Monthly Archives: Μαΐου 2014

ΠΩΛ ΒΑΛΕΡΥ

ΠΩΛ ΒΑΛΕΡΥ [PAUL VALÉRY(1871-1945)]: Το φιλικό δάσος

Πλάι-πλάι, σκεφτόμαστε πράγματα αγνά,
μέσ’ στων δρόμων τα μάκρη μαζί περπατώντας,
απ’ τα χέρια κρατιόμαστε οι δυο μας σιωπώντας…
στ’ άνθη ανάμεσα τα σκοτεινά.

Σα μνηστήρες μονάχοι βαδίζαμεν ώρα,
μέσ’ στην πράσινη νύχτα των κάμπων, κι εκείνη
τη φασμαγορική μοιραζόμαστε οπώρα,
των τρελών φιλενάδα καλή, τη σελήνη.

Και κατόπιν στη χλόη πεθάναμε, μόνοι,
στο γλυκόν ίσκιο, μακριά, του δάσους αυτού
που σαν κάτι δικό μας ψιθυρίζει αυτού.

Και κει πάνω στο φως που ποτέ δεν τελειώνει,
ευρεθήκαμε κλαίγοντας, ξάφνου, ω καλέ μου,
της σιωπής σύντροφέ μου.

Μετάφραση: Μήτσος Παπανικολάου

ΠΩΛ ΒΑΛΕΡΥ [PAUL VALÉRY(1871-1945)]: Τα βήματα

Τα βήματά σου, τέκνα της σιωπής μου,
σαν από θεία χάρη αργά βαλμένα
προς το κρεβάτι της αγρύπνιας της δικής μου
άφωνα προχωρούν και παγωμένα.

Πρόσωπο αγνό, ίσκιε θείε, τι θαυμαστά
τα βήματά σου τα συγκρατημένα!
Θεοί, όλα τα δώρα που μαντεύω, αυτά
τα γυμνά πόδια φέρνουνε σε μένα!

Αν με τα χείλη σου που τα προτείνεις
προετοιμάζεις για να γαληνέψεις
τον κάτοικο της ιδικής μου σκέψης
με την τροφήν ενός φιλιού που δίνεις,

μη βιάζεις το έργο αυτό το τρυφερό,
γλύκα τού αν είσαι ή όχι εσύ κοντά μου,
γιατί έζησα για να σε καρτερώ
κ’ ήταν τα βήματά σου η καρδιά μου.

Μετάφραση: Μήτσος Παπανικολάου

ΠΩΛ ΒΑΛΕΡΥ [PAUL VALÉRY(1871-1945)]: Η Πυθία

Φλόγα η Πυθία απ’ τα ρουθούνια βγάζει
που απ’ το λιβάνι απόμειναν ξερά,
δαγκαμένη βαθιά, μ’ άπλανο μάτι
μουγκρίζουνε τα δόλια της πλευρά!
Χλωμή, με την ψυχή πόνο γιομάτη,
λαχανιασμένη, μεθυσμένη, ουρλιάζει!…
Στης φρίκης το σημείο το πιο τρανό,
η ολόσβηστη ματιά από τη θωριά της
αναπετιέται λαύρη ολόγυρά της
στη γούρνα, στην αντάρα, στον καπνό!

Στον τοίχο ο τρελός ίσκιος της προβάλλει,
που ένα τρανό δαιμόνιο κυβερνά,
στη μοσκοβολισμένη ανεμοζάλη
κολυμπιστό ένα φάντασμα γεννά,
που ο τρόμος του ο φριχτότατος το δώμα
τραντάζοντας συθέμελα, αν ακόμα
μέλλει η τρελή να χλιμιντρίσει αργά,
μαύρους μιμείται ενθουσιασμούς και βιάζει
τους θεούς, και στο μέλλον αναγκάζει
τους σπασμούς να τελειώσουνε γοργά!

Σφιχτοπλεχτά τα δάχτυλα, κι ως στάζει
κρύον ίδρωτα η μαρτύρισσα η φτωχιά,
στους τιναγμούς αναμεσίς φωνάζει
του τρίποδα που πνίγει τον μια οχιά:
– Καταραμένη!… Αχ! θύμα μαύρης μοίρας!
Η φύση μου είν’ εμέ καταποτήρας!
Μισανοιχτή στα πνεύματα, ο χαμός
του ίδιου μου μυστήριου μ’ ήβρε, αλλοί μου!
μοιχή μια σκέψη αδράχνει το κορμί μου
και του είναι παιδεμός και σπαραγμός!

Σκληρό κανίσκι! Ακάθαρτε Δεσπότη,
μια μάταιη πάψε γρήγορα γκαστριά,
θείε βρασμέ, να δείχνεις στην αγνότη
της ανερώτευτης κοιλιάς μου πια!
Κάμε η φριχτή σκηνή τέλος να πάρει!
Δες όλο το κορμί μου, αισχρό δοξάρι,
τεντώνω και θαρρείς θα συντριφτεί,
να ρίξει σαν το πιο άτιμό του βέλος
στα ουράνια την ψυχή μου αυτή που τέλος
δε δύνεταί μου ο κόρφος να κρατεί!

Στην ίδια μου αυτή θέση ποιος μιλεί μου;
Κι αντίλαλος ποιος λέει μου: ψέμα λες!
Ποιος με φωτάει;… Ποιος βλαστημάει; Κι αυτή μου
τη γλώσσα, ποιος στων λόγων τις θολές
άφρες που απ’ τα ξεσκλίδια τους χτυπιέται,
την κάνει να λογοκοπάει, να ρυέται
αφροβολώντας, σπώντας τα μαλλιά,
που άταχτα πλέκει και μασά κι ακόμα
δαγκάνεται πασκίζοντας το στόμα
να ξαναπάρει πίσω τη λαλιά;

Μόλις οπού ’χω ζήσει! άλλο μου κρίμα
δεν ξέρω, Θε’ μου, πάρεξ τούτο μό-
νο!… Μ’ αν εμένα παίρνοντας για θύμα
και σ’ ενός νικημένου το βωμό
κορμιού, τώρα ένα τέρας πας να σκύψεις,
σκότωσ’ το τέρας, κι όταν το συντρίψεις,
κοπεί ο λαιμός, η κάρα ας κρεμαστεί,
συρμένα τα μηνίγγια από τη χαίτη,
κι η ολώχρη αυτή καντήλα ας έκανέ τη
μαρμαρένια τη νύχτα να πιαστεί!

Τότε νεκρή κι αιώνια αυτή η σελήνη,
νυχτοπλάνα, ας ξαφνιάσει τις πλατιές
θάλασσες και το κύμα ας απομείνει
μ’ ασάλευτες για πάντα τις κορφές!
Ας μαρμαρώσουν οι άνθρωποι κι ας μένει
κάθε ψυχή βουβή και νεκρωμένη
κάθε καρδιά, κι η κρύα μου η ματιά,
σ’ ένα λαό απ’ τα λόγια τους ας φέρει
να γίνει ειδώλων σύξυλο έν’ ασκέρι
από βλακεία μουγκό και ξιπασσιά!

Ε! Τι!… Να γίνω οχιά που μαστιγώνει
το κορμί της των σύγκρυων ο δαρμός
και το ξαφνιάζει και του βαλαντώνει
το πλήθος των αρμών του ο παιδεμός!…
Μιαν άμυαλη να ξαναρχίσω πάλη!…
Γείρε λοιπόν τη σκέψη σου και πάλι
προς τη χαμένη, ω μνήμη, τη χαρά
να ξανασμίξεις τη μαγεία την άγια
που την ενέργειά της απ’ τα μάγια
αντλούσε τα δικά σου μια φορά!

Μορφή πανέμνοστή μου… Ακριβό σώμα,
δροσιά, της Αφροδίτης που ποτές
ποτές δεν της εδρόσισες το στόμα,
νύχτα μου ανέγγιχτη, απαλές κορφές,
κι αυτά τα ενός πηλού τ’ ανείπωτά σας
σ’ αισθαντικά νησιά σκορπίσματά σας,
ύλη γλυκιά της τύχης μου, ποιο εμείς
έχουμε ζήσει ταίριασμα ενωμένα
προτού το δώρο των αφρών εσένα
να κάμει αυτό το σώμα της θανής!

Ώμε μου, που σε χρυσοστολίζει
κάποια σκοταδερή πηγή, γυρτό
το μάγουλό μου επόθουν να σ’ αγγίζει
στην ίδια του τη γλύκα αναλυτό!…
Ή, σηκωμένη στα ρουθούνια μου ίσια,
στα μάκρη ολανοιχτή τα πελαγίσια,
βυζιά τα χέρια πλέρια καρπερά,
χέρια αμφορέα τα ωραία τα μπράτσα γύρου
τα βάθη η άβυσσό μου ήπιε του απείρου
που φέρνουν των ανέμων τα φτερά!

Αλλοίμονο! Καθεμιά λύρα, ω ρόδα,
ν’ αλλάζει ήχους μπορεί! Μια βραδινή
της θλιβερής μου παραζάλης το ‘δα
το αστροσημάδι ξάφνου να φανεί!
Άλλαξεν ο ναός κι ένα άντρο εγίνη,
και των ονείρων μπαίνει το μπουρίνι
στον ίδιον ουρανό που ήταν παλιά
όμορφος τόσο! Πρέπει να στενάζω,
ποιαν έκσταση να φτάσω ούτε λογιάζω
και να δέσω κουρέλι στα μαλλιά!

Απ’ τα μπλάβα σημάδια μ’ εγνωρίσαν
που στο φτωχό μου δέρμα φανερά
γινήκαν· με απαλά μ’ αποκοιμίσαν
μύρα κοπάδια ολόπυκνα σγουρά·
μες στα οχεντρένια τα στολίδια πλήθος
βαριά τ’ αθλιό μου αγκομαχώντας στήθος
για ζωντανό τ’ αγγίξαν φυλαχτό·
άλαλη απ’ τους ατμούς που μ’ εμεθύσαν,
με τα υποχθόνια δώρα, μ’ ετιμήσαν
μες στων νευμάτων το μουρμουρητό.

Στις μυσαρές τις τελετές τι τάχα
που να ‘χω κάμει με δικάζει, αγνή
κι άσπιλη ως είμαι; Θα ‘φτανε μονάχα
του γαϊδουριού μια κάρα σκοτεινή,
κυψέλη των θεών! ‘Τί δεν οφείλει
μια παρθένα ταμένη, ένα κοχύλι
σιντεφένιο και νέο, παρά σιωπή,
θυσία, και την ανάγκασην αντάμα,
την κρύφια εκείνη στέρηση απ’ το τάμα
της παρθενιάς που πρέπει να κρατεί!

Ω κοσμοπλάστρα Δύναμη, γεννήτρα
του ζωϊκού του μυστηρίου, γιατί
τα θαύματα του πόνου σαν σε μήτρα
να σπέρνεις μέσα στην παρθένα αυτή;
Τα δώρα σου είν’ αυτά που μου χαρίζεις;
Σαν σπάσουν οι χορδές ο ήχος νομίζεις
ομορφότερος πια πως θ’ αναβλεί;
Το πλήχτρο σου μού εχτύπα το κορμί μου,
μα σαν τον τάφο μόνο αντιλαλεί μου·
δύναμη δεν του αφήνεις πιο πολλή!

Σπλαχνική γίνου, τους χρησμούς παράτα!
Κι απ’ τα θαυμαστά χέρια σου, χαρές
χαδιών κάμε τα θαύματα και κράτα
τις υπεράνθρωπές σου προσφορές!
Τα αδύναμά μας μάταια τα κοτσάνια
ταράζουνε τινάγματα τιτάνια
της λαμπρότης σου! Λάμπει το νερό
πιο διάφανο μες στη γλυκιά γαλήνη
παρά το κάθε ξέφρενο μπουρίνι
που μοιάζει μ’ ένα βάθος θολερό!

Μα η φοβερή αστραπή που ξεπερνά μας
και μας μαντεύει και που είναι σαμπώς
τα καθαρά και τα σκληρά όνειρά μας,
ω ναι, δεν είναι αυτή το θείο το φως!
Ξεσπά!… Κι έρχεται πια να μας φωτίσει!…
Όχι!… Σε μιαν απέραντη στη χτίση
πληγή ανοιγμένη, λάμπει η παντερμιά
όπου η σπαραχτική σχισμή και μόνη
καθάριες ερημιές μας εντυπώνει
μ’ αρχιτεκτονική χλωμή καμιά!

Παγκόσμια χέρια, στην ανεμοζάλη
που δέρνει μου το μέτωπο, αστραπές
μην του ζητάτε υπέροχες να βγάλει!
Ίδιες της τύχης πάντα οι μαργιολιές!
Το χτες με τ’ αύριο αδερφοσύνη ενώνει
κι απ’ τις αντίθετες μορφές τους μόνη
μια κεφαλή χλωμιάζει αφού καμιά
δεν αγναντεύει όθε κοιτάζει οντότη
παρά μιας απουσίας την αγριότη
νησιών πιο ωραίων κι από τη λησμονιά.

Μάρτυρες σκοτεινοί των τόσων φώτων
μην ψάχνετε, ω σεις μάτια… Κλάφτε πιά!…
Ω θρήνοι που το ανάβρυσμα των πρώτων
πηγών σας μες στα ουράνια είναι βαθιά!…
Πικρότερη λαχτάρα δεν εστάθη!…
Μ’ από των σκοταδιών πρέπει τα βάθη
το τρανότερο μάτι να θρεφτεί!…
Σωριασμένο, τα μάκρη που απελπίζουν,
το γένος μας κρατώντας, μας χαρίζουν
τον καιρό να πεθαίνουμε οι θνητοί!

Άκουσε αυτά, ω ψυχή μου, τα ποτάμια!
Ποιες είναι εδώ σπηλιές; Να ‘ναι βουητό
του αιμάτου μου;… Μην άγριο σαν τη λάμια
νέο το κύμα αρχίζει μουγκητό;
Σημαίνει η αυγή των μυστικών μου εμένα!
Βουερά μηνίγγια, σήμαντρα θλιμμένα,
τι προμηνάτε για τα που θα ‘ρθούν!
Χτυπήστε, μες στο βράχο μου χτυπήστε·
την κοντινότερη ώρα καταλύστε…
Οι δυο μου φύσεις πάνε να ενωθούν!

Ω πως τρομαχτικά σκαρφαλωμένη
σε φρικαλέα σκαλώματα, αλγεινή,
στο δέντρο της ζωής μου ν’ ανεβαίνει
νοιώθω κάτου απ’ τις φτέρνες μου η θανή!
Στη ριγηλή γραμμή μου σαν κοντύλι,
χαράζει ογρό της γνεύτρας το δαχτύλι
μια θέληση αδυσώπητη, δεινή!
Και με λυγμούς η κρίση αναρριχιέται
στο σβέρκο φτάνοντάς μου όπου χαλιέται
μες στο κορύφωμά της μια ηδονή!

Αχ! κάμε οι ζωντανές πύλες ρημάδι
να γίνουν! και τις σφράγισες αυτές
τις μάταιες σπάσε, ολόπυκνο κοπάδι
τρόμων, γιομάτο από σπιθοβολές!
Πρόβαλε απ’ όπου τ’ άφραστο το πλήθος
των σκοταδιών μου σ’ έθρεφε στο βύθος
των πένθιμων των στάβλων! Κι ω πυκνό
κι αγκαθερό κι ονειροχορτασμένο
νεφούσι, πήδηξε, έλα, σε προσμένω
στων χρυσαφιών, ω Δέρας, τον καπνό!

Κι η μάντισσα όλο πιο τυραγνισμένη,
παραλογά με βόγκους και στριγγλιές
όντας απ’ του αναμμένου ερεθισμένη
του χρυσαφιού τις βαριαναθυμιές.
Μα τέλος ο ουρανός εφανερώθη!
στο μέλλον τώρα αποτολμιέται, εδόθη
του ολόχαρου ποντίφηκα το αυτί:
μια απαντοχή θεϊκή το απαλογέρνει
γιατί μια καθαρή και νέα πια σέρνει
το σώμα αυτό το ακάθαρτο φωνή:

Θείε του ανθρώπου ΛΟΓΕ, καύχημά του,
προφητική ομιλία και πλουμιστή,
πανώριες αλυσίδες του αθανάτου
Θεού που ’χει στη σάρκα βυθιστεί,
φώτιση, ανοιχτοσύνη! να μιλάει
δες τώρα μια Σοφία και ν’ αντηχάει
τούτη η Φωνή η λαμπρόηχη και τρανή
που αντιλαλώντας πια δε φανερώνει
άλλη μέσα στην πλάση παρά μόνη
των δασών και κυμάτων τη φωνή!

Μετάφραση: Κώστας Ταμβάκης

ΠΩΛ ΒΑΛΕΡΥ [PAUL VALÉRY(1871-1945)]: Στο μαγεμένο δάσος

Στο θρό και στον τρεχάμενον ίσκιον κοιμάται μέσα,
κι όταν πουλιά χαμένα της μασούν τα δαχτυλίδια,
λόγον κοράλι, σκοτεινόν, τότε ανασαίνει αιφνίδια,
μες στο παλάτι, ένα παλάτι ρόδο, η πριγκιπέσσα.

Μηδέ που ακούει τις στάλες, μες στο πέσιμό τους, πέρα
το ηχερό πλούτος του άφαντου καιρού όλο να κενώνουν·
μηδέ που ακούει, απ’ το άστατο δάσος, οι αυλοί να λιώνουν
τ’ αγέρι, που τρυπά ο σερτός αγερμός απ’ το κέρας.

Μες στους ηχούς του το εωθινόν ο ύπνος ξανά να παίρνει
άφες, ω η όλο πιότερο, και συ, όμοια η κληματίδα
που τα θαμμένα μάτια σου τα κρούει, κι ανεμοσέρνει!

Τόσο στο μάγουλό σου πλάι το ρόδο έχει απαυδήσει!
Το χάρμα τούτο της πτυχής ποιος μελετά να λύσει
μυστικά ενόσω γεύεται την πεσούμενη αχτίδα!

Μετάφραση: Τέλλος Άγρας

ΠΩΛ ΒΑΛΕΡΥ [PAUL VALÉRY (1871-1945)]: Εσωτερικό

Μια σκλάβα με μεγάλα μάτια, νωθρή αλυσίδα φορτωμένα,
φρεσκάρει τ’ άνθη μου, βουλιάζει σε κάτοπτρα σιμοτινά.
Στο μυστηριακό κρεβάτι τ’ αγνά της δάχτυλα ασωτεύει.
Μέσα στην κάμαρά μου φέρνει μιας γυναικός την παρουσία
που απ’ την ονειροπόλησή μου, περιπλανώμενη, σεμνά
περνάει, χωρίς του βλέμματός μου να διασπά την απουσία,
όπως ένα κομμάτι κρύσταλλο από το ηλιόφωτο περνά
και μεριμνά για του αγνού λόγου την προετοιμασία.

Μετάφραση: Γιώργος Γεραλής

ΠΩΛ ΒΑΛΕΡΥ [PAUL VALÉRY (1871-1945)]: Ο νεαρός ιερέας

Σε κήπον μοναστηρικό, κάτω απ’ τα κυπαρίσσια,
με μάτια αργά κι εκστατικά νέος κληρικός βαδίζει.
Κουράστη απ’ τους λειτουργικούς ψαλμούς, τις ερμηνείες,
και την γλαυκή της Κυριακής γαλήνη απολαμβάνει.

Ο αέρας γέμει από ευωδιές και σήμαντρα που ηχούνε!
Πλην στην καρδιά του ανακαλεί ο νέος του σεμινάριου,
τον βόμβο των λατινικών της χορωδίας ξεχνώντας,
ένα πολεμικό όνειρο, με άρματα που φρικιούνε…

Και, υψώνοντας τα χέρια του, πλασμένα γι’ αρτοφόριο,
ρομφαία βαριάν εγύρεψε, γιατί, του εφάνηκε, είδε
χρυσίζον το αίμα να κυλά, στη δύση, των Αγγέλων!

Εκεί να πάει, στον πράσινον ουρανό κολυμπώντας,
με Σεραφείμ φλογοθωράκωτα να πολεμήσει
την Κόλαση, με μια ρομφαία, κάτω απ’ τους ήχους κόρνου.

Μετάφραση: Άρης Δικταίος

ΠΩΛ ΒΑΛΕΡΥ [PAUL VALÉRY (1871-1945)]: Το θαλασσινό κοιμητήρι

‘‘Μη, φίλα ψυχά, βίον αθάνατον σπεύδε,
τάν δ’ έμπρακτον άντλει μαχανάν’’. Πίνδαρος

Η ήρεμη στέγη, όπου βαδίζουν περιστέρια,
πάλλεται ανάμεσα στα πεύκα και στους τάφους·
με φωτιές εκεί η δίκαιη Μεσημβρία συνθέτει
την θάλασσα, την θάλασσα, απ’ την αρχή πάντα!
Ω ανταμοιβή μετά απ’ τον στοχασμόν, όσο ένα
βλέμμα μακρύ στων θεών απάνω τη γαλήνη!

Ποιο, από αστραπές λεπτές, αγνό έργον αναλίσκει
αφρού ανεπαίσθητου τόσα πολλά διαμάντια,
και τι γαλήνη μοιάζει εδώ να εγκυμονείται!
Όταν πάνω στην άβυσσο ηρεμεί ένας ήλιος,
καθάρια εργόχειρα μιας αιώνιας συμφωνίας,
μαρμαίρει ο Χρόνος κι είναι τ’ Όνειρο επιστήμη.

Στέρεο ταμείον, λιτός ναός στην Αθηνά,
όγκος γαλήνης, θέασης άφθονη προμήθεια,
νερό αυστηρό, Μάτι που μέσα σου φυλάττεις,
κάτω από πέπλο φλόγινο, τόσον πολύ ύπνον,
ω σιωπή μου! Οικοδόμημα στην ψυχή μέσα,
χρυσή χιλιοκεράμιδη στέγη όμως, Στέγη!

Του χρόνου ναέ, συνοψισμένε σ’ έναν στόνο,
στο αγνό ύφος ανεβαίνω αυτό και συνηθίζω,
απ’ το θαλάσσιο βλέμμα μου τριγυρισμένος·
και σαν μεγίστη προσφορά μου προς τους Θεούς
το σπινθηροβόλημα σπείρει το γαλήνιο
μιαν απεριόριστη έπαρσην απάνω στο ύψος.

Όπως μέσα σ’ απόλαυσην ο καρπός λυώνει,
όπως την απουσία του μ’ ηδονήν αλλάζει
μες σ’ ένα στόμα όπου το σχήμα του πεθαίνει,
έτσι γεύομαι εδώ τον μέλλοντα καπνό μου,
κι ο ουρανός στην ψυχή που αναλίσκεται μέλπει
για τις βρυχώμενες ακτές που ολοένα αλλάζουν.

Ωραίε ουρανέ, αληθή ουρανέ, δες με που αλλάζω!
Μετά από τόσην έπαρση, μετά από τόσην
αλλόκοτη, μα δύναμη γεμάτην, οκνηρία,
αφήνομαι στο διάστημα αυτό το μαρμαίρον,
πάνω απ’ τα σπίτια των νεκρών διαβαίνει η σκιά μου
που με την εύθραυστή της κίνηση μ’ οικειώνει.

Με ψυχή στους πυρσούς του ηλιοστάσιου εκθεμένη,
σ’ υπερασπίζομαι, θαυμάσια δικαιοσύνη
του φωτός, που ανοικτίρμονα είναι τ’ άρματά σου!
Στην πρώτη σου τη θέση αγνή σ’ επαναφέρω:
κοιτάξου!…Αλλά το φως να επαναφερθεί πίσω
σημαίνει ένα μισό σκοτεινιασμένο από ίσκιο.

Ω για μέ μόνο, σ’ εμέ μόνο, εμέ τον ίδιο,
κοντά σε μια καρδιά, το ποίημα όπου πηγάζει,
μεταξύ του κενού και του αγνού γεγονότος,
την ηχώ ακούω του εσώτερού μου μεγαλείου,
δεξαμενή πικρή, ηχηρή και ζοφερή,
που ηχεί ένα, στην ψυχή, μελλούμενο πάντα, άδειο!

Ξέρεις, ψεύτικη αιχμάλωτη των φυλλωμάτων,
κόλπε που τα ισχνά κάγκελα αυτά τρως, τα μάτια
όταν σφαλώ, τυφλά απ’ τα μυστικά που βλέπουν,
ποιο σώμα στ’ οκνό τέλος του με παρασύρει,
ποιο μέτωπο σ’ αυτήν τη γη απ’ οστά το σύρει;
Μια σπίθα τους απόντες μου σκέφτεται εντός του.

Κλειστός, ιερός κι από μιαν άυλη φωτιάν όλος,
ένα γήινο κομμάτι στο φως προσφερμένο,
αγαπώ αυτόν τον τόπο, όπου δεσπόζουν λύχνοι,
πέτρας, χρυσού και σύσκιων δέντρων σύνθεση, όπου
πάνω σε πλήθος σκιές, μαρμάρου πλήθος τρέμει·
στους τάφους μου πλάι η θάλασσα πιστή κοιμάται!

Λάμπουσα σκύλλα, διώξε τον ειδωλολάτρη!
Όταν, μονήρης, με χαμόγελο ποιμένος,
αρνιά βοσκίζω μυστηριώδη επί πολλή ώρα,
των ήρεμών μου τάφων το λευκό κοπάδι,
τα φρόνιμα από κει να διώχνεις περιστέρια,
τους περίεργους αγγέλους, τα όνειρα τα μάταια.

Αν έρθει εδώ, το μέλλον άνεργο θα μείνει.
Την ξηρασία το ξεκομμένο έντομο ξύνει·
όλα καήκαν, διαλύθηκαν κι ανεμοπήγαν
μήτε ξέρω κι εγώ σε ποια αυστηρήν ουσία…
Η ζωή φαρδαίνει από της απουσίας τη μέθη,
κι είναι η πικρία γλυκιά, το πνεύμα είναι καθάριο.

Οι κρυμμένοι νεκροί, καλά ’ναι στη γη τούτη,
τους ζεσταίνει και το μυστήριο τους ξεραίνει.
Ψηλά και δίχως κίνηση το Μεσημέρι!
Σκέφτεται ενδόμυχα κι αυτοσυνεννογιέται…
Πλήρες κεφάλι, εντελές διάδημα που φέρεις,
η μυστική μεταλλαγή μέσα σου εγώ ’μαι.

Τους φόβους για να συγκρατείς εμέ ’χεις μόνο!
Οι αμφιβολίες μου, οι μεταμέλειές μου κι οι πιέσεις
το ελάττωμα είναι του μεγάλου διαμαντιού σου…
Μα στην κατάφορτη, απ’ τα μάρμαρά τους, νύχτα,
ένας αόριστος λαός στις ρίζες των δέντρων
κιόλας αγάλι-αγάλι εστράφη προς εσένα.

Έχουνε διαλυθεί σε μια πυκνή απουσία,
το κοκκινόχωμα το λευκόν είδος ήπιε,
μες στα λουλούδια πέρασε της ζωής το δώρο!
Τι εγίναν των νεκρών οι γνώριμες οι φράσεις,
οι ασύγκριτες ψυχές, η προσωπική τέχνη;
Εκεί που δάκρυα πλάθονταν, η νύμφη κλώθει.

Τα τσιριχτά των κοριτσιών, σα γαργαλούνται,
τα βλέφαρα τα υγρά, τα μάτια και τα δόντια,
το στήθος τ’ όμορφο, με τη φωτιά που παίζει,
το αίμα στα προσφερόμενα χείλη που λάμπει,
τα ύστερα δώρα, δάχτυλα που τα φυλάνε,
στη γη όλα πάνε κι επιστρέφουν στο παιγνίδι!

Κι εσύ, ψυχή μεγάλη, σ’ όνειρον ελπίζεις,
που τις απατηλές χροιές τούτες, που, σε μάτια
σάρκινα, έχουν χρυσός και κύμα, πια θα ’χει;
Θα τραγουδάς κι όταν ατμός θα ’χεις πια γίνει;
Αχ, όλα παν! Είναι πορώδης η ύπαρξή μου,
κι η άγια μου ανυπομονησία, κι αυτή πεθαίνει!

Κάτισχνη αθανασία κι επίχρυση και μαύρη,
φριχτά δαφνοστεφάνωτη παρηγορήτρα,
που στέρνο μητρικό τον θάνατο εμφανίζεις,
τον δόλο ευλαβικό και την απάτη ωραία!
Ποιος δεν τα ξέρει τάχα και ποιος δεν τ’ αρνιέται,
το άδειο τούτο κρανίο κι αυτό το αιώνιο γέλιο!

Βαθιοί πατέρες, ακατοίκητα κεφάλια,
που κάτω απ’ των φτυαρισματιών το τόσο βάρος
η γη είστε και μπερδεύετε τα βήματά μας,
ο αληθής σάραξ, το αναπάρνητο σκουλήκι,
για σας, κάτω απ’ την πλάκα που κοιμόσαστε, όχι
δεν είναι, από ζωή ζει, και δε μ’ εγκαταλείπει!

Αγάπη μήπως, είτε μίσος του εαυτού μου;
Το μυστικό του δόντι τόσο είναι κοντά μου
που όλα τα ονόματα μπορούν να του ταιριάζουν!
Αδιάφορο! Θωρεί, ρεμβάζει, θέλει, αγγίζει!
Τη σάρκα μου αγαπά κι ως στη στρωμνή μου απάνω,
ζω στον ζωντανό τούτον για ν’ ανήκω μόνο!

Ω Ζήνων! Σκληρέ Ζήνων! Ζήνωνα Ελεάτη!
Μ’ έχεις μ’ αυτό το φτερωτό βέλος τρυπήσει
που δονείται, πετά, και δεν πετά καθόλου!
Ο ήχος του με γεννά και το ίδιο με σκοτώνει!
Ο ήλιος!…Τι σκιά χελώνης για την ψυχήν, ο ήλιος,
ακίνητε Αχιλλέα με το μεγάλο βήμα!

Όχι, όχι!… Ορθός! Μες στον αδιάκοπον αιώνα!
Σύντριψε αυτήν τη σκεφτική μορφή, κορμί μου!
Ρούφηξε, στέρνο μου, την γέννηση του ανέμου!
Μια δροσιά από τη θάλασσαν αναδοσμένη,
μου ξαναδίδει την ψυχήν… Ω δύναμη άρμης!
Για ν’ αναβρύσω ζωντανός, στο κύμα ας τρέξω!

Ναι! Προικισμένε με μανίες μεγάλε πόντε,
δέρμα του πάνθηρα και διάτρητη χλαμύδα
με χίλιες κι άλλες χίλιες του ήλιου εξεικονίσεις,
έξαλλη απ’ τη γλαυκή σου σάρκα, απόλυτη ύδρα,
που η μαρμαίρουσα ουρά σου σε ξαναδαγκώνει,
μες σε μια ταραχή που με τη σιωπή μοιάζει,

σηκώθηκε ο άνεμος!… Τη ζωήν ας δοκιμάσω!
Το άπειρο αγέρι το βιβλίο μου ανοιγοκλείνει,
τολμά το κύμα κονιορτός από τα βράχια
ν’ αναβρύζει! Πετάξετε, έκθαμβες σελίδες!
Κύματα, μ’ εύθυμα νερά αυτήν τη γαλήνια
στέγη, όπου φλόκοι τρώγανε, συντρίψετέ την!

Μετάφραση Άρης Δικταίος

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΠΩΛ ΒΑΛΕΡΥ

ΟΣΙΠ ΜΑΝΤΕΛΣΤΑΜ

ΟΣΙΠ ΕΜΙΛΙΕΒΙΤΣ ΜΑΝΤΕΛΣΤΑΜ [ОСИП ЭМИЛЬЕВИЧ МАНДЕЛЬШТАМ (1891-1939)]: Στη γερμανική γλώσσα

Καταστρέφοντας τον εαυτό μου, αναιρώντας τον,
μες σε διαρκείς αντιφάσεις, καθώς οι πεταλούδες
στο φως της λάμπας, θέλω πια να φύγω
από τη γλώσσα μου τη ρωσική – όσα κι αν της χρωστάω.

Δίχως υποκρισία ας είναι ο έπαινός μας,
και άδολη φιλία ας διώχνει η κολακεία.
Αλλά ας μάθουμε πρώτα τη σοβαρότητα και την τιμή
από μιαν άλλη οικογένεια της Δύσης.

Η ποίηση μπορεί και θύελλες να οργανώνει.
Θυμάμαι κείνο τον αξιωματικό το Γερμανό,
με το σπαθί του στεφανωμένο από τριαντάφυλλα,
και με το όνομα της Δήμητρας στα χείλη.

Τα σοφά κεφάλια της Φραγκφούρτης δεν είχαν ακόμα
σαλέψει, μήτε ο Γκαίτε πει το δικό του λόγο,
όταν οι ύμνοι σου γραφτήκανε, και, σαν άλογα,
χορεύανε τα γοτθικά σου γράμματα, σαν σημειωτόν.

Πέστε μου, φίλοι εσείς, σε ποια Βαλχάλλα
σπάζαμε, εσείς και γω, μαζί καρύδια,
ποιες λευτεριές ήταν δικές μας, κι ακόμα,
αν σεις δε βάζατε τους σταδιοδείκτες σας στο δρόμο μου;

Από τις ίδιες του Αλμανάχ σας τις σελίδες,
από τη νεόκοπη γερμανική τυπογραφία,
τρέξατε θαραλλέα μέχρι τον τάφο σας
καθώς, για μια κούπα κρασί Μοζέλλα, χώνεται κανείς στο υπόγειο.

Τούτη η ξένη γλώσσα, είναι για μένα μια αόρατη
μεμβράνη, και πολύ προτού να γεννηθώ,
ήμουν ένα γράμμα του αλφαβήτου της, ένα τσαμπί
από στίχους, ένα βιβλίο που, πριν το γράψεις, το ονειρεύτηκες.

Κι όταν ακόμα κοιμισμένος ήμουν, άμορφος,
με ξύπνησε με βιάση η φιλία, σαν μια ριπή.
Αχ, Νάχτιγκαλ, αηδόνι εσύ, δώσ’ μου τη μοίρα,
του Πυλάδη, ή τη γλώσσα μου ξερίζωσε: δεν τη θέλω.

Αηδόνι μου Θεέ, να που μ’ έχουν επιστρατέψει
για να βοηθήσω τα θανατικά τους και τα εφτάχρονα σφαγεία.
Κι ο ήχος πατικώνεται: οι λέξεις επαναστατούν, σφυρίζουν.
Όμως εσύ μένεις ζωντανή, κι εγώ δίπλα σου αναπαυμένος.

Μετάφραση: Θ. Δ. Φραγκόπουλος

ΟΣΙΠ ΕΜΙΛΙΕΒΙΤΣ ΜΑΝΤΕΛΣΤΑΜ [ОСИП ЭМИЛЬЕВИЧ МАНДЕЛЬШТАМ (1891-1939)]: [Τις ιστορίες δεν άκουσα ποτέ του Οσσιανού…]

Τις ιστορίες δεν άκουσα ποτέ του Οσσιανού,
τα χείλη μου δεν άγγιξαν κρασί παλιό.
Τούτ’ η πεδιάδα, πώς μου ’ρχεται στο νου
και της Σκωτίας το φεγγάρι σαν αίμα πορφυρό;

Ένα κοράκι με μιαν άρπα ταίρι
αχολογιούνται στην ύπουλη σιγή.
Των ιπποτών διαβαίνει έν’ ασκέρι,
τα μαντίλια λάμνουν στην απολαμπή.

Το ξέρω· ονείρατ’ άλλων ποιητών
ελάβαμε εξαίσια κληρονομιά μας,
τους βαρετούς μας γείτονες και σόγια συγγενών
εν γνώσει μας τους καταφρόνεσε η καρδιά μας.

Κι όχι ένας μόνος θησαυρός τους εγγονούς
παραμερίζοντας τα δισεγγόνια πάει να βρει.
Και πάλι ο σκάλδος τους στίχους τους παλιούς
τους ξαναπλάθει και σα δικούς του θα τους πει.

1914

Μετάφραση: Μήτσος Αλεξανδρόπουλος

ΟΣΙΠ ΕΜΙΛΙΕΒΙΤΣ ΜΑΝΤΕΛΣΤΑΜ [ОСИП ЭМИЛЬЕВИЧ МАНДЕЛЬШТАМ (1891-1939)]: Οδός Μαντελστάμ (1935)

– Ποια είν’ αυτή η οδός;
– Η Μαντελστάμ.
– Τι όνομα ανάποδο κι αυτό,
απ’ όπου να το πιάσεις
δεν είναι ίσιο, μα στραβό.

– Ίσιο δεν είχε τίποτα απάνω του,
ένα στραβάδι ήταν και στον χαρακτήρα.
Για τούτο και στο δρόμο δω
– τι δρόμος; Ένας λάκκος, αντάμ παπαντάμ –
εδώσανε το όνομα αυτού του Μαντελστάμ.

1935

Μετάφραση: Μήτσος Αλεξανδρόπουλος

ΟΣΙΠ ΕΜΙΛΙΕΒΙΤΣ ΜΑΝΤΕΛΣΤΑΜ [ОСИП ЭМИЛЬЕВИЧ МАНДЕЛЬШТАМ (1891-1939)]: Το ποίημα για τον Στάλιν

Ζούμε χωρίς στη χώρα μας να ζούμε
ανάκουστο κι από κοντά ό,τι πούμε,
κι αν πούμε, τα μισά τα λόγια κλίνουν
εις δόξαν του αγροίκου του Κρεμλίνου·
που ’χει χοντρά τα δάχτυλα σκουλήκια,
λόγια για καταδίκες μόνον δίκια,
κατσαριδίσια μάτια που γελούνε,
μπότες που λάμπουν σαν ποδοπατούνε.

Και γύρω του ετοιμόρροποι αρχηγίσκοι
ανθρωποϋποζύγια να τη βρίσκει,
να νιαουρίζει άλλος να σφυράει
κι Ατός του να διατάζει ως να μιλάει.
Σαν πέταλα τις εντολές του να ’χει
σε μάτι αν σε πετύχει ή σε στομάχι·
κάθε εκτέλεση γι’ αυτόν γιορτή,
του Οσέτου λεβεντόβλαχου η ορμή.

Μετάφραση: Ευγενία Κριτσέφτσκαγια – Γιάννης Πατίλης

Σχολιάστε

Filed under ΟΣΙΠ ΜΑΝΤΕΛΣΤΑΜ

ΤΖΩΝ ΛΕΝΝΟΝ – ΠΩΛ ΜΑΚ ΚΑΡΤΝΕΫ

ΤΖΩΝ ΛΕΝΝΟΝ – ΠΩΛ ΜΑΚ ΚΑΡΤΝΕΥ [JOHN LENNON (1940-1980) – PAUL MCCARTNEY (1942)]: Nowhere Man

Στ’ αλήθεια είναι ένας άνθρωπος του πουθενά·
κάθεται στην ανύπαρκτή του χώρα
και κάνει σχέδια που δεν αφορούν κανέναν.

Δεν έχει άποψη καμιά,
δεν ξέρει που πηγαίνει, που πατά,
δεν μοιάζει λίγο με σένα κι εμένα, τελικά;

Σε παρακαλώ, άκουσε άνθρωπε του πουθενά,
δεν ξέρεις τι χάνεις, άνθρωπε του πουθενά,
ο κόσμος είναι στις προσταγές σου.

Είναι τυφλός όσο δεν παίρνει άλλο,
βλέπει μόνο αυτά που θέλει να δει,
άνθρωπε του πουθενά, νοιώθεις καθόλου τι σου λέω;

Άνθρωπε του πουθενά, μην στενοχωριέσαι,
πήγαινε με το πάσο σου, μην βιάζεσαι,
παράτα τα όλα μέχρι να ’ρθει κάποιος να σε βοηθήσει.

Δεν έχει άποψη καμιά,
δεν ξέρει που πηγαίνει, που πατά,
δεν μοιάζει λίγο με σένα κι εμένα, τελικά;

Σε παρακαλώ, άκουσε άνθρωπε του πουθενά,
δεν ξέρεις τι χάνεις, άνθρωπε του πουθενά,
ο κόσμος είναι στις προσταγές σου.

Στ’ αλήθεια είναι ένας άνθρωπος του πουθενά·
κάθεται στην ανύπαρκτή του χώρα
και κάνει σχέδια που δεν αφορούν κανέναν,
και κάνει σχέδια που δεν αφορούν κανέναν,
και κάνει σχέδια που δεν αφορούν κανέναν.

Μετάφραση: Γιώργος Ζούκας

Εδώ, μπορείτε να ακούσετε το τραγούδι.

ΤΖΩΝ ΛΕΝΝΟΝ – ΠΩΛ ΜΑΚ ΚΑΡΝΤΝΕΥ [JOHN LENNON (1940-1980) – PAUL MCCARTNEY (1942)]: Έληνορ Ρίγκμπυ

Για δες όλους αυτούς τους μοναχικούς ανθρώπους!
Για δες όλους αυτούς τους μοναχικούς ανθρώπους!

Η Έληνορ Ρίγκμπυ
μαζεύει το ρύζι από ’να γάμο
που ’γινε στην εκκλησία·
ζει σ’ ένα όνειρο.
Περιμένει στο παράθυρο
φορώντας τη φάτσα που φυλάει
πλάι στην πόρτα σε μια γιάλα.
Για ποιον άραγε;

Όλοι αυτοί οι μοναχικοί άνθρωποι,
από πού έρχονται;
Όλοι αυτοί οι μοναχικοί άνθρωποι,
πού ανήκουν;

Ο πάτερ Μακ Κένζι
γράφει τα λόγια ενός κηρύγματος
που κανείς δεν θ’ ακούσει·
κανείς δεν πλησιάζει.
Κοίτα τον που δουλεύει,
μαντάροντας τις κάλτσες του τη νύχτα,
όταν κανένας δεν είναι ’κεί.
Γιατί ανησυχεί;

Όλοι αυτοί οι μοναχικοί άνθρωποι,
από πού έρχονται;
Όλοι αυτοί οι μοναχικοί άνθρωποι,
πού ανήκουν;

Για δες όλους αυτούς τους μοναχικούς ανθρώπους!
Για δες όλους αυτούς τους μοναχικούς ανθρώπους!

Η Έληνορ Ρίγκμπυ
πέθανε στην εκκλησία και θάφτηκε
μαζί με το όνομά της·
δεν ήρθε κανείς.
Ο πάτερ ΜακΚένζι
καθαρίζει τα χέρια του απ’ τις λάσπες,
καθώς απομακρύνεται από τον τάφο.
Δεν σώθηκε κανείς.

Όλοι αυτοί οι μοναχικοί άνθρωποι,
από πού έρχονται;
Όλοι αυτοί οι μοναχικοί άνθρωποι,
πού ανήκουν;

Για δες όλους αυτούς τους μοναχικούς ανθρώπους!
Για δες όλους αυτούς τους μοναχικούς ανθρώπους!

Μετάφραση: Κώστας Αρβανίτης

Εδώ, μπορείτε να ακούσετε το τραγούδι.

ΤΖΩΝ ΛΕΝΝΟΝ – ΠΩΛ ΜΑΚ ΚΑΡΤΝΕΫ [JOHN LENNON (1940-1980) – PAUL MCCARTNEY (1942)]: She Said She Said

Εκείνη είπε: ‘‘Ξέρω πως είναι να ’σαι πεθαμένος,
ξέρω πως είναι να ’σαι λυπημένος’’,
και με κάνει να νοιώθω σαν να μην έχω ποτέ γεννηθεί.

Είπα: ‘‘Τι είν’ όλα αυτά που έχεις στα μαλλιά σου,
πράγματα που με κάνουν έξω φρενών,
και με κάνεις να νοιώθω σαν να μην έχω ποτέ γεννηθεί’’.

Εκείνη είπε: ‘‘Δεν κατάλαβες τι εννοούσα’’,
Είπα: ‘‘Όχι, όχι, όχι, κάνεις λάθος, όταν ήμουν παιδί,
όλα ήταν μια χαρά, όλα ήταν μια χαρά’’.

Κι είπα μετά: ‘‘Κι αν ακόμα πιστεύεις πως ξέρεις,
εγώ ξέρω πως είμαι έτοιμος να φύγω,
γιατί με κάνεις να νοιώθω σαν να μην έχω ποτέ γεννηθεί’’.

Εκείνη είπε: ‘‘Δεν κατάλαβες τι εννοούσα’’,
Είπα: ‘‘Όχι, όχι, όχι, κάνεις λάθος, όταν ήμουν παιδί,
όλα ήταν μια χαρά, όλα ήταν μια χαρά’’.

Κι είπα μετά: ‘‘Κι αν ακόμα πιστεύεις πως ξέρεις,
εγώ ξέρω πως είμαι έτοιμος να φύγω,
γιατί με κάνεις να νοιώθω σαν να μην έχω ποτέ γεννηθεί’’.

Εκείνη είπε: ‘‘Ξέρω τι είναι να ’σαι πεθαμένος,
ξέρω πως είναι να ’σαι λυπημένος’’.

Μετάφραση: Γιώργος Ζούκας

Εδώ, μπορείτε να ακούσετε το τραγούδι:

ΤΖΩΝ ΛΕΝΝΟΝ – ΠΩΛ ΜΑΚ ΚΑΡΤΝΕΫ [JOHN LENNON (1940-1980) – PAUL MCCARTNEY (1942)]: Το αύριο ποτέ δεν ξέρει

Σβήσε το μυαλό σου, χαλάρωσε και ακολούθησε το ρεύμα·
δεν είναι θάνατος, δεν είναι θάνατος.
Διώξε κάθε σκέψη, παραδώσου στο κενό·
είναι λάμψη, είναι λάμψη.
Για να μπορέσεις να δεις το νόημα του εσωτερικού,
είναι ύπαρξη, είναι ύπαρξη.

Η αγάπη είναι το παν κι η αγάπη είν’ ο καθένας·
είναι γνώση, είναι γνώση.
Όταν η άγνοια και η βιασύνη θρηνούν τους νεκρούς·
είναι πίστη, είναι πίστη.
Μα άκου προσεκτικά το χρώμα των ονείρων σου,
δεν είναι φυγή, δεν είναι φυγή.
Ή παίξε το παιχνίδι της ύπαρξης μέχρι το τέλος
της αρχής, της αρχής,
της αρχής, της αρχής.

Μετάφραση: Κώστας Αρβανίτης

Εδώ, μπορείτε να ακούσετε το τραγούδι:

ΤΖΩΝ ΛΕΝΝΟΝ – ΠΩΛ ΜΑΚ ΚΑΡΤΝΕΫ [JOHN LENNON (1940-1980) – PAUL MCCARTNEY (1942)]: Η Λούσυ στον ουρανό με τα διαμάντια

Φαντάσου τον εαυτό σου σε μια βάρκα στο ποτάμι,
με μανταρινιές και ουρανούς από μαρμελάδα.
Κάποιος σε φωνάζει, απαντάς πολύ αργά,
ένα κορίτσι με καλειδοσκοπικά μάτια.

Λουλούδια από σελλοφάν πράσινο και κίτρινο,
πανύψηλα πάνω απ’ το κεφάλι σου,
γυρεύεις το κορίτσι με τον ήλιο στα μάτια
κι αυτή έχει χαθεί.

Η Λούσυ στον ουρανό με τα διαμάντια,
η Λούσυ στον ουρανό με τα διαμάντια,
η Λούσυ στον ουρανό με τα διαμάντια.

Την ακολουθείς μέχρι τη γέφυρα, δίπλα στο συντριβάνι,
όπου άνθρωποι σε κουνιστά αλογάκια τρώνε πίτες από μολόχα.
Όλοι χαμογελούν καθώς προσπερνώντας παρασύρεις τα λουλούδια
που μεγαλώνουν και γίνονται απίστευτα ψηλά.

Ταξί από εφημερίδα εμφανίζονται στην όχθη,
περιμένοντας να σε πάρουν μακριά.
Ανεβαίνεις πίσω με το κεφάλι σου στα σύννεφα
και φεύγεις.

Η Λούσυ στον ουρανό με τα διαμάντια,
η Λούσυ στον ουρανό με τα διαμάντια,
η Λούσυ στον ουρανό με τα διαμάντια.

Φαντάσου τον εαυτό σου σ’ ένα τραίνο στο σταθμό
με αχθοφόρους από πλαστελίνη με καθρεφτένιες γραβάτες.
Ξάφνου κάποιος βρίσκεται ’κεί στην περιστροφική πόρτα,
το κορίτσι με τα καλειδοσκοπικά μάτια.

Η Λούσυ στον ουρανό με τα διαμάντια,
η Λούσυ στον ουρανό με τα διαμάντια,
η Λούσυ στον ουρανό με τα διαμάντια.

Μετάφραση: Κώστας Αρβανίτης

Εδώ, μπορείτε να ακούσετε το τραγούδι:

ΤΖΩΝ ΛΕΝΝΟΝ – ΠΩΛ ΜΑΚ ΚΑΡΤΝΕΥ [JOHN LENNON (1940-1980) – PAUL MCCARTNEY (1942)]: A Day in the Life

Διάβασα στις σημερινές ειδήσεις, φίλε,
για κάποιον τυχερό που τα ’χε καταφέρει.
Αν και τα νέα μάλλον ήταν θλιβερά,
μ’ έπιασαν γέλια υστερικά
σαν είδα την φωτογραφία·
ξεψύχησε μες στο αυτοκίνητό του,
δεν είχε δει πως οι σηματοδότες είχανε αλλάξει.
Άνθρωποι μαζεμένοι εκεί γύρω στέκονταν και κοιτούσαν,
τους ήταν γνώριμο το πρόσωπό του,
όμως δεν ήξερε κανείς αν ήταν από την Βουλή των Λόρδων.

Φίλε, είδα μια ταινία, σήμερα,
ο εγγλέζικος στρατός είχε στον πόλεμο νικήσει·
οι περισσότεροι δεν πρόσεχαν,
μα εγώ ήθελα να την δω,
επειδή είχα διαβάσει το βιβλίο.

Θα ’θελα να σε κάνω να αισθανθείς ωραία.

Ξύπνησα, πετάχτηκα απ’ το κρεβάτι,
χτένισα τα μαλλιά μου,
κατάφερα να κατέβω μέχρι κάτω κι ήπια καφέ,
σηκώνοντας το βλέμμα μου, είδα πως είχα αργήσει,
άρπαξα το καπέλο μου και το παλτό μου,
πρόλαβα το λεωφορείο σε δευτερόλεπτα,
ανέβηκα, άναψα τσιγάρο,
κάποιος μίλησε και άρχισα να ονειροπολώ.

Διάβασα στις σημερινές ειδήσεις, φίλε,
για τέσσερις χιλιάδες τρύπες στο Μπλάκμπερν του Λάνκασιρ·
οι τρύπες, μάλλον, ήτανε μικρές
αλλά έπρεπε να τις μετρήσουν όλες· τώρα ξέρουν πόσες
τρύπες χρειάζονται για να γεμίσει το Άλμπερτ Χωλ.

Θα ’θελα να σε κάνω να αισθανθείς ωραία.

Μετάφραση: Γιώργος Ζούκας

Σημείωση: Ευχαριστώ τον Αντώνη Καλοκύρη για τις διευκρινίσεις και τις παρατηρήσεις του σε κάποια σημεία του κειμένου. Οι όποιες λανθασμένες επιλογές χρεώνονται σ’ εμένα.

Εδώ, μπορείτε να ακούσετε το τραγούδι.

ΤΖΩΝ ΛΕΝΝΟΝ – ΠΩΛ ΜΑΚ ΚΑΡΤΝΕΥ [JOHN LENNON (1940-1980) – PAUL MCCARTNEY (1942)]: Julia

Δεν έχουν νόημα τα πιο πολλά απ’ αυτά που λέω,
αλλά τα λέω για να σε προσεγγίσω, Τζούλια.

Η Τζούλια με καλεί, η Τζούλια, η κόρη του ωκεανού,
κι ένα τραγούδι αγάπης λέω, Τζούλια.
Η Τζούλια με καλεί, με αέρινο χαμόγελο, με μάτια κοχυλιού,
κι ένα τραγούδι αγάπης λέω, Τζούλια.

Και τα μαλλιά της ουρανός πλωτός,
στον ήλιο τρεμοφέγγουν.

Α, Τζούλια, του πρωϊνού σελήνη, άγγιξέ με,
κι ένα τραγούδι αγάπης λέω, Τζούλια.

Γιατί όταν η καρδιά μου δεν μπορεί να τραγουδήσει,
μόνο την σκέψη μου μπορώ να εκφράσω, Τζούλια.

Η Τζούλια, η κοιμωμένη άμμος· άγγιξέ με, Τζούλια, σιωπηλή νεφέλη
κι ένα τραγούδι αγάπης λέω για σένα, Τζούλια.
Η Τζούλια με καλεί…
κι ένα τραγούδι αγάπης λέω για την Τζούλια.

Μετάφραση: Γιώργος Ζούκας

Εδώ, μπορείτε να ακούσετε το τραγούδι.

ΤΖΩΝ ΛΕΝΝΟΝ – ΠΩΛ ΜΑΚ ΚΑΡΤΝΕΥ [JOHN LENNON (1940-1980) – PAUL MCCARTNEY (1942)]: Yer Blues

Ναι, είμαι μόνος, θέλω να πεθάνω·
ναι, είμαι μόνος, θέλω να πεθάνω·
αν δεν είμαι πεθαμένος ήδη,
εσύ, μωρό μου, ξέρεις το γιατί.

Το πρωΐ θέλω να πεθάνω·
το βράδυ θέλω να πεθάνω·
αν δεν είμαι πεθαμένος ήδη,
εσύ, μωρό μου, ξέρεις το γιατί.

Η μάνα μου ήρθε από τον ουρανό· ο
πατέρας μου ήταν απ’ την γη·
κι εγώ του σύμπαντος είμαι παιδί,
και ξέρεις τι σημαίνει αυτό.

Είμαι μόνος, θέλω να πεθάνω·
αν δεν είμαι πεθαμένος ήδη,
εσύ, μωρό μου, ξέρεις το γιατί.

Ο αετός μού ραμφίζει το μάτι·
τα κόκαλά μου γλείφει το σκουλήκι·
και μου ’ρχεται ν’ αυτοκτονήσω,
σαν τον κύριο Τζόουνς του Ντύλαν.

Μόνος, θέλω να πεθάνω·
αν δεν είμαι κιόλας πεθαμένος,
εσύ, μωρό μου, ξέρεις το γιατί.

Ένα μαύρο σύννεφο διέσχισε το νου μου·
γαλάζια αχλή καλύπτει την ψυχή μου·
και μου ’ρχεται ν’ αυτοκτονήσω,
μισώ ακόμα και την μουσική μου.

Θέλω να πεθάνω, ναι, θέλω να πεθάνω·
αν δεν είμαι πεθαμένος ήδη,
εσύ, μωρό μου, ξέρεις το γιατί.

Μετάφραση: Γιώργος Ζούκας

Εδώ, μπορείτε να ακούσετε το τραγούδι.

Σχολιάστε

Filed under ΤΖΩΝ ΛΕΝΝΟΝ - ΠΩΛ ΜΑΚ ΚΑΡΤΝΕΫ