Monthly Archives: Ιουνίου 2013

ΤΖΑΙΗΜΣ ΤΖΟΫΣ

ΤΖΑΙΗΜΣ ΤΖΟΫΣ [JAMES JOYCE]: ΙΙΙ (Από την συλλογή Chamber Music)

Την ώρα εκείνη που τα πάντα ακινητούν
ω μονήρη περιπατητή των ουρανών,
ακούς στο νύκτιο άνεμο, το στεναγμό
αρπών που παίζουν στην Αγάπη, ν’ ανοιγούν
οι ωχρές οι πύλες της ανατολής;

Όταν όλα αναπαύονται είσαι μόνος και
άγρυπνος ν’ ακούς το παίξιμο γλυκών αρπών
ν’ αγαπάς με τον τρόπο του πριν απ’ αυτόν,
κι ο νύκτιος άνεμος ν’ απαντά αντιφωνών
μέχρι που η νύχτα να χαθεί μες στη φυγή;

Αόρατες άρπες παίξτε στην Αγάπη,
που η τροχιά της στον ουρανό λαμποκοπά
την ώρα που τ’ αστέρια στίλβουνε ψηλά,
μουσική γλυκιά και απαλή θα ψάλλει
στον ουρανό επάνω και τη γη.

Μετάφραση: Ευάγγελος Κ. Βαλσαμίδης

ΤΖΑΙΗΜΣ ΤΖΟΫΣ [JAMES JOYCE (1882-1941)]: Golden Hair (Το V από την συλλογή Chamber Music)

Βγες στο παράθυρο
ξανθούλα,
να τραγουδάς σε άκουσα
ένα εύθυμο σκοπό.

Το βιβλίο μου κλειστό,
σταμάτησα το διάβασμα,
της φωτιάς θωρώντας το χορό
πάνω στο πάτωμα.

Άφησα το βιβλίο μου,
άφησα το δωμάτιό μου,
για να σ’ ακούω να τραγουδάς
μες στο σκοτάδι.

Τραγουδώντας, τραγουδώντας
ένα εύθυμο σκοπό,
σκύψε και δες με απ’ το παράθυρο,
ξανθούλα.

Μετάφραση: Ευάγγελος Κ. Βαλσαμίδης

ΤΖΑΙΗΜΣ ΤΖΟΫΣ [JAMES JOYCE (1882-1941)]: Golden Hair (Το V από την συλλογή Chamber Music)

Πρόβαλε απ’ το παραθύρι
χρυσομάλλα,
σ’ άκουσα να τραγουδάς
ένα χαρωπό σκοπό.

Το βιβλίο το έχω κλείσει·
δεν διαβάζω πια,
βλέποντας να χορεύει τη φωτιά
στο πάτωμα.

Το βιβλίο το έχω παρατήσει
και το δωμάτιο το έχω αφήσει
’τί σ’ άκουσα να τραγουδάς
στα σκοτεινά.

Τραγουδώντας και τραγουδώντας
ένα χαρωπό σκοπό.
Πρόβαλε απ’ το παραθύρι
χρυσομάλλα.

Μετάφραση: Συμεών Μουτάφης

Εδώ, μπορείτε να ακούσετε την εκδοχή του Συντ Μπάρρετ:

ΤΖΑΙΗΜΣ ΤΖΟΫΣ [JAMES JOYCE]: VII (Από την συλλογή Chamber Music)

Η αγάπη μου με αραχνοΰφαντη στολή
είναι χαμένη στη φυτεία με τις μηλιές,
όπου ξυπνούν τους πόθους άνεμοι φαιδροί
και τρέχουν παίζοντας σε συντροφιές.

Φαιδροί άνεμοι ερωτοτροπούν εκεί
καθώς περνούν, με των δεντρών τα φύλλα,
κι η αγάπη μου γέρνει ως αργοπερπατεί
προς το γρασίδι τη σκιά της για να δεί

και όπου τ’ ουρανού η γαλανή απεραντοσύνη
απλώνεται πάνω απ’ τη χώρα τη φαιδρή,
με το κομψό της χέρι η δεσποσύνη
σηκώνοντας το φόρεμα ελαφροπερπατεί.

Μετάφραση: Ευάγγελος Κ. Βαλσαμίδης

ΤΖΑΙΗΜΣ ΤΖΟΫΣ [JAMES JOYCE (1882-1941)]: XIV (Από την συλλογή Chamber Music)

Καλή μου, περιστερούλα μου,
σήκω να πετάξεις!
Η νυχτερινή δροσιά είναι σαν πέπλο
στη ματιά μου και στα χείλη.

Μυρωδάτοι άνεμοι πλέκουν
μια μουσική από αναστεναγμούς:
σήκω, σήκω να πετάξεις,
καλή μου, περιστερούλα μου.

Σε περιμένω κοντά στον κέδρο,
αγάπη μου, περιστερούλα μου.
Άσπρο στήθος έχει το περιστέρι –
το δικό μου· κρεβάτι σου θα γίνει.

Κι η καρδιά μου θα ’ναι σαν πέπλο
και σαν δροσιά ωχρότατη.
Καλή μου, περιστερούλα μου,
σήκω, σήκω να πετάξεις.

Μετάφραση: Eva Kopp

Σχολιάστε

Filed under ΤΖΑΙΗΜΣ ΤΖΟΫΣ

ΛΟΥ ΡΗΝΤ

ΛΟΥ ΡΗΝΤ [LOU REED (1942-2013)]: Περιμένω τον προμηθευτή

Περιμένω τον προμηθευτή μου,
με εικοσιέξι δολάρια στο χέρι.
Πάνω στη Λέξινγκτον και 125,
νοιώθω άρρωστος και βρωμερός,
πιο πολύ πεθαμένος παρά ζωντανός.
Περιμένω τον προμηθευτή μου.

Έι, λευκό αγοράκι, τι γυρεύεις εδώ πάνω;
Έι, λευκό αγοράκι, κυνηγάς τις γυναίκες μας τριγύρω;
Ω, συγχώρα με, κύριε, δεν έχω στο μυαλό μου αυτό,
ψάχνω μόνο κάποιον, κάποιον φίλο μου αγαπητό.
Περιμένω τον προμηθευτή μου.

Νάτος έρχεται, είναι κατάμαυρα ντυμένος,
με πορτορικάνικα παπούτσια κι ένα μεγάλο ψάθινο καπέλο.
Ποτέ δεν έρχεται νωρίς, πάντα αργεί·
το πρώτο πράγμα που μαθαίνεις
είναι ότι πρέπει πάντοτε να περιμένεις.
Περιμένω τον προμηθευτή μου.

Σε μια παλιά πολυκατοικία,
ανεβαίνεις απ’ τη σκάλα ορόφους τρεις.
Όλοι σε σταμπάρανε, αλλά δε νοιάζεται κανείς.
Έχει τα σύνεργα, σου δίνει δείγμα απολαυστικό,
μετά πρέπει να σπάσεις, γιατί δεν έχεις για χάσιμο καιρό.
Περιμένω τον προμηθευτή μου.

Μωρό μου, μην ουρλιάζεις, αγάπη, μη φωνάζεις και χοροπηδάς.
Νοιώθω ωραία, ξέρεις θα τη βγάλω καθαρή.
Νοιώθω ωραία, νοιώθω πολύ καλά,
μέχρι αύριο, αλλά μέχρι τότε είναι άλλη φορά.
Περιμένω τον προμηθευτή μου.

Μετάφραση: Κώστας Αρβανίτης

Εδώ, μπορείτε να ακούσετε το τραγούδι.

ΛΟΥ ΡΗΝΤ [LOU REED (1942-2013)]: Ηρωΐνη

Δεν ξέρω καν που πηγαίνω,
αλλά θα δοκιμάσω να πάω στον άλλο κόσμο αν μπορώ,
γιατί με κάνει να νοιώθω πως είμαι άνθρωπος αυτό·
όταν βάζω μια βελόνα στη φλέβα μου βαθιά
σας πληροφορώ ότι τα πράγματα δεν είναι τα ίδια πια·
όταν το πάθος μου ικανοποιώ,
νοιώθω στ’ αλήθεια σαν του Χριστού ο γιος,
κι υποθέτω πως δεν ξέρω,
κι υποθέτω πως δεν ξέρω.

Πήρα μια μεγάλη απόφαση
θα προσπαθήσω να εκμηδενίσω τη ζωή μου,
γιατί όταν το αίμα αρχίζει να κυλά,
όταν απ’ το λαιμό του σταγονόμετρου τινάζεται,
όταν με τον θάνατο αγκαλιάζομαι,
δεν μπορείτε να με βοηθήσετε, ούτ’ εσείς μάγκες,
ούτ’ εσείς γλυκά κορίτσια με τα λόγια τα γλυκά.
Μπορείτε να κάνετε τη βόλτα σας παιδιά,
κι υποθέτω πως δεν ξέρω,
κι υποθέτω πως δεν ξέρω.

Θα ’θελα να ’χα γεννηθεί πριν από χίλια χρόνια,
θα ’θελα να ’χα αρμενίσει στις σκοτεινιασμένες θάλασσες
μ’ ένα μεγάλο ιστιοφόρο πλοίο
πηγαίνοντας απ’ αυτήν εδώ τη χώρα κάπου αλλού
με κοστούμι και κασκέτο ναυτικού
μακριά απ’ τη μεγαλούπολη αυτή,
όπου ο άνθρωπος δεν μπορεί να ελευθερωθεί
απ’ όλα της πόλης τα κακά
απ’ τον εαυτό του κι όσους βρίσκονται κοντά.
Ω, κι υποθέτω πως δεν ξέρω,
κι υποθέτω πως δεν ξέρω.

Η ηρωΐνη θα γίνει ο θάνατός μου
η ηρωΐνη είναι η γυναίκα μου και η ζωή μου
γιατί η φλέβα μου οδηγεί
σ’ ένα κέντρο στο κεφάλι μου εμπρός
και τότε είμαι καλύτερα κι από νεκρός·
γιατί όταν η πρέζα αρχίζει να κυλά
στ’ αλήθεια δεν με νοιάζει πια
για όλους τους βλαμμένους στην πόλη αυτή
και για τους πολιτικούς που φωνάζουν σαν τρελοί
γι’ αυτούς που πατάνε κάτω τον καθένα
και για τα κουφάρια που ’ναι στοιβαγμένα.

Γιατί όταν η πρέζα αρχίζει να κυλά
τότε στ’ αλήθεια δεν με νοιάζει πια·
όταν η ηρωΐνη βρίσκεται στο αίμα μου
κι όταν στο κεφάλι μου φτάνει το αίμα αυτό
σ’ ευχαριστώ Θεέ μου που νοιώθω σαν νεκρός
σ’ ευχαριστώ Θεέ μου που συναίσθηση δεν έχω
σ’ ευχαριστώ Θεέ μου που δεν με νοιάζει
κι υποθέτω πως δεν ξέρω,
κι υποθέτω πως δεν ξέρω.

Μετάφραση: Κώστας Αρβανίτης

Εδώ, μπορείτε να ακούσετε το τραγούδι.

ΛΟΥ ΡΗΝΤ [LOU REED (1942-2013)]: Perfect Day

Μέρα όμορφη το πάρκο γυρίσαμε.
Όσο φέγγει, ας πιούμε
μια σανγκριγιά.

Μέρα όμορφη τις πάπιες ταΐσαμε.
Σινεμά
και σπιτάκι μετά.

Μα τί μέρα όμορφη!
Χάρηκα που ήσουν εδώ.
Αχ, μέρα πανέμορφη,
με βοηθάς να κρατηθώ.

Μέρα όμορφη το πρόβλημα κρύφτηκε
και μόνοι εμείς
κυριακάτικοι εκδρομείς.

Μέρα όμορφη μαζί σου ξεχάστηκα
κι αισθανόμουν αλλιώς
υγιής και καλός.

Μα τί μέρα όμορφη!
Χάρηκα που ήσουν εδώ.
Αχ, μέρα πανέμορφη,
με βοηθάς να κρατηθώ.

Θα κοιμηθείς
έτσι όπως έπεσες.
Θα κοιμηθείς
έτσι όπως έστρωσες.

Μετάφραση: Διονύσης Σαββόπουλος

Εδώ, μπορείτε να ακούσετε το τραγούδι.

ΛΟΥ ΡΗΝΤ [LOU REED (1942-2013)]: Καλότυχοι άνθρωποι

Καλότυχοι άνθρωποι συχνά
διαλύουν αυτοκρατορίες·
κι άνθρωποι από τα χαμηλά
δεν καταφέρνουν και πάρα πολλά.

Ο πλούσιος γιος το τέλος του πατρός του προσδοκά,
ενώ ο φτωχός κλαίει και πίνει από ανημποριά·
κι εμένα διόλου δεν με νοιάζουν όλα αυτά.

Καλότυχοι άνθρωποι
πολύ συχνά χάνουν τα πάντα·
κι άνθρωποι από τα χαμηλά
συχνά κάνουν τα πάντα.

Παλικαρίσια προσπαθούν· ό,τι περνά
απ’ το χέρι τους κάνουν για να πετύχουν·
δεν έχουν πλούτη, ούτε τις πλάτες του μπαμπά.

Καλότυχοι άνθρωποι συχνά
διαλύουν αυτοκρατορίες·
κι άνθρωποι από τα χαμηλά
δεν καταφέρνουν και πάρα πολλά.

Λένε πως τα λεφτά παν στα λεφτά·
κοίτα τους Φορντ, δεν πάει έτσι το πράμα·
όπως και να ‘χει, εμένα δεν μου λένε τίποτα όλα αυτά.

Καλότυχοι άνθρωποι συχνά
παρακαλούν να ’χαν πεθάνει·
κι άνθρωποι από τα χαμηλά
αυτό που έχουν, τους κάνει.

Για να χαρούν ό,τι όμορφο η ζωή προσφέρει,
δεν θέλουνε πολλά, μόνο λίγα επιπλέον λεφτά,
μα εγώ δεν νοιάζομαι καθόλου για όλα αυτά.

Καλότυχοι άνθρωποι απ’ τη μια
κι από την άλλη άνθρωποι από τα χαμηλά.

Μετάφραση: Γιώργος Ζούκας

Εδώ, μπορείτε να ακούσετε το τραγούδι:

Σχολιάστε

Filed under ΛΟΥ ΡΗΝΤ

ΟΥΪΛΛΙΑΜ ΟΥΕΡΝΤΣΓΟΥΕΡΘ

ΟΥΪΛΛΙΑΜ ΟΥΕΡΝΤΣΓΟΥΕΡΘ [WILLIAM WORDSWORTH (1770-1850)]: Νάρκισσοι

Μόνος πλανήθηκα, σαν συννεφάκι
πάνω από λόφο κι από λαγκαδιά,
και χρυσονάρκισσοι, πλάι στο νεράκι
της λίμνης, φάνηκαν στη σιγαλιά,
π’ όλο και χόρευαν με τ’ αεράκι,
χορεύαν με την αύρα τη γλυκιά.

Σαν άστρα που ’μοιαζαν, στα ουράνια μέρη,
καθώς της Βερενίκης τα μαλλιά,
στ’ ακρόλιμνο που φύσαγε τ’ αγέρι,
σ’ ατέλειωτη εφυτρώνανε σειρά·
μύρια ένα βλέμμα μου θε να μού φέρει
τ’ άνθη που χόρευαν λικνιστικά.

Χορεύαν και τα κυματάκια πλάι,
μα κείνα ξεπερνούσαν στη χαρά:
– Ω, τι χαρούμενο το βλέμμα πάει
σε τέτοιαν εύθυμη μια συντροφιά!
Όμως τι πλούτο, η σκέψη δε γροικάει,
μού φέρναν στην καρδιά μου τ’ άνθη αυτά:

Γιατί συχνά, σα ’ρθούν στη θύμησή μου,
την ώρα κάποιας λύπης ή χαράς,
λάμπουν και μπαίνουνε μες στην ψυχή μου
ωσάν την ευλογία της μοναξιάς·
και με τους νάρκισσους τότε η ψυχή μου
τρελά χορεύει της ακρολιμνιάς!

Μετάφραση: Στέφανος Τσατσούλας

ΟΥΪΛΛΙΑΜ ΟΥΕΡΝΤΣΓΟΥΕΡΘ [WILLIAM WORDSWORTH (1770-1850)]: Ασφόδελοι

Περιπλανιόμουν έρημος σαν ένα σύννεφο
που επιπλέει ψηλά πάνω από κοιλάδες και λόφους,
όταν εντελώς ξαφνικά είδα ένα πλήθος,
ένα σμάρι, από χρυσαφένιους ασφόδελους·
δίπλα στη λίμνη, κάτω απ’ τα δέντρα,
κυματίζοντας και χορεύοντας στην αύρα.

Αδιάκοποι σαν τ’ αστέρια που λαμποκοπούν
και τρεμοπαίζουνε στο γαλαξία,
απλώνονταν σ’ ατέλειωτη σειρά
κατά μήκος της παρυφής ενός όρμου:
δέκα χιλιάδες είδα με μια ματιά,
να τινάζουν τις κορφές τους σε ζωηρό χορό.

Τα κύματα δίπλα τους χόρευαν· αλλ’ εκείνοι
ξεπερνούσαν τα σπινθηροβόλα κύματα σ’ αγαλλίαση:
ένας ποιητής δε θα μπορούσε παρά να ’ναι ευδιάθετος,
σε μια τόσο κεφάτη συντροφιά:
ατένισα – κι ατένισα – αλλά ούτε που σκέφτηκα
τι πλούτο μου είχε φέρει το θέαμα:

Γιατί συχνά, όταν είμαι ξαπλωμένος στο ντιβάνι μου
με αφηρημένη ή με σκεπτική διάθεση,
αστράφτουνε σε κείνο το ενδόμυχο μάτι
που είν’ η ευδαιμονία της μοναξιάς·
και τότε η καρδιά μου γεμίζει μ’ ευχαρίστηση,
και με τους ασφόδελους χορεύει.

Μετάφραση: Κώστας Λιννός

ΟΥΪΛΛΙΑΜ ΟΥΕΡΝΤΣΓΟΥΕΡΘ [WILLIAM WORDSWORTH (1770-1850)]: Νάρκισσοι (απόσπασμα)

………………………………………………….

………………………………………………….

Σαν είμαι ξαπλωμένος στο κρεβάτι
σε στοχασμού ώρα ή σε στιγμές ανίας,
λάμπουν σ’ αυτό που λένε τρίτο μάτι
κι είναι της μοναξιάς η ευδαιμονία·
τότε η καρδιά μου αγάλλεται, τα ερέβη
ξεχνά και με τους νάρκισσους χορεύει.

Μετάφραση: Γιώργος Ζούκας

ΟΥΪΛΛΙΑΜ ΟΥΕΡΝΤΣΓΟΥΕΡΘ [WILLIAM WORDSWORTH (1770-1850)]: Κατοικούσε

Κατοικούσ’ εκεί που ανθρώπου πόδι δεν επάτησε,
δίπλ’ αποκεί που έπινε νερό το περιστέρι,
μια κοπελιά που κανένανε δεν είχε να την κανακεύει
και την αγάπαγαν, αλήθεια, πολύ λίγοι.

Βιολέτα ήτανε πλάι σε μουσκλιασμένη πέτρα
μισοκρυμμένη από το μάτι!
Ωραία σαν τ’ άστρο που μονάχο του
ψηλά στον ουρανό φέγγει.

Έζησε άγνωστη και λίγοι μάθανε
πότε άφησε η Λουκία την τελευταία πνοή της.
Τώρα αναπαύεται στο τάφο της και μόνο
μονάχα εμένανε μου λείπει κάτι.

Μετάφραση: Ανδρέας Αγγελάκης

Σχολιάστε

Filed under ΟΥΪΛΛΙΑΜ ΟΥΕΡΝΤΣΓΟΥΕΡΘ