ουτοπικούς ερημίτες μοναχούς
στου Χρυσού Μόσχου πάνω τη σέλα.
Κι όσο κι αν λένε ‘‘Στον Παράδεισο έλα!’’
μήτε ένα γέλιο δεν ακούς
παρά μονάχα μέσα
απ’ της Εδέμ της πύλες.

Σχέσεις ιδιοκτησίας ψιθυρίζουν στα φτερά
εκείνων που καταδικάστηκαν να πράττουν συνετά
και περιμένουν τον έναν μετά τον άλλο βασιλιά.
Κι εγώ προσπαθώ να τραγουδήσω αρμονικά
μ’ αυτό που ο μοναχικός σπουργίτης τραγουδά
και λέω ότι πίσω απ’ τις πύλες της Εδέμ
δεν θα βρεις κανέναν βασιλιά.

Η μηχανοκίνητη μαύρη μαντόνα τρέχει
είναι η δίτροχη βασίλισσα τσιγγάνα που φωνάζει
ένα ασημοστόλιστο φάντασμα έχει
και μαζί κάνουν τον νάνο με τη γκρι φανέλα να ουρλιάζει.
Καθώς κλαψουρίζει στα κακά πουλιά τ’ αρπακτικά
που τσιμπολογάνε τα ψίχουλα της αμαρτίας του ξανά
μα δεν υπάρχουν αμαρτίες πίσω απ’ τις πύλες της Εδέμ, παιδιά.

Τα βασίλεια της Εμπειρίας σαπίζουν ξαφνικά
μες στου ακριβού αγέρα τα χτυπήματα τα δυνατά,
ενώ οι φτωχοί τα υπάρχοντά τους ανταλλάζουν
ο ένας του άλλου τ’ αγαθά ζηλεύει που όλα μοιάζουν.
Ενώ η πριγκίπισσα κι ο πρίγκιπας κουβεντιάζουν
για το τι είναι και τι δεν είναι αληθινό
μες στης Εδέμ τις πύλες σημασία καμιά δεν έχει αυτό.

Ο ήλιος ο αλλοδαπός αλληθωρίζει
πάνω απ’ το κρεβάτι μου που ούτε μένα δεν γνωρίζει,
καθώς άγνωστοι, γνωστοί και φίλοι
θέλουν να παραιτηθούν από της μοίρας τους την ύλη
και λεύτεροι μένουν οι άλλοι,
ό,τι θέλουν να κάνουν κι ύστερα να πεθάνουν πάλι.
Και δίκες δεν γίνονται, φίλοι και φίλες
πίσω απ’ της Εδέμ τις Πύλες.

Κι έρχεται η αγαπημένη μου σαν φέξει η αυγή
να με δει και τα όνειρά της να μου πει
και κανείς δεν προσπαθεί
να θάψει ή να σκεπάσει με χώμα
τη λάμψη αυτών που ακούγονται από το κάθε στόμα
και μερικές φορές θαρρώ
πως λέξεις δεν υπάρχουν άλλες
εξόν απ’ αυτές που λεν το αληθινό
μα να πιστεύω έχω τη συνήθεια
πως πίσω απ’ της Εδέμ τις πύλες δεν υπάρχει αλήθεια.

Μετάφραση: Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης

Εδώ, μπορείτε να ακούσετε την διασκευή της Julie Felix.

ΜΠΟΜΠ ΝΤΥΛΑΝ [BOB DYLAN (1941)]: Όλα εντάξει, αιμορραγώ μονάχα

Μες στο καταμεσήμερο πλακώνει σκοτεινιά
σκιά απλώνει ακόμα και στ’ ασημένια πιατικά
η χειροποίητη λεπίδα, το μπαλόνι του παιδιού
έκλειψη προκαλούν και του ήλιου και του φεγγαριού
να σε καταλάβω πιο γρήγορα απ’ όσο μπορώ
δεν έχει νόημα να το προσπαθώ.

Απειλές αιχμηρές εκτοξεύονται με χλευασμό
αυτόχειρες παρατηρήσεις βγάζουν το σκασμό
απ’ του τρελού το επιστόμιο το χρυσό
το κούφιο κέρας παίζει λόγια χαμένα
λόγια που προειδοποιούν απεγνωσμένα
πως δεν καταπιάνεται με το να μένει ζωντανός
μα καταπιάνεται με το να είναι νεκρός.

Σαν μια σελίδα πετάει έξω από την πόρτα ο πειρασμός
την ακολουθείς, σε πόλεμο μπλέκεσαι ο φτωχός
βλέπεις πως βρυχώνται του οίκτου οι καταρράκτες
νοιώθεις πως θέλεις να θρηνήσεις
αλλά αντίθετα από πριν θ’ ανακαλύψεις
πως τώρα πια θ’ αλλάξεις
και θα ’σαι, ακόμα ένας
έτοιμος να κλάψεις.

Έτσι λοιπόν μη φοβηθείς
αν στ’ αυτί σου φτάσει
ένας ξένος ήχος
όλα εντάξει, εγώ είμαι μονάχα
που έχω απλώς στενάξει.

Κάποιοι προβλέπουν νίκη, κάποιοι συντριβή
υπάρχουν λόγοι προσωπικοί
άλλοι σπουδαίοι, άλλοι ποταποί
στα μάτια αυτών που καλούν μπορείς να δεις
ότι άλλοι να σε σκοτώσουν θέλουν
και άλλοι να σε κάνουν στο χώμα να συρθείς
ενώ άλλοι λένε ότι τίποτα εξόν το μίσος
δεν πρέπει να μισείς.

Λέξεις γυμνές σαν σφαίρες αλυχτούνε
θεοί ανθρώπινοι σκοπεύουν και χτυπούνε
κατασκευάζουνε τα πάντα πια
από πλαστικά οπλοπολυβόλα που σπινθηροβολούνε
μέχρι πλαστικούς Εσταυρωμένους που στο σκοτάδι λαμποκοπούνε
Δεν είναι δύσκολο να δεις δίχως να κοιτάξεις μακριά
ότι στ’ αλήθεια λίγα έχουν μείνει όσια και ιερά.

Ενώ κήρυκες κηρύσσουν για κακές μοίρες
δάσκαλοι διδάσκουν ότι η γνώση έχει υπομονή
μπορεί να σε οδηγήσει σε πιατικά που κάνουν χίλιες λίρες
κι η καλοσύνη λουφάζει πίσω απ’ τις δικές της θύρες
Αλλά ακόμα και ο πρόεδρος των ΗΠΑ ο τρανός
καμιά φορά πρέπει να στέκεται γυμνός.

Και μ’ όλο που του δρόμου οι νόμοι έχουν καθιερωθεί
είναι μονάχα τα τεχνάσματα των ανθρώπων
που πρέπει ν’ αποφύγουν οι δικοί σου ελιγμοί
και όλα εντάξει, κανείς να μην ανησυχεί
θα τα καταφέρω εγώ μια και καλή.

Έρχονται να σ’ εξαπατήσουν οι διαφημίσεις
πως είσαι ένας και μοναδικός να νομίσεις
ότι μπορείς να κάνεις ό,τι κανείς δεν μπόρεσε ως τώρα
ότι καθετί μπορείς να νικήσεις με τη δική σου φόρα
στο μεταξύ, εσύ χαμένος στην ευκολία
και η ζωή ν’ αλλάζει κι εσύ να είσαι η λεία.

Χάνεσαι, ξαναγυρίζεις, να’ σαι
και νιώθεις ξαφνικά ότι τίποτε δεν έχεις να φοβάσαι
στέκεις μόνος και κανείς δεν είν’ κοντά
όταν μια τρεμάμενη φωνή, ακούγεται μα όχι καθαρά
κι αιφνιδιάζει τα κοιμισμένα σου αυτιά
και λέει ότι σε βρήκανε ξανά.

Μια ερώτηση τα νεύρα σου τραντάζει
μα ξέρεις, δεν βρίσκεται απάντηση να ταιριάζει
να σε ικανοποιήσει
πως δεν τα παρατάς και πάλι να σε πείσει
να μείνει μέσα σου και το μυαλό σου να μη λησμονήσει
πως από καιρό, από πολύ καιρό
δεν ανήκεις μήτε σ’ αυτήν μήτε σ’ αυτόν μήτε σ’ αυτό.

Μ’ όλο που οι αφέντες φτιάχνουν τους κανόνες
και για τον σοφό και για τον τρελό
δεν έχω τίποτε, στους δρόμους, στους λειμώνες
κι εγώ για ν’ ανταποκριθώ.

Γι’ αυτούς που υπακούνε σε κάθε εξουσία
ο έντιμος ο σεβασμός δεν έχει καμία σημασία
περιφρονούν τη μοίρα τους, την ίδια τους την εργασία
αυτοί μιλάν με ζήλια για όσους ζουν μ’ ελευθερία
αυτοί είν’ ικανοί τα λουλούδια να φροντίσουν
μόνο και μόνο για να ‘χουν κάτι να πουλήσουν.

Κάποιοι είναι βαφτισμένοι σε αρχές
σε κομμάτων αυστηρές επιταγές
σε μεταμφιεσμένες λέσχες κοινωνικές
κι όσους είναι στην απέξω άγρια επικρίνουν
η ελευθερία τούς κάνει να τα χάνουν
άλλο δεν συζητάν παρά ποιον είδωλο να κάνουν
Γι’ αυτό κινούνε ουρανό και γη
αυτόν παρακαλάνε τον Θεό να τον ευλογεί.

Κάποιος που η φωτιά τη γλώσσα του τσουρουφλίζει
στην άθλια χορωδία γαργαρίζει
της κοινωνίας οι τανάλιες τον έχουνε παραμορφώσει πια
κι αυτός διόλου δεν νοιάζεται ν’ ανέβει στα ψηλά
αλλά μάλλον εσένα να τραβήξει χαμηλά
σε μια τρύπα φοβερή
όπου εκεί έχει χωθεί.

Μα δεν έχω τίποτα εναντίον μήτε θέλω να κατηγορήσω
όποιον σ’ ένα κελάρι κατοικεί
δικιά του είν’ η ζωή
κι είναι εντάξει, ακόμα κι αν δεν μπορώ να τον ευχαριστήσω.

Γριές δικαστίνες τα ζευγάρια παρακολουθούν
που τον έρωτα πια ν’ απολαύσουν δεν μπορούν
κίβδηλα ήθη διαλαλούν
προσβολές, άγριες βλοσυρές ματιές
ενώ το χρήμα δεν μιλάει
το χρήμα βλαστημάει
αισχρότητα, ναι, μα ποιος νοιάζεται στ’ αλήθεια
όλα προπαγάνδα, ελεεινή συνήθεια.

Άλλοι υπερασπίζονται αυτό που να δουνε δεν μπορούν
ενός φονιά την περηφάνια, απορούν
ασφάλεια ζητάνε μανιακά
μα μυαλά τινάζονται στον αέρα πικρά
γι’ αυτούς που θαρρούν πως του θανάτου η σφυριά
η έντιμη κατραπακιά
δεν θα έρθει να τους χτυπήσει φυσικά
της ζωής τα δευτερόλεπτα καμιά φορά
θα πρέπει να είναι πολύ μοναχικά.

Τα μάτια μου συγκρούονται μετωπικά
με παραγεμισμένα νεκροταφεία, φριχτά
με ψεύτικους θεούς, και σέρνομαι ξανά
στης μικροψυχίας τα σκοτεινά στενά
πασχίζω από χειροπέδες νοερές ν’ απαλλαγώ
λέω φτάνει, την κοπανάω από δω
το έχω δει το έργο ξανά εγώ.

Αν μπορούσαν να δουν τα όνειρα μου όλα
και τις σκέψεις μου, θα μ’ έστελναν στην καρμανιόλα
Αλλά εντάξει, τι μπορεί κανείς να πει
Εντάξει, λέω, αυτή κι όχι άλλη είν’ η ζωή.

Μετάφραση: Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης

Εδώ, μπορείτε να ακούσετε το τραγούδι:

ΜΠΟΜΠ ΝΤΥΛΑΝ [BOB DYLAN (1941)]: Όλα τελειώσαν τώρα, θλιμμένο μου παιδί

Πρέπει να φύγεις τώρα, πάρε ότι νομίζεις πως θ’ αντέξει.
Μα ότι θέλεις να κρατήσεις, καλύτερα από τώρα να τ’ αρπάξεις.
Πέρα εκεί το ορφανό σου στέκεται με τ’ όπλο,
κλαίγοντας σαν την φωτιά στον ήλιο.
Κοίταξε έξω, οι άγιοι αρχίσανε να καταφτάνουν
κι όλα τελειώσαν τώρα, θλιμμένο μου παιδί.

Οι δημοσιές είναι για τυχοδιώκτες, καλύτερα φυλάξου.
Πάρε μαζί σου ότι από δω κι εκεί έχεις μαζέψει.
Στο δρόμο ο ζωγράφος με τ’ αδειανά τα χέρια
μες στα σεντόνια σου τρελά μοτίβα ζωγραφίζει.
Κι ο ουρανός αυτός επίσης σε τυλίγει
κι όλα τελειώσαν τώρα, θλιμμένο μου παιδί.

Όλοι οι ζαλισμένοι ναύτες γραμμή τραβάνε σπίτι.
Κι οι πεζοναύτες σου κι αυτοί γυρνάνε πίσω.
Ο εραστής που απ’ την πόρτα σου έξω μόλις βγήκε
όλες τις κουβέρτες απ’ το πάτωμα μαζί του πήρε.
Κι η φλοκάτη κάτω απ’ τα πόδια φεύγει
κι όλα τελειώσαν τώρα, θλιμμένο μου παιδί.

Τα χώματα που πάτησες άσε τα πίσω, κάτι άλλο σε καλεί.
Ξέχνα το θάνατο που άφησες, δεν θα σ’ ακολουθήσουν.
Ο μπαγαπόντης που την πόρτα σου χτυπάει
είναι ντυμένος με τα ρούχα που κάποτε φορούσες.
Άναψε ένα ακόμη σπίρτο και πάλι ξανά ξεκίνα
κι όλα τελειώσαν τώρα, θλιμμένο μου παιδί.

Μετάφραση: Γιάννης Τζώρτζης

Εδώ, μπορείτε να ακούσετε την διασκευή των Them.

ΜΠΟΜΠ ΝΤΥΛΑΝ [BOB DYLAN (1941)]: Η μπαλάντα ενός κοκαλιάρη

Μες στο δωμάτιο περπατάς
στο χέρι το μολύβι σου κρατάς
βλέπεις κάποιον να στέκεται γυμνός
ρωτάς, ‘‘Μα ποιος είν’ αυτός;’’
πασχίζεις πολύ
μα δεν καταλαβαίνεις γρυ
τι θα πεις
πίσω σαν βρεθείς.

Γιατί κάτι γίνεται εδώ
και δεν ξέρεις τι, λέω εγώ
έτσι δεν είναι, μίστερ Τζόουνς;

Σηκώνεις το κεφάλι
‘‘Εδώ είναι το εδώ αυτό;’’ ρωτάς πάλι
και κάποιος σε δείχνει με το δάχτυλο και λέει
‘‘Δικό του είναι’’
κι εσύ ‘‘Τι ’ναι δικό μου;’’ λες
και κάποιος άλλος λέει, ‘‘Που είναι τι, πες’’
κι εσύ λες, ‘‘Ω Θέ’ μου, τι να πω;
Μπας κι είμαι ολομόναχος εδώ;’’

Γιατί κάτι γίνεται εδώ
και δεν ξέρεις τι, λέω εγώ
έτσι δεν είναι, μίστερ Τζόουνς;

Με το εισιτήριο στο χέρι
πας να δεις τον Παλιάτσο Τρελοχασομέρη
που έρχεται αμέσως στη μεριά σου
και τον ακούς να σου λέει μες στ’ αυτιά σου
‘‘Πώς νοιώθεις να ’σαι τόσο τέρας;’’
κι εσύ λες, ‘‘Σαν δίχως παιδί πατέρας’’
κι αυτός αντί σέκος να μείνει
αμέσως ένα κόκαλο σου δίνει.

Γιατί κάτι γίνεται εδώ
και δεν ξέρεις τι, λέω εγώ
έτσι δεν είναι, μίστερ Τζόουνς;

Έχεις πιάσει φιλία
μ’ αυτούς που εμπορεύονται ξυλεία
για να σου δώσουνε στοιχεία
αν κάποιος σου επιτεθεί στη φαντασία
αλλά κανείς δεν δείχνει σεβασμό
κι από σένα περιμένουν μονάχα υδωρ και γη
να δώσεις και καμιά επιταγή
σ’ αυτούς που καταφέρνουν και μειώνουν το δασμό.

Με καθηγητές έκανες παρέα
που έβρισκαν τη μούρη σου πολύ ωραία
και με δικηγόρους μεγάλους και τρανούς
κουβέντιασες για λαμόγια και λεπρούς
και διάβασες όλα του Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ τα βιβλία
το ξέρουν αυτό σ’ όλη την παραλία.

Γιατί κάτι γίνεται εδώ
και δεν ξέρεις τι, λέω εγώ
έτσι δεν είναι, μίστερ Τζόουνς;

Κι έρχεται αυτός που καταπίνει τα σπαθιά
και γονατίζει σ’ εσένα, ναι, σιμά
και κάνει το σταυρό του και ορκίζεται
και δίχως να ζορίζεται
λέει, ‘‘Να πάρε πίσω το λαιμό σου
σ’ ευχαριστώ για το δάνειό σου’’.

Γιατί κάτι γίνεται εδώ
και δεν ξέρεις τι, λέω εγώ
έτσι δεν είναι, μίστερ Τζόουνς;

Και τον μονόφθαλμο τον νάνο να δεις ήρθε η ώρα
κι ουρλιάζει τη λέξη, ‘‘ΤΩΡΑ’’
κι εσύ, ‘‘Τι σημαίνει πάλι αυτό;’’ ρωτάς
κι αυτός λέει ‘‘Πώς;’’
κι εσύ λες, ‘‘Μα που το πας;’’
κι αυτός κραυγάζει γελαστός
‘‘Είσ’ ένα γελάδι
δώσ’ μου γάλα τώρα
ή χάσου στης χώρας το σκοτάδι’’.

Γιατί κάτι γίνεται εδώ
και δεν ξέρεις τι, λέω εγώ
έτσι δεν είναι, μίστερ Τζόουνς;

Το λοιπόν, στο δωμάτιό σου περπατάς
σαν καμήλα, μορφάζεις, δεν ξέρεις που πατάς
τα μάτια σου στην τσέπη βάζεις
τη μύτη σου στο πάτωμα κατεβάζεις
θα ’πρεπε να ’χουμε ένα νόμο αυστηρό
να μην ξαναπατήσεις το πόδι σου εδώ
σαν φτάνεις, να φεύγεις βιαστικά
κι όλη μέρα να φοράς ακουστικά.

Γιατί κάτι γίνεται εδώ
και δεν ξέρεις τι, λέω εγώ
έτσι δεν είναι, μίστερ Τζόουνς;

Μετάφραση: Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης

Εδώ, μπορείτε να ακούσετε το τραγούδι:

ΜΠΟΜΠ ΝΤΥΛΑΝ [BOB DYLAN (1941)]: Γύρω-γύρω στη σκοπιά

‘‘Θα υπάρχει κάποια διέξοδος’’, είπ’ ο παλιάτσος στον ληστή,
‘‘γύρω μας βλέπω σύγχυση, γαλήνη δεν θα βρεις.
Έμποροι πίνουν το κρασί μας, κι άλλοι σκάβουν τη γη
κανένας νόμος δεν ισχύει, τα πάντα έχουν χαθεί’’.

‘‘Δεν χρειάζεται ν’ ανησυχείς’’, ήταν τα λόγια του ληστή,
‘‘βρίσκοντ’ εδώ πολλοί από μας, που ’χουν γι’ αστείο τη ζωή,
κι ας μην ήτανε γραφτό, τα ’χουμε ζήσει όλ’ αυτά,
ας μη μιλάμε πια λοιπόν, η ώρα είν’ αργά’’.

Γύρω-γύρω στη σκοπιά, πρίγκιπες ξαπρυπνούν
καθώς γυναίκες και παιδιά, ξυπόλητοι περνούν.

Κάπου απ’ έξω μακριά, αγριόγατος βογκάει
πλησιάζουν καβαλάρηδες, τ’ αγέρι λυσσομανάει.

Μετάφραση: Δημήτρης Πουλικάκος

Εδώ, μπορείτε να ακούσετε την διασκευή του Jimi Hendrix.

ΜΠΟΜΠ ΝΤΥΛΑΝ [BOB DYLAN (1941)]: Ο παλιάτσος κι ο ληστής

‘‘Ήρθα τρεχάτος μέχρι εδώ’’,
είπε ο παλιάτσος στο ληστή,
‘‘κι αν σου ’χει μείνει μια σταλιά ντροπή,
δώσε λιγάκι προσοχή.

Έμποροι πίνουν το κρασί μας
και κλέβουνε τη γη,
εσύ είσαι η μόνη μας ελπίδα,
περιμένουμε να ’ρθείς’’.

‘‘Τα παίρνεις όλα πολύ στα σοβαρά’’
ήταν τα λόγια του ληστή
‘‘έχουν περάσει όλ’ αυτά,
πάει καιρός πολύς.

Εδώ επάνω στα βουνά,
δεν δίνω δυάρα τσακιστή,
για ό,τι έχει κερδηθεί,
για ό,τι έχει πια χαθεί’’.

Πίσω απ’ του κάστρου τη σκοπιά,
οι πρίγκιπες κοιτούν,
καθώς γυναίκες και παιδιά
φεύγουν για να σωθούν.

Κάπου έξω μακριά,
ο άνεμος βογκά·
ζυγώνουν καβαλάρηδες
με όπλα και σκυλιά.

Μετάφραση: Διονύσης Σαββόπουλος

Εδώ, μπορείτε να ακούσετε την διασκευή του Διονύση Σαββόπουλου.

ΜΠΟΜΠ ΝΤΥΛΑΝ [BOB DYLAN (1941)]: Άγγελος εξάγγελος

Άγγελος εξάγγελος μας ήρθε από μακριά
γερμένος πάνω σ’ ένα δεκανίκι.
Δεν ήξερε καθόλου μα καθόλου να μιλά
και είχε γλώσσα μόνο για να γλείφει.

Τα νέα που μας έφερε ήταν όλα μια ψευτιά
κι ακούγονταν ευχάριστα στ’ αυτί μας
γιατί έμοιαζε μ’ αλήθεια η κάθε του ψευτιά
κι ακούγοντάς τον ησύχαζε η ψυχή μας.

Έστησε το κρεβάτι του πίσω απ’ την αγορά
κι έλεγε καλαμπούρια στην ταβέρνα
μπαινόβγαινε κεφάτος στα κουρεία και στα λουτρά
και χάζευε τα ψάρια μες στη στέρνα.

Και πέρασε ο χειμώνας κι ήρθε η καλοκαιριά
κι ύστερα πάλι ξανάρθανε τα κρύα
ώσπου κάποιο βραδάκι, τι του ’ρθε ξαφνικά
κι άρχισε να φωνάζει με μανία:

‘‘Τα πόδια μου καήκανε σ’ αυτήν την ερημιά
η νύχτα εναλλάσσεται με νύχτα
τα νέα που σας έφερα σας χάιδεψαν τ’ αυτιά
μ’ απέχουνε πολύ απ’ την αλήθεια’’.

Αμέσως καταλάβαμε τι πήγαινε να πει
και του ’παμε να φύγει μουδιασμένα.
Αφού δεν είχε νέα ευχάριστα να πει
καλύτερα να μην μας πει κανένα.

Μετάφραση: Διονύσης Σαββόπουλος

Εδώ, μπορείτε να ακούσετε την διασκευή του Διονύση Σαββόπουλου.

1 σχόλιο

Filed under ΜΠΟΜΠ ΝΤΥΛΑΝ

ΓΙΟΥΣΤΙΝΟΥΣ ΚΕΡΝΕΡ

ΓΙΟΥΣΤΙΝΟΥΣ ΚΕΡΝΕΡ [JUSTINUS KERNER (1786-1862)]: Ποιος σε αρρώστησε έτσι;

Τόσο πολύ έχεις αρρωστήσει,
ποιος το ’κανε άραγες αυτό;
Ούτε ο αέρας απ’ τη Δύση,
ούτε το φως των αστεριών,

ούτε των δέντρων οι σκιές,
ούτε η φλόγα της λιακάδας,
ούτε ύπνου κι όνειρου φωνές
σ’ άνθινη κλίνη της κοιλάδας.

Τούτη η θανάσιμη πληγή,
απ’ τους ανθρώπους έχει γίνει:
η φύση μ’ άφησε υγιή,
κείνοι μού πήραν τη γαλήνη.

Μετάφραση: Λένια Ζαφειροπούλου

ΓΙΟΥΣΤΙΝΟΥΣ ΚΕΡΝΕΡ [JUSTINUS KERNER (1786-1862)]: Ήχοι παλαιοί

Άκουσε το πουλί που τραγουδάει
κοίτα του δένδρου την ανθοφορία.
Καρδιά! Δεν μπορεί τούτο να σε πάει
από του ονείρου σου μακριά την αγωνία;

Τι να ’ναι τούτο; Ήχοι παλαιοί
απ’ το βαρύθυμο ενός νεανίσκου στήθος,
από τα χρόνια όταν είχα εμπιστευθεί
τον κόσμο και των ηδονών το πλήθος.

Οι μέρες έφυγαν, δεν έμεινε καμία.
Κανένα βότανο γιατρειά δε θα χαρίσει.
Κι από του ονείρου μου την τόσην αγωνία,
μόνο ένας Άγγελος μπορεί να με ξυπνήσει.

Μετάφραση: Λένια Ζαφειροπούλου

ΓΙΟΥΣΤΙΝΟΥΣ ΚΕΡΝΕΡ [JUSTINUS KERNER (1786-1862)]: Ηδονή της νύχτας με θύελλα

Όταν έξω σε κοιλάδες και βουνά,
άγρια θύελλα και βροχή λυσσομανά,
τα παράθυρα στενάζουνε με τρόμο
κι οι διαβάτες χωρίς φως χάνουν το δρόμο,

εδώ μέσα είναι ανάπαυση γλυκιά,
σε μακάριας αγάπης αγκαλιά.
Τ’ ουρανού η χρυσή λάμψη και το χρώμα,
φτερουγίζουν μες στο σιωπηλό μας δώμα.

Ω συ πλούσια ζωή, ελέησέ με!
Και γερά στ’ αβρά σου χέρια κράτησέ με.
Άνθη του έαρος υψώνονται, βλασταίνουν,
σύννεφα περνούν και πουλιά ψέλνουν.

Άγρια θύελλα ποτέ σου να μην πάψεις.
Σπίτι εσύ, ας τρίξεις κι ας στενάξεις.
Ξεριζώσου δάσος, βούιξε αέρα:
τυλιγμένος είμαι εγώ σε ουράνια μέρα!

Μετάφραση: Λένια Ζαφειροπούλου

ΓΙΟΥΣΤΙΝΟΥΣ ΚΕΡΝΕΡ [JUSTINUS KERNER (1786-1862)]: Πέθανε, αγάπη και χαρά!

Είναι στο Άουγκσμπουργκ ένας οίκος υψηλός
κοντά στην παλαιά εκκλησία την άγια.
Από κει βγαίνει ένα πρωΐ γεμάτο φως
μια κόρη μ’ αρετή πολλή κι ευλάβεια.
Τραγούδι αντηχεί
στην εκκλησιά θα μπει
η ευγενική μορφή.

Εκεί στην άγια εικόνα της Μαρίας
γονάτισε για να προσευχηθεί.
Με φως πληρώθηκε ουράνιας βασιλείας
όλη η ηδονή του κόσμου έχει χαθεί:
‘‘Παρθένε, ευχήσου
στο θείο Παιδί σου
να ’μαι δική σου!’’.

Μόλις υπόκωφα το σήμαντρο αντηχεί
τους προσευχόμενους στην εκκλησιά να φέρει
στο διάδρομο η κόρη περπατεί
και στο κεφάλι τι φοράει δεν ξέρει:
μια λάμψη εφάνη
με φως να υφάνει
κρίνων στεφάνι.

Οι άνθρωποι κοιτούνε σαστισμένοι
το φωτεινό στεφάνι στα μαλλιά.
Δρόμος πολύς της κόρης δεν της μένει,
στο μέγα ιερό έχει φτάσει πια:
‘‘Κάντε με τώρα καλογριά,
εμέ την κόρη τη φτωχιά!
Πέθανε, αγάπη και χαρά!’’.

Ω δώσε, Θεέ, η κόρη αυτή γαληνεμένη
με ειρήνη το στεφάνι να κρατήσει.
Είν’ της δικής μου της καρδιάς αγαπημένη,
θα παραμείνει ως τη Στερνή την Κρίση.
Δεν έμαθε ποτέ το πώς
σπάει την καρδιά μου ο καημός
πέθανε, αγάπη μου και φως!

Μετάφραση: Λένια Ζαφειροπούλου

Σχολιάστε

Filed under ΓΙΟΥΣΤΙΝΟΥΣ ΚΕΡΝΕΡ