Monthly Archives: Ιουλίου 2013

ΧΟΫΤ ΑΞΤΟΝ

ΧΟΫΤ ΑΞΤΟΝ [HOYT AXTON (1938-1999)]: The Pusher

Κύριε, που λες, κάπνισα πολύ χόρτο στη ζωή μου,
και χάπια με τις χούφτες έχω καταπιεί·
μα δεν δοκίμασα ούτε μια φορά,
κάτι που να σκοτώνει την ψυχή.
Με μάτια στοιχειωμένα από τον θάνατο, να ξέρεις,
είδα πολλούς να τριγυρνάν σε τούτα εδώ τα μέρη·
μα ο έμπορας δεν δίνει διάρα τσακιστή,
αν πέθανες ή αν είσαι ακόμα στη ζωή.

Ανάθεμα στον έμπορα,
καταραμένος να ’ναι·
το ’πα και θα το ξαναπώ,
καταραμένος να ’ναι.

Να ξέρεις πως το βαποράκι είναι ψυχούλα,
το χόρτο της αγάπης, ναι, στο χέρι του κρατά·
μα ο έμπορας είναι τέρας, Θεέ μου,
δεν έχει ανθρώπινα χαρακτηριστικά.
Το βαποράκι για λίγες δεκάρες,
κύριε, θα σου πουλήσει όνειρα γλυκά·
μα ο έμπορας θα καταστρέψει το κορμί σου,
κύριε, και θα κάνει το μυαλό σου να βογκά.

Ανάθεμα στον έμπορα,
καταραμένος να ’ναι·
το ’πα και θα το ξαναπώ,
καταραμένος να ’ναι.

Που λες, αν πρόεδρος γινόμουνα σ’ αυτήν την χώρα,
στον έμπορα θα κήρυττα πόλεμο εδώ και τώρα·
θα τον κομμάτιαζα· αν την έκανε θα τον πυροβολούσα,
ναι, με την Βίβλο, με ξυράφι,  με όπλο θα τον εκτελούσα.

Ανάθεμα στον έμπορα,
καταραμένος να ’ναι·
το ’πα και θα το ξαναπώ,
καταραμένος να ’ναι.

Μετάφραση: Γιώργος Ζούκας

Εδώ, μπορείτε να ακούσετε την διασκευή των Steppenwolf:

Advertisements

1 σχόλιο

Filed under ΧΟΫΤ ΑΞΤΟΝ

ΦΑΜΠΡΙΤΣΙΟ ΝΤΕ ΑΝΤΡΕ

ΦΑΜΠΡΙΤΣΙΟ ΝΤΕ ΑΝΤΡΕ [FABRIZIO DE ANDRÉ (1940-1999)]: Το τραγούδι της Μαρινέλλας

Τραγούδι έχω για τη Μαρινέλλα κάμει
που εγλίστρησε κι επνίγη στο ποτάμι·
μα ο άνεμος την παίρνει από το χέρι,
πανέμορφη τη φέρνει σ’ έν’ αστέρι.

Μόνη ζούσε· ποτέ δεν την βρήκαν πόνοι,
κι ούτε ποτέ στου έρωτα το αμόνι
χτυπήθη· μα ένας ρήγας δίχως στέμμα
της χτύπησε την πόρτα – δεν είν’ ψέμα.

Καπέλλο είχε λευκό, όμοιο με τη σελήνη,
και μπέρτα πορφυρή ερωτική τον ντύνει.
Τον ακολούθησε χωρίς να ξέρει
λες και την έσπρωχνε να πάει τ’ αγέρι.

Και σαν άνοιξαν του ήλιου οι χρυσοί δρόμοι,
σου φίλησε τα χείλη και την κόμη·
και σαν το φεγγαράκι εκεί είχε πέσει,
σ’ αγκάλιαζε γερά γύρω απ’ τη μέση·

φιλιά και χαμογέλια μετά από ’κείνα
που γίνανε λιβάδια με αγριοκρίνα,
και τρέμανε σαν αστραχτίδες, όταν
το χέρι του στο δέρμα σου σερνόταν.

Λένε πως, σαν γύρναες σπίτι σου, ένα γνέμα
σ’ εγέλασε κι εγλίστρησες στο ρέμα,
κι αυτός που δεν πιστεύει το χαμό σου
βαράει εκατό χρονιές στο σπιτικό σου.

Το τραγούδι σου άκουσέ το, Μαρινέλλα,
στον ουρανό με μέλι και κανέλλα.
Σαν όλα τα ωραία πράγματα έχεις ζήσει
μια μέρα: ρόδο, που ’χει πια μαδήσει…
Σαν όλα τα ωραία πράγματα έχεις ζήσει
μια μέρα: ρόδο, που ’χει πια μαδήσει…

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Πηγή.

Εδώ, μπορείτε να διαβάσετε το ομόθεμο (αλλά πολύ διαφορετικό στην προσέγγιση) ποίημα ‘Για την πνιγμένη κοπέλα’ του Μπρεχτ.

Εδώ, μπορείτε να ακούσετε το τραγούδι:

Σχολιάστε

Filed under ΦΑΜΠΡΙΤΣΙΟ ΝΤΕ ΑΝΤΡΕ

ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ

ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ [BERTOLT BRECHT (1898-1956)]: Πριν από τη φυγή

Μπρος απ’ τον ασπροβαμμένο τοίχο
το κασέλι του φαντάρου καρτερά.
Μαύρο, γεμάτο χειρόγραφα χαρτιά.
Πιο κει, κι η πίπα στο τασάκι,
με τις στάχτες.
Ο κινέζικος τοίχος δείχνει
την αμφιβολία
που πάνω του σκορπίζεται
βαριά.
Κι οι μάσκες εκεί βρίσκονται
κι αυτές.
Στα πόδια του κρεβατιού
ένα μικρό, βουβό τρανζίστορ.
Την αυγή,
στρίβω προς την πορτούλα,
κι ακούω ξαφνικά
το νικητήριο σάλπισμα
των εχθρών μου,
που φτάνουν…

Μετάφραση: Λίλα Καρανικόλα

ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ [BERTOLT BRECHT (1898-1956)]: Για την πνιγμένη κοπέλα

Σαν πνίγηκε και, μες από τα ρυάκια,
στα μεγαλύτερα έπλεψε ποτάμια,
τ’ οπάλιο τ’ ουρανού θαυμάσιο εφάνη,
σα να ’πρεπε το πτώμα να ηρεμήσει.

Χόρτα και φύκια απάνω της πιαστήκαν
κι έτσι, σιγά-σιγά, πιο βαριά εγίνη.
Στα πόδια της κρύα πλέχανε τα ψάρια,
το στερνό της ταξίδι ζώα και φυτά εβαρύναν.

Σκοτείνιαζε ο ουρανός, καθώς καπνός, το βράδυ,
και, τη νύχτα, το φως αιωρούσε, με τ’ αστέρια.
Αλλά, το πρωΐ, γινόταν φωτεινός, έτσι, που υπήρχε,
γι’ αυτήν, και πρωΐ και βράδυ ακόμη.

Όταν στο νερό σάπισε τ’ ωχρό της σώμα, εγίνη
(αργά πολύ) κι ο Θεός να την ξεχάσει: πρώτα
το πρόσωπο, μετά τα χέρια, και, στο τέλος, μόνο τα μαλλιά της.
Και γίνηκε ψοφίμι, στα ποτάμια, μες στ’ άλλα ψοφίμια.

Μετάφραση: Άρης Δικταίος

ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ [BERTOLT BRECHT (1898-1956)]: Ερωτήματα ενός εργάτη που διαβάζει

Ποιος έχτισε τις εφτάπυλες Θήβες;
Στα βιβλία βρίσκονται τα ονόματα των βασιλιάδων.
Οι βασιλιάδες σύρανε τις ογκώδεις πέτρες;
και την καταστρεμένη πάλι και πάλι Βαβυλώνα –
ποιος την ξανάχτισε τόσες φορές; Σε ποια σπίτια
της χρυσαπάστραπτης Λίμα κατοικούσανε οι χτίστες;
Πού πήγαιναν το βράδυ, όταν τελειώναν τη δουλειά τους
στο τείχος οι Κινέζοι χτίστες; Η μεγάλη Ρώμη
είναι γεμάτη αψίδες θριάμβου. Ποιος τις ύψωσε; Για ποιον
θριαμβεύανε οι Καίσαρες; Το πολυτραγουδημένο Βυζάντιο είχε
παλάτια για τους κατοίκους του μονάχα; Ακόμη και στη μυθική Ατλαντίδα
ούρλιαζαν, μες στην νύχτα, εκεί όπου η θάλασσα την κατάπιε,
αυτοί που, πίσω από τους σκλάβους τους, πνιγόνταν;

Ο νεαρός Αλέξανδρος κατάκτησε τις Ινδίες.
Μοναχός του;
Χτύπησε ο Καίσαρ τους Γαλάτες.
Δεν είχε ούτε έναν τουλάχιστο μάγειρα μαζί του;
Ο Φίλιππος της Ισπανίας έκλαψε όταν
βούλιαξε ο στόλος του. Δεν έκλαψε κανένας άλλος;
Ο Φρειδερίκος ο Δεύτερος νίκησε στον Επταετή Πόλεμο. Ποιος
νίκησε εχτός απ’ αυτόν;

Καθε σελίδα και μια νίκη.
Ποιος μαγείρευε το συμπόσιο της νίκης;
Κάθε δέκα χρόνια ένας μεγάλος άνδρας.
Ποιος πλήρωνε τα έξοδα;

Τόσες πολλές περιγραφές.
Τόσα πολλά ερωτήματα.

Μετάφραση: Άρης Δικταίος

ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ [BERTOLT BRECHT (1898-1956)]: Στους συμπατριώτες μου

Σεις, που σε νεκρουπόλεις επιζείτε,
τον ίδιο τον εαυτό σας λυπηθείτε!
Σε νέους, φτωχοί, πολέμους μην τραβάτε,
λες κι οι παλιοί δεν έφταναν νογάτε:
τον εαυτό σας, ικετεύω, λυπηθείτε!

Άντρες, πιάστε μυστρί, όχι μαχαίρι!
Κάτω από στέγες θα ήσαστ’ ασφαλείς,
αν δεν τρέφατε πίστη στο μαχαίρι·
κάτω από στέγες κάλλιο είναι κανείς.
Μυστρί πιάστε, ικετεύω, όχι μαχαίρι!

Παιδιά, σεις που γλυτώσατε μπαρούτι,
στους γονιούς πέστε να ’ναι συνετοί.
Συντρίμμια πως δεν θέτε στη ζωή τούτη,
φωνάξτε, ούτε να πάσχετε ως αυτοί: παιδιά,
σεις που γλυτώσατε μπαρούτι!

Μάνες, που είναι στην κρίση τη δικιά σας
ν’ ανέχεστε τον πόλεμο ή μη,
άστε στη ζωή, ικετεύω, τα παιδιά σας!
Να σας χρωστάνε γέννα, όχι θανή:
μάνες, να ζήσουν άστε τα παιδιά σας!

Μετάφραση από τα γερμανικά: Άγγελος Παρθένης

ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ [BERTOLT BRECHT (1898-1956)]: Ο λύκος πάει στ’ ορνίθι

Ο λύκος πάει στ’ ορνίθι:
έλα, του λέει, να γνωριστούμε,
έλα να γνωριστούμε,
ν’ αλληλοεκτιμηθούμε.
Και πίστεψε το κουτορνίθι
χοντρό του λύκου παραμύθι:
γι’ αυτό όλο πούπουλα είν’ ο αγρός.
Κινά η φωτιά, πάει στο λάδι:
έλα, του λέει, να γνωριστούμε,
έλα να γνωριστούμε,
ν’ αλληλοεκτιμηθούμε.
Πίστεψε τη φωτιά το λάδι
κι έγινεν ο συγκερασμός:
γι’ αυτό κοκκίνισ’ ο ουρανός.

Κινά, ο αφέντης, πάει στη δούλα:
έλα, της λέει, να γνωριστούμε,
έλα να γνωριστούμε,
ν’ αλληλοεκτιμηθούμε.
Τον πίστεψεν η καημενούλα
κι αυτός την έκανε αγαπούλα:
γι’ αυτό πέφτει ο κορσές στενός.

Μετάφραση από τα γερμανικά: Άγγελος Παρθένης

ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ [BERTOLT BRECHT (1898-1956)]: Το πλοίο

Ωκεανών νερά καθάρια διαπερνώντας
λύθηκα εγώ από βαρύτητα, σκοπό,
με καρχαρίες φεγγάρι κόκκινο ακλουθώντας.
Αφότου τα πανιά ξέφτισαν και σάπισαν
ξύλο και κάβοι, που σ’ αχτή όξω μ’ άφησαν,
βλέπω μακριά μου τον ορίζοντα θολό.

Κι όταν εκείνος ωχρίασ’, εμέ μ’ αφήσαν
οι μακρινοί ουρανοί σε τούτα τα νερά,
τότε βαθιά πως θα παρέλθω αυτά με πείσαν.
Αφότου, ανυπεράσπιστο, εγώ έχω μάθει
μέσα στων θαλασσών πως θα χαθώ τα βάθη,
στα ύδατ’ αφέθηκα χωρίς βαρυγκομιά.

Κι ήρθανε τα νερά κι έμπασαν τότες κάποια
μέσα μου ζώα πολλά, σε τοίχους ξενικούς
ζώο αδερφώθηκε με ζώο. Μια φορά
κατάπεσεν ο ουρανός μ’ οροφή σάπια
κι ήξερε το ‘να τ’ άλλο σε κάθε γωνιά
και μέσα μου είδα τους καρχαρίες καλούς.

Κι έπλεψαν φύκια μες στα τέσσερα φεγγάρια
στο ξύλο μου, και πρασίνισαν τα δοκάρια:
το πρόσωπό μου, κι αυτό άλλαξε ξανά.
Πράσινο κι αλγεινό, μέσα στα σωθικά μου
δίχως πολύ να υποφέρω, έπλεα αργά μου
με καρχαρίες, σελήνη, φάλαινες, φυτά.

Για γλάρους, φύκια ήμουν καταφυγή,
άφταιγο πάντα γιατί δεν τα είχα σώσει.
Όσο βυθίζομαι, βαραίνω και γιομίζω.
Στον κύκλο του όγδοου φεγγαριού νερό ποτίζω
πιο συχνά μέσα μου. Η όψη μου πιο χλωμή.
Πόσο παρακαλάω μια μέρα να τελειώσει.

Ξένοι ψαράδες μαρτύρησαν: να πλησιάζει
κάτι είδαν από μακριά, να ξεθωριάζει
μετά. Νησί; Σχεδία χαμένη στο νερό;
Πως κάτι σάλπαρε, σε γλάρων μέσα ασπρίλα,
φύκια όλο, και νερό, σελήνη, θανατίλα,
πελώριο και βουβό, προς τον χλωμό ουρανό.

Μετάφραση από τα γερμανικά: Άγγελος Παρθένης

Σχολιάστε

Filed under ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ