Tag Archives: ΦΟΛΚ ΠΟΙΗΣΗ

ΧΟΫΤ ΑΞΤΟΝ

ΧΟΫΤ ΑΞΤΟΝ [HOYT AXTON (1938-1999)]: The Pusher

Κύριε, που λες, κάπνισα πολύ χόρτο στη ζωή μου,
και χάπια με τις χούφτες έχω καταπιεί·
μα δεν δοκίμασα ούτε μια φορά,
κάτι που να σκοτώνει την ψυχή.
Με μάτια στοιχειωμένα από τον θάνατο, να ξέρεις,
είδα πολλούς να τριγυρνάν σε τούτα εδώ τα μέρη·
μα ο έμπορας δεν δίνει διάρα τσακιστή,
αν πέθανες ή αν είσαι ακόμα στη ζωή.

Ανάθεμα στον έμπορα,
καταραμένος να ’ναι·
το ’πα και θα το ξαναπώ,
καταραμένος να ’ναι.

Να ξέρεις πως το βαποράκι είναι ψυχούλα,
το χόρτο της αγάπης, ναι, στο χέρι του κρατά·
μα ο έμπορας είναι τέρας, Θεέ μου,
δεν έχει ανθρώπινα χαρακτηριστικά.
Το βαποράκι για λίγες δεκάρες,
κύριε, θα σου πουλήσει όνειρα γλυκά·
μα ο έμπορας θα καταστρέψει το κορμί σου,
κύριε, και θα κάνει το μυαλό σου να βογκά.

Ανάθεμα στον έμπορα,
καταραμένος να ’ναι·
το ’πα και θα το ξαναπώ,
καταραμένος να ’ναι.

Που λες, αν πρόεδρος γινόμουνα σ’ αυτήν την χώρα,
στον έμπορα θα κήρυττα πόλεμο εδώ και τώρα·
θα τον κομμάτιαζα· αν την έκανε θα τον πυροβολούσα,
ναι, με την Βίβλο, με ξυράφι,  με όπλο θα τον εκτελούσα.

Ανάθεμα στον έμπορα,
καταραμένος να ’ναι·
το ’πα και θα το ξαναπώ,
καταραμένος να ’ναι.

Μετάφραση: Γιώργος Ζούκας

Εδώ, μπορείτε να ακούσετε την διασκευή των Steppenwolf:

Advertisements

1 σχόλιο

Filed under ΧΟΫΤ ΑΞΤΟΝ

ΦΑΜΠΡΙΤΣΙΟ ΝΤΕ ΑΝΤΡΕ

ΦΑΜΠΡΙΤΣΙΟ ΝΤΕ ΑΝΤΡΕ [FABRIZIO DE ANDRÉ (1940-1999)]: Το τραγούδι της Μαρινέλλας

Τραγούδι έχω για τη Μαρινέλλα κάμει
που εγλίστρησε κι επνίγη στο ποτάμι·
μα ο άνεμος την παίρνει από το χέρι,
πανέμορφη τη φέρνει σ’ έν’ αστέρι.

Μόνη ζούσε· ποτέ δεν την βρήκαν πόνοι,
κι ούτε ποτέ στου έρωτα το αμόνι
χτυπήθη· μα ένας ρήγας δίχως στέμμα
της χτύπησε την πόρτα – δεν είν’ ψέμα.

Καπέλλο είχε λευκό, όμοιο με τη σελήνη,
και μπέρτα πορφυρή ερωτική τον ντύνει.
Τον ακολούθησε χωρίς να ξέρει
λες και την έσπρωχνε να πάει τ’ αγέρι.

Και σαν άνοιξαν του ήλιου οι χρυσοί δρόμοι,
σου φίλησε τα χείλη και την κόμη·
και σαν το φεγγαράκι εκεί είχε πέσει,
σ’ αγκάλιαζε γερά γύρω απ’ τη μέση·

φιλιά και χαμογέλια μετά από ’κείνα
που γίνανε λιβάδια με αγριοκρίνα,
και τρέμανε σαν αστραχτίδες, όταν
το χέρι του στο δέρμα σου σερνόταν.

Λένε πως, σαν γύρναες σπίτι σου, ένα γνέμα
σ’ εγέλασε κι εγλίστρησες στο ρέμα,
κι αυτός που δεν πιστεύει το χαμό σου
βαράει εκατό χρονιές στο σπιτικό σου.

Το τραγούδι σου άκουσέ το, Μαρινέλλα,
στον ουρανό με μέλι και κανέλλα.
Σαν όλα τα ωραία πράγματα έχεις ζήσει
μια μέρα: ρόδο, που ’χει πια μαδήσει…
Σαν όλα τα ωραία πράγματα έχεις ζήσει
μια μέρα: ρόδο, που ’χει πια μαδήσει…

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Πηγή.

Εδώ, μπορείτε να διαβάσετε το ομόθεμο (αλλά πολύ διαφορετικό στην προσέγγιση) ποίημα ‘Για την πνιγμένη κοπέλα’ του Μπρεχτ.

Εδώ, μπορείτε να ακούσετε το τραγούδι:

Σχολιάστε

Filed under ΦΑΜΠΡΙΤΣΙΟ ΝΤΕ ΑΝΤΡΕ

ΜΠΟΜΠ ΝΤΥΛΑΝ

ΜΠΟΜΠ ΝΤΥΛΑΝ [BOB DYLAN (1941)]: Blowin’ in the Wind

Σαν πόσες να ’ναι οι δημοσιές που πρέπει να διαβεί κανείς
για να τον πούνε άντρα;
Και πόσες να ’ν’ οι θάλασσες που τ’ άσπρο περιστέρι θα περάσει
στην αμμουδιά πριν ξαποστάσει;
Σαν πόσες να ’ναι οι φορές που θα βροντήσει το κανόνι
πριν να το διώξουν απ’ τη γη για πάντα;
Η απάντηση, φίλε, πλανιέται στον άνεμο,
η απάντηση πλανιέται στον αέρα.

Πόσα τα χρόνια που μπορεί ν’ αντέξει ένα βουνό
ως να το φάει η αρμύρα και να λιώσει;
Και κάποιοι άνθρωποι, πόσο να ζήσουν βολετό
ώσπου της λευτεριάς μέρα να ξημερώσει;
Πόσο καιρό μπορεί κανείς να κάνει πως κοιτάει αλλού
να κάνει πως δεν βλέπει πάρα πέρα;
Η απάντηση φίλε πλανιέται στον άνεμο,
η απάντηση πλανιέται στον αέρα.

Πόσες φορές πρέπει κανείς να ρίξει τη ματιά ψηλά
λίγο ουρανό για να μπορέσει ν’ αντικρίσει;
Και να ’χει πόσα πρέπει αυτιά για να γροικήσει
του ανθρώπου το λυγμό;
Ε, και σαν πόσους θάνατους πρέπει να μάθει για να νοιώσει
πως σαν πολλοί ’ναι οι άνθρωποι που έχουνε χαθεί;
Η απάντηση, φίλε, πλανιέται στον άνεμο,
η απάντηση πλανιέται στον αέρα.

Μετάφραση: Τούλα Τόλια

ΜΠΟΜΠ ΝΤΥΛΑΝ [BOB DYLAN (1941)]: Στον άνεμο πετάει

Πόσους δρόμους πρέπει ένας άντρας ν’ ακολουθήσει
προτού σαν άντρα μπορεί κανείς να τον ορίσει;
Σε πόσες θάλασσες πρέπει ένα περιστέρι λευκό να αρμενίσει
προτού στην άμμο πάει γλυκά για να καθίσει;
Ναι, και πόσες φορές θα βροντήσουν τα κανόνια
προτού τα θάψουμε για πάντα μες στα χιόνια;
Η απάντηση, φίλε μου, σαλεύει και σκιρτάει,
η απάντηση, φίλε μου, στον άνεμο πετάει.

Πόσα χρόνια μπορεί να αντέξει ένα βουνό
προτού της θάλασσας το φθείρει το νερό;
Ναι, και πόσα χρόνια μπορούνε κάποιοι
ν’ ανεχθούνε τη σκλαβιά
προτού έρθει να τους δοθεί και πάλι η λευτεριά;
Και πόσες φορές μπορεί κανείς να γυρίζει το κεφάλι
να κάνει πως δεν βλέπει το γύρω του το χάλι;
Η απάντηση, φίλε μου, σαλεύει και σκιρτάει,
η απάντηση, φίλε μου, στον άνεμο πετάει.

Πόσες φορές πρέπει το βλέμμα να σηκώσεις
προτού τον ουρανό να δεις ολόκληρο κι όχι με δόσεις;
Και πόσα αυτιά κανείς πρέπει να έχει
προτού το κλάμα του συνάνθρωπου αρχίσει να προσέχει;
Και πόσοι πρέπει να πεθάνουνε, πόσοι ακόμα άλλοι
προτού νοιώσουμε πως ο θάνατος κάνει ζημιά μεγάλη;
Η απάντηση, φίλε μου, σαλεύει και σκιρτάει,
η απάντηση, φίλε μου, στον άνεμο πετάει.

Μετάφραση: Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης

Εδώ, μπορείτε να ακούσετε το τραγούδι.

ΜΠΟΜΠ ΝΤΥΛΑΝ [BOB DYLAN (1941)]: Το κορίτσι απ’ το Βοριά

Αν πας ποτέ στον όμορφο Βοριά,
εκεί που οι άνεμοι λυντσαίρνουν τ’ ακρογιάλι,
χαιρέτησέ μου κάποια κοπελιά –
ήτανε κάποτε αγάπη μου μεγάλη.

Αν κάποτε βρεθείς μες στο χιονιά,
σε παγωμένες όχτες δίχως καλοκαίρι,
αν είν’ το ρούχο της ζεστό ρίξε ματιά,
αν τη φυλάει απ’ τ’ ανέμου το μαχαίρι.

Για κοίτα αν είναι τα μαλλιά της μακριά,
αν κυματίζουνε και παίζουν με τα στήθια.
Για κοίτα αν είναι τα μαλλιά της μακριά,
γιατί έτσι μένουν στων ονείρων μου τα βύθια.

Να με θυμάται λίγο έχω καημό
και προσευχές χιλιάδες έχω κάνει
στης νύχτας μου τη σκοτεινιά
στης μέρας μου το φέγγος και τη χάρη.

Αν λοιπόν τύχει και βρεθείς στον όμορφο Βοριά,
εκεί που οι άνεμοι λυντσαίρνουν τ’ ακρογιάλι,
χαιρέτησέ μου κάποια κοπελιά –
ήτανε κάποτε αγάπη μου μεγάλη.

Μετάφραση: Τούλα Τόλια

Εδώ, μπορείτε να ακούσετε το τραγούδι.

ΜΠΟΜΠ ΝΤΥΛΑΝ [BOB DYLAN (1941)]: Του πολέμου αφεντικά

Ελάτε του πολέμου αφεντικά,
ελάτε σεις που φτιάχνετε κανόνια φονικά,
εσείς που φτιάχνετε αεροπλάνα θανατερά,
εσείς, λοιπόν, που φτιάχνετε του αίματος τα σιδερικά,
εσείς που όλο φοράτε κάσκες
όσο κι αν κρύβεστε πίσω από μάσκες,
σας το λέω και ξανά θε’ να το πω
το πρόσωπό σας ξέρω εγώ το αληθινό.

Τίποτα δεν έχετε κάνει εσείς της προκοπής,
μονάχα φτιάχνετε συσκευές ολέθρου και καταστροφής·
παίζετε εσείς με τον κόσμο μου δολερά,
θαρρείς κι είναι παιχνίδι στα χέρια σας τα μιαρά.
Μου δίνετε ένα όπλο που δεν έχω εγώ ζητήσει
και φεύγετε και χάνεστε όταν τα όπλα τα βαριά
σκορπίζουνε θανατικό και συμφορές και μίση.

Σαν τον Ιούδα από τις μέρες τις παλιές
όλο απάτες είστε και βρώμικες ψευτιές·
μου λέτε ένας παγκόσμιος πόλεμος μπορεί να κερδηθεί
και θέλετε να σας πιστέψω μεμιάς και στη στιγμή.
Μα ξέρω να βλέπω πίσω απ’ το βλέμμα σας τι κρύβεται,
σας πιάνω αμέσως είτε είστε όρθιοι είτε όταν σκύβετε,
το λέω ξανά για να σας το θυμίσω,
ξέρω να βλέπω τι γίνεται από τα παγερά μάτια σας πίσω.

Εσείς φτιάχνετε τη σκανδάλη
για να πυροβολούν οι άλλοι·
κάθεστε βολικά κι είστε θεατές της μάχης,
όταν ο Θάνατος καλπάζει και λέει φριχτά το ‘‘Πάρε να ’χεις’’.
Μες στα αρχοντικά σας λουφάζετε, κανάγιες,
όταν το αίμα νέων παιδιών απλώνεται στις ράγιες
χύνεται απ’ τα κορμιά τους ώσπου να γίνουν πτώματα
να σωριαστούν χωρίς πνοή στα ματωμένα χώματα.

Τον πιο μεγάλο φόβο σεις έχετε σκορπίσει,
τον φόβο στον κόσμο αυτό μια μάνα να γεννήσει·
για κάθε παιδί, αγέννητο κι αβάφτιστο, σεις είστε απειλή
τίποτε δεν αξίζει το αίμα σας, η ζωή σας είναι αδειανή.
Λέτε πως είμαι νέος πολύ ακόμα
και τέτοια που σας λέω με το δικό μου στόμα
λέτε πως είν’ ανώριμα, δεν έχουν στον κόσμο θέση.
Μα λέω εγώ πως κι ο Χριστός ποτέ δεν θα σας συγχωρέσει.

Για να σας κάνω τώρα και μια ερώτηση άλλη:
θαρρείτε έχουν τα λεφτά σας αξία πολύ μεγάλη
μπορούνε ν’ αγοράσουνε, λέτε, τη συγγνώμη;
Όχι, σας λέω, άλλη είν’ η δική μου γνώμη,
σαν έρθει και για σας του θανάτου η στιγμή
θα δείτε, τα χρήματά σας όλα
δεν θα μπορέσουν πίσω να σας φέρουν τη χαμένη σας ψυχή.

Κι εύχομαι να πεθάνετε, να πάτε να ψοφήσετε·
σύντομα, λέω βραχνά, την ύστατη πνοή ν’ αφήσετε
και ένα απόγευμα μουντό και βροχερό
θα δω το φέρετρό σας να χώνεται στο χώμα το σκληρό.
Θα μείνω εκεί πως έχετε πεθάνει για να σιγουρευτώ.
Αυτό ήθελα να μάθετε και να σας πω αυτό.

Μετάφραση: Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης

Εδώ, μπορείτε να ακούσετε το τραγούδι.

ΜΠΟΜΠ ΝΤΥΛΑΝ [BOB DYLAN (1941)]: Μια δυνατή βροχή θα πέσει

Πού πήγες, γιε μου γαλανομάτη;
Πού πήγες, αγαπημένο μου παιδί;
Σκόνταψα στις πλαγιές δώδεκα βουνών καταχνιασμένων,
περπάτησα και σύρθηκα σ’ έξι στριφτές λεωφόρους,
βάδισα ανάμεσα σ’ εφτά θλιμμένα δάση,
βγήκα μπροστά σε μια ντουζίνα ωκεανούς νεκρούς,
πήγα δέκα χιλιάδες μίλια στο στόμα ενός νεκροταφείου,
και μια δυνατή, μια δυνατή
μια δυνατή βροχή θα πέσει.

Τι είδες, γιε μου γαλανομάτη;
Τι είδες, αγαπημένο μου παιδί;
Είδα ένα νεογέννητο μωρό με λύκους άγριους ολόγυρά του,
είδα μια λεωφόρο από διαμάντια και κανένας δεν ήταν εκεί,
είδα ένα μαύρο κλαρί να στάζει συνέχεια αίμα,
είδα ένα δωμάτιο γεμάτο ανθρώπους με τα σφυριά τους ματωμένα,
είδα μια άσπρη ανεμόσκαλα σκεπασμένη με νερό,
είδα δέκα χιλιάδες ρήτορες που μίλαγαν σπασμένα,
είδα τουφέκια και κοφτερά σπαθιά σε μικρών παιδιών τα χέρια,
και μια δυνατή, μια δυνατή
μια δυνατή βροχή θα πέσει.

Και τι άκουσες, γιε μου γαλανομάτη;
Τι άκουσες, αγαπημένο μου παιδί;
Άκουσα το μπουμπουνητό του κεραυνού, μούγκρισε προειδοποιητικά,
άκουσα ενός κύματος το μουγκρητό που μπορούσε να πνίξει τον κόσμο                 όλο,
άκουσα εκατό τυμπανιστές που τα χέρια τους βγάζαν φωτιές,
άκουσα δέκα χιλιάδες να ψελλίζουν και κανένας να μην ακούει,
άκουσα κάποιον να πεθαίνει απ’ την πείνα, άκουσα πολλούς ανθρώπους              να γελούν,
άκουσα το τραγούδι του ποιητή που πέθανε στην ψάθα,
άκουσα το θρήνο ενός κλόουν που ’κλαιγε στο σοκάκι,
και μια δυνατή, μια δυνατή
μια δυνατή βροχή θα πέσει.

Ποιον συνάντησες, γιε μου γαλανομάτη;
Ποιον συνάντησες, αγαπημένο μου παιδί;
Συνάντησα ένα μικρό παιδί δίπλα σ’ ένα νεκρό αλογάκι,
συνάντησα έναν άσπρο άνθρωπο που κρατούσε μαύρο σκύλο,
συνάντησα μια νεαρή γυναίκα που το κορμί της φλογιζόταν,
συνάντησα ένα κοριτσάκι, μου ’δωσε ένα ουράνιο τόξο,
συνάντησα έναν άντρα πληγωμένο απ’ αγάπη,
συνάντησα και έναν άλλο πληγωμένο από μίσος,
και μια δυνατή, μια δυνατή
μια δυνατή βροχή θα πέσει.

Και τι θα κάνεις τώρα, γιε μου γαλανομάτη;
Τι θα κάνεις τώρα αγαπημένο μου παιδί;
Θα φύγω πάλι πριν αρχίσει η βροχή να πέφτει,
θα περπατήσω στα τρίσβαθα του βαθύτερου μαύρου δάσους,
εκεί που είναι άνθρωποι πολλοί και τα χέρια τους άδεια,
εκεί που τα δηλητηριώδη χάπια ξεχειλίζουν τα νερά τους,
εκεί που το σπίτι στην κοιλάδα ανταμώνει με την υγρή βρώμικη φυλακή,
εκεί που το πρόσωπο του δήμιου είναι πάντα καλά κρυμμένο,
εκεί που η πείνα είν’ αποκρουστική, εκεί που οι ψυχές είναι                                ξεχειλισμένες,
εκεί που το χρώμα είναι το μαύρο και μηδέν ο αριθμός
και θα το μαρτυρήσω, θα το πω, θα το σκεφτώ και θ’ ανασάνω
και θα το καθρεφτίσω απ’ το βουνό ώστε όλες οι ψυχές να μπορούν να                   δουν,
μετά στον ωκεανό θα σταθώ μέχρι ν’ αρχίσω να βουλιάζω,
αλλά θα ξέρω καλά το τραγούδι μου πριν αρχίσω να το τραγουδώ,
και μια δυνατή, μια δυνατή
μια δυνατή βροχή θα πέσει.

Μετάφραση: Κώστας Αρβανίτης

Εδώ, μπορείτε να ακούσετε το τραγούδι από την Τζόαν Μπαέζ (και την μίμηση-παρωδία του ντυλανικού ύφους στο 3.52).

ΜΠΟΜΠ ΝΤΥΛΑΝ [BOB DYLAN (1941)]: Η μπαλάντα του Χόλλις Μπράουν

Ο Χόλλις Μπράουν, το ξέραν όλοι
σε μια παράγκα ζούσε έξω απ’ την πόλη·
ναι, ο Χόλλις Μπράουν, καθώς το ξέραν όλοι
σε μια παράγκα ζούσε έξω απ’ την πόλη,
με τη γυναίκα και τα πέντε τους παιδιά
κι όλο η παράγκα να σωριάζεται
στα κεφάλια τους ξανά.

Γύρευες λίγα χρήματα, γύρευες δουλειά
κι ένα κακοτράχαλο βάδισες μίλι·
γύρευες χρήματα, έψαχνες για δουλειά
κι ένα κακοτράχαλο βάδισες μίλι·
και τα παιδιά σου είν’ τόσο πεινασμένα,
που δεν ξέρουν τι θα πει χαμόγελο στα χείλη,
όχι, δεν ξέρουν τι θα πει χαμόγελο στα χείλη.

Τα μάτια του μωρού σου λάμπουν σαν τρελά
σε τραβάνε απ’ τα μανίκια σου ξανά·
ναι, τα μάτια του μωρού σου λάμπουνε τρελά,
σε τραβάνε απ’ τα μανίκια σου ξανά,
περπατάς ασήκωτα, βαριά
κι αναρωτιέσαι με κάθε ανάσα σου βαθιά,
γιατί να συμβαίνουν όλ’ αυτά.

Το αλεύρι σου το φάγαν τα ποντίκια
κι ένας κακός ξέκανε τη φοράδα σου·
αχ, ναι, το αλεύρι σου το φάγαν τα ποντίκια
κι ένας κακός ξέκανε τη φοράδα σου.
Νογάει άραγε κανείς;
Νοιάζεται άραγε κανείς;

Κάνεις στον Θεό μια προσευχή
ω, στείλε σε παρακαλώ ένα φίλο·
κάνεις στον Θεό μια προσευχή,
Θε’ μου στείλε μου ένα φίλο,
μα πως φίλος δε θα ’ρθεί,
σου λέει η τσέπη σου η αδειανή.

Τα μωρά σου κλαιν πιο δυνατά,
σου τρελαίνουν τα μυαλά·
τα μωρά σου τώρα κλαιν πιο γοερά
σου τρελαίνουν τα μυαλά·
και της γυναίκας σου οι κραυγές
πέφτουν σαν άγριες μαχαιριές,
ναι, και της γυναίκας σου οι κραυγές
άγριες είναι μαχαιριές.

Το χορτάρι σου μαυρίζει
γιατί είν’ άδειο το πηγάδι·
το χορτάρι σου μαυρίζει
γιατί στέρεψε η πηγή·
το τελευταίο σου δολάριο εδώ και μέρες
το δίνεις και παίρνεις εφτά σφαίρες.

Μακριά στην ερημιά
ένα κογιότ να αλυχτά·
πέρα μακριά στην ερημιά
ένα κογιότ να αλυχτά·
τρέμεις και ιδρώνεις
στην καραμπίνα σου που ’ν’ στον τοίχο
το βλέμμα σου στυλώνεις,
ναι, στην καραμπίνα που ’ν’ στον τοίχο
το βλέμμα σου στυλώνεις.

Το μυαλό σου αιμορραγεί
το πόδι σου δεν σε βαστεί·
ω, το μυαλό σου αιμορραγεί
και το πόδι άλλο δεν βαστεί·
τώρα το βλέμμα το καρφώνεις
στην καραμπίνα που το χέρι σου κρατεί
ναι, τώρα το βλέμμα σου καρφώνεις
στην καραμπίνα που το χέρι σου κρατεί.

Εφτά φυσάνε άνεμοι
γύρω απ’ τη θύρα της παράγκας·
ναι, εφτά φυσάν αγέρηδες
γύρω απ’ τη θύρα της παράγκας
και πυροβολισμοί εφτά βροντάνε,
σαν το βρυχηθμό του ωκεανού·
ναι, και πυροβολισμοί εφτά βροντάνε,
σαν το βρυχηθμό του ωκεανού.

Εφτά άνθρωποι πέσαν νεκροί
σε μια φάρμα στην Ντακότα·
ναι, εφτά άνθρωποι πέσαν νεκροί
σε μια φάρμα στην Ντακότα·
και την ίδια τη στιγμή,
σε μια γη αλαργινή,
εφτά άλλοι είχαν μόλις γεννηθεί·
ναι, και την ίδια τη στιγμή,
εφτά άλλοι είχαν μόλις γεννηθεί.

Μετάφραση: Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης

Εδώ, μπορείτε να ακούσετε το τραγούδι.

ΜΠΟΜΠ ΝΤΥΛΑΝ [BOB DYLAN (1941)]: Παράπονο βόρειας επαρχίας

Μαζευτείτε φίλοι γύρω μου
να σας διηγηθώ μιαν ιστορία
τότε που τα μεταλλεία δουλεύανε γερά.
Τώρα τα χαρτόνια στα τζάμια
κι οι γέροι στα παγκάκια
δείχνουν πως η πόλη είν’ άδεια.

Στις βορεινές τις συνοικίες
μεγαλώσαν τα παιδιά μου,
ενώ εγώ στην άλλη άκρη αυτής της πόλης.
Σαν ήμουνα μικρό παιδί
αρρώστησε η μητέρα μου
κι έτσι μ’ ανάθρεψ’ ο αδερφός μου.

Κυλούσε το σιδηρομετάλλευμα
καθώς κυλούσανε τα χρόνια
και τραγουδούσαν φτυάρια και καλώδια.
Ώσπου μια μέρα ο αδερφός μου
δεν γύρισε στο σπίτι,
ίδια ο πατέρας μου πρωτύτερα.

Έτσι λοιπόν, έναν ατέλειωτο χειμώνα
τον πέρασα απ’ το παράθυρο κοιτάζοντας,
μου στάθηκαν αφάνταστα γνωστοί και φίλοι.
Και τέλειωσαν τα σχολικά μου χρόνια
την άνοιξη σαν τα παράτησα για να παντρευτώ
τον Τζων Τόμας, μεταλλωρύχο.

Ωχ, τα χρόνια πέρασαν ξανά
τα καταφέρναμε κάπως καλά
και το τσουκάλι γέμιζε χειμώνα-καλοκαίρι.
Μα σαν βρεθήκαμε με τρία μωρά
κόπηκε χωρίς λόγο η δουλειά
κι έγινε μισή βάρδια την ημέρα.

Λίγο μετά κλείσανε οι γαλαρίες
και η δουλειά λιγόστεψε ακόμα πιο πολύ
και η φωτιά στον άνεμο έδειχνε παγωμένη.
Μέχρι που ’ρθε να μας μιλήσει ένας κύριος
κι είπε: Σε μια βδομάδα
το Νούμερο Έντεκα θα κλείσει.

Παραπονιώνται στ’ ανατολικά
πως τους στοιχίζει λέει πολύ,
εδώ το μετάλλευμα δεν αξίζει να σκαφτεί.
Είναι πολύ φτηνότερο
κάτω στη Νότια Αμερική
που οι μιναδόροι δουλεύουνε για ψίχουλα.

Έτσι μπήκε λουκέτο στ’ ορυχείο
και σάπιζε το σιδηρομετάλλευμα
και το δωμάτιο μύριζε βαριά απ’ το πιοτό.
Όπου το μουλωχτό λυπητερό τραγούδι
έκανε την ώρα να φαίνεται διπλή
καθώς δεν έλεγε να βασιλέψει ο ήλιος.

Ενώ περνούσα την ημέρα στο παράθυρο
κι εκείνος μιλούσε με τον εαυτό του,
έτσι μεγάλωνε η σιωπή της γλώσσας.
Ώσπου ένα πρωΐ τα ξημερώματα
βρήκα το κρεβάτι αδειανό,
κι έμεινα μόνη με τρία παιδιά.

Το καλοκαίρι πέρασε,
η γη αρχίζει να κρυώνει,
τα μαγαζιά κλείνουν ένα-ένα.
Τα παιδιά μου θα φύγουν
έτσι και μεγαλώσουν λίγο.
Τίποτα πια δεν τα κρατάει εδώ.

Μετάφραση: Άλκης Ράφτης

Εδώ, μπορείτε να ακούσετε το τραγούδι.

ΜΠΟΜΠ ΝΤΥΛΑΝ [BOB DYLAN (1941)]: Το μπλουζ του Βορρά

Ελάτε, συναχθείτε, φίλοι όλοι
να σας πω μιαν ιστορία
για τότε που ήταν κάμποσα τα ορυχεία
και σπασμένα τα τζάμια στα παραθύρια
κι οι γέροι στα παγκάκια
σου λέγαν πώς άδειασε η πόλη.

Τα δικά μου τα παιδιά
στης πόλης μεγαλώνουν τη βόρεια μεριά
μα εγώ στην άλλη άκρη
πέρασα τα χρόνια μου τα παιδικά
κι από το πρώτο μου δάκρυ
αρρώστησε η μάνα μου βαριά
ο αδελφός μου ο μεγάλος
με μεγάλωσε μοχθώντας κι αυτός σκληρά.

Κυλούσε μ’ αφθονία τ’ ορυκτό
καθώς από την πόρτα μας κυλούσαν και τα χρόνια
κι ολούθε ηχούσαν φτυάρια και βαγόνια.
Ώσπου μιαν άγρια μέρα
ο αδελφός μου σπίτι δεν γύρισε
όπως συνέβη και παλιά με τον πατέρα.

Το λοιπόν, περίμενα όλο το χειμώνα, μόνη
με το βλέμμα στο παραθύρι στυλωμένο
σαν μαραμένη ανεμώνη.
οι φίλες μου καλά και στοργικά μου φέρθηκαν
και στο σχολείο πια δεν πήγαινα
μιας και με της άνοιξης τον πρώτο ήχο
παντρεύτηκα
τον Τζων Τόμας
έναν μεταλλωρύχο.

Κύλησαν τα χρόνια πάλι
κι όλα πήγαιναν καλά δίχως λάθη
και γιόμιζε του σπιτικού μας το καλάθι.
Κάναμε και τρία παιδιά
κι ύστερα δίχως αιτία καμιά
έπεσε στο μισό η δουλειά.

Κι έπεσε ακόμα πιο πολύ μετά
κι αισθανόσουν τον αέρα να παγώνει
κι ήρθε ένας άντρας απ’ τα δυτικά
κι είπε σε μια βδομάδα
πάει, όλο τ’ ορυχείο κλείνει, τελειώνει.

Έλεγαν τα μεγάλα αφεντικά
πως είν’ τα μεροκάματα ψηλά.
Δεν αξίζει, είπανε, να σκάβουμε άλλο πια.
Όλα τους έρχονται πολύ πιο φτηνά
στης Νότιας Αμερικής τα μέρη
που οι μεταλλωρύχοι δε παίρνουν μία στο χέρι.

Και σφάλισαν του ορυχείου την πύλη
και σάπισε του σίδηρου η ύλη
και γέμισε η κάμαρα με του αλκοόλ τις αναθυμιάσεις.
Σαν έρχεται η φτώχεια
σου ’ρχεται εύκολο το ποτήρι σου να πιάσεις
και τα τραγούδια έγιναν λυπητερά
κι έκαναν την ώρα να κυλάει πολύ αργά
σαν περίμενα τον ήλιο να βυθιστεί ξανά.

Κι έμεινα πλάι στο παράθυρο να ζω,
ενώ εκείνος μιλούσε στον ίδιο του τον εαυτό
κι ήταν όλα ξανά βουβά.
Κι ένα πρωΐ ξυπνάω και βρίσκω τα σεντόνια αδειανά
και να ’χω απομείνει
μόνη με τρία παιδιά.

Το καλοκαίρι έφυγε κι ήρθε το χιόνι
κι όλη η πόλη παγώνει και κρυώνει
κατεβαίνουν ένα-ένα τα ρολά
και σαν θα μεγαλώσουν
θα μου φύγουν τα παιδιά.
Δεν υπάρχει από καιρό
τίποτε να τα κρατάει εδώ.

Μετάφραση: Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης

Εδώ, μπορείτε να ακούσετε την διασκευή της Τζόαν Μπαέζ.

ΜΠΟΜΠ ΝΤΥΛΑΝ [BOB DYLAN (1941)]: Της ελευθερίας οι καμπάνες

Πέρα μακριά ανάμεσα στο λιόγερμα
και την πένθιμη κωδωνοκρουσία του μεσονυχτιού
λουφάξαμε στο σπίτι
σαν ακούσαμε τη βροντή του κεραυνού
καθώς αστροπελέκια μαγικά
άπλωσαν σκιές στους ήχους
κι ήταν σαν ν’ άκουγες πίσω απ’ τους τοίχους
ν’ αστράφτουν της ελευθερίας οι καμπάνες
ν’ αστράφτουν για τους πολεμιστές
που το σθένος τους είναι τον πόλεμο να αρνηθούν
ν’ αστράφτουν για τους φυγάδες που τον δρόμο τον άοπλο τραβούν
ν’ αστράφτουν για τους στρατιώτες που δεν θέλουν
να σκοτώσουν μήτε να σκοτωθούν
κι εμείς κοιτούσαμε της ελευθερίας τις καμπάνες
ν’ ακτινοβολούν.

Μες στης πόλης το καμίνι
να κοιτάμε είχαμε μείνει
με πρόσωπα κρυμμένα ενώ έσφιγγαν οι τοίχοι
και του γάμου οι καμπάνες
χάνονταν καθώς πύκνωναν της βροχής οι ήχοι
κι έλιωναν μες στις καμπάνες της αστραπής
που σήμαιναν για τον άσωτο, για τον παρία της ζωής
για τον εξεγερμένο, για τον παρατημένο
για τον ταπεινό, τον καταφρονεμένο
για τον κατατρεγμένο, για τον κυνηγημένο
ναι, γι’ αυτούς τώρα οι κωδωνοκρουσίες θ’ ακουστούν
κι εμείς κοιτούσαμε της ελευθερίας τις καμπάνες
ν’ ακτινοβολούν.

Και μες στο τρελό σφυροκόπημα απ’ το άγριο χαλάζι
ο ουρανός θαρρείς γυμνός
άρχισε ποιήματα να γράφει και να ουρλιάζει
για το πώς οι καμπάνες απ’ την εκκλησιά
δεν ακούγονται πια
κι ακούγονται οι καμπάνες απ’ τ’ αστροπελέκια μοναχά
να χτυπάνε για τον ευγενικό
να χτυπάνε για τον καλό
να χτυπάνε γι’ αυτούς που προστατεύουν το μυαλό
και για τον ζωγράφο τον λεύτερο
που περιμένει τους καλούς καιρούς να ’ρθούν
κι εμείς κοιτούσαμε της ελευθερίας τις καμπάνες
ν’ ακτινοβολούν.

Μες στο άγριο καθεδρικό βράδυ
η βροχή να λέει ιστορίες στο σκοτάδι
γι’ απογυμνωμένες απρόσωπες μορφές
για γλώσσες που δεν έχουνε μιλιές
για συμβάσεις, για τετελεσμένες καταστάσεις
κι οι καμπάνες να ηχούν για τους κουφούς
για τους τυφλούς, για τους μουγκούς
για τους αδικημένους
για τους παραγκωνισμένους
για τις μανάδες που απόμειναν μόνες
για τις ξεπεσμένες πόρνες
για τους παράνομους που άγρια τους κυνηγούν
κι εμείς κοιτούσαμε της ελευθερίας τις καμπάνες
ν’ ακτινοβολούν.

Κι αν ένα σύννεφο λευκό φάνηκε ξαφνικά
στου ουρανού του μαύρου μιαν απόμακρη γωνιά
και μια υπνωτική ομίχλη απλωνότανε αργά
το ηλεκτρισμένο φως εκτόξευε ακόμη βέλη
αλλά μονάχα γι’ αυτούς που περιπλανιούνται
και κρύβονται στα έλη
γι’ αυτούς που αναζητούν
και το αμίλητο μονοπάτι ακολουθούν
για τους εραστές τους μοναχικούς
που απ’ τον έρωτα έμελλε πολύ να λαβωθούν
για κάθε άκακη και τρυφερή ψυχή
που αναίτια σαπίζει μες στη φυλακή
για όσους έλαχε δίχως να πληγώσουνε να πληγωθούν
κι εμείς κοιτούσαμε της ελευθερίας τις καμπάνες
ν’ ακτινοβολούν.

Με βλέμμα ονειροπόλο και χείλη να γελούν
σαν αναθυμάμαι πώς είχαμε μαζευτεί
δίχως οι ώρες να κυλάνε γιατί είχαν μαγευτεί
κι ακούγαμε για ύστατη φορά
και ρίχναμε μια τελευταία ματιά
σαγηνεμένοι
αφημένοι
ώσπου οι καμπάνες να σταματήσουν να χτυπούν
ναι, να χτυπούν για κείνους που πονούν
για τους αναρίθμητους σαστισμένους, συγχυσμένους
βασανισμένους, ταλαιπωρημένους
για όλους τους κρεμασμένους
για κείνους που οι λαβωματιές τους
δεν μπορούν να γιατρευτούν
κι εμείς κοιτούσαμε της ελευθερίας τις καμπάνες
ν’ ακτινοβολούν.

Μετάφραση: Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης

Εδώ, μπορείτε να ακούσετε την διασκευή των Byrds.

ΜΠΟΜΠ ΝΤΥΛΑΝ [BOB DYLAN (1941)]: Οι πύλες της Εδέμ

Για τον πόλεμο και την ειρήνη η αλήθεια στριφογυρνάει
ο δειλινός της γλάρος αρχίζει να γλιστράει.
Πάνω σε σύννεφα τετράποδα του δάσους
ο άγγελος καουμπόυ αγέρωχος καλπάζει.
Το κερί του αναμμένο προς τον ήλιο να κοιτάζει,
αν και η λάμψη του παίρνει να σκοτεινιάζει,
όλα έτσι εκτός κι αν είναι
κάτω απ’ της Εδέμ τα δέντρα.

Ο φανοστάτης στέκεται με χέρια διπλωμένα
τα σιδερένια νύχια του να είναι καρφωμένα
σε κράσπεδα κάτω από τρύπες όπου τα μωρά θρηνούν
κάνει τις σκιές του πάνω στο μεταλλικό σήμα ν’ απλωθούν.
Όλα, μα όλα, δεν μπορεί παρά να πέσουν, να χαθούν
μ’ ένα χτύπημα συντριπτικό
μα δίχως νόημα κι αυτό
ήχος μηδέν
από τις πύλες της Εδέμ.

Ο άγριος στρατιώτης μπήγει το κεφάλι του στην άμμο
κι ύστερα παραπονιέται με το παραπάνω
στον ξυπόλητο κυνηγό που είναι πια κουφός
μα παραμένει ορθός.
Εκεί που αλυχτάνε τα σκυλιά
στα πλοία με τα χρωματιστά πανιά
που πλέουν μ’ ένα τσούρμο φίλες
για τις Εδέμ τις πύλες.

Με μια πυξίδα από το χρόνο σκουριασμένη
ο Αλαντίν με το λυχνάρι του κάθεται και περιμένει
μαζί με ουτοπικούς ερημίτες μοναχούς
στου Χρυσού Μόσχου πάνω τη σέλα.
Κι όσο κι αν λένε ‘‘Στον Παράδεισο έλα!’’
μήτε ένα γέλιο δεν ακούς
παρά μονάχα μέσα
απ’ της Εδέμ της πύλες.

Σχέσεις ιδιοκτησίας ψιθυρίζουν στα φτερά
εκείνων που καταδικάστηκαν να πράττουν συνετά
και περιμένουν τον έναν μετά τον άλλο βασιλιά.
Κι εγώ προσπαθώ να τραγουδήσω αρμονικά
μ’ αυτό που ο μοναχικός σπουργίτης τραγουδά
και λέω ότι πίσω απ’ τις πύλες της Εδέμ
δεν θα βρεις κανέναν βασιλιά.

Η μηχανοκίνητη μαύρη μαντόνα τρέχει
είναι η δίτροχη βασίλισσα τσιγγάνα που φωνάζει
ένα ασημοστόλιστο φάντασμα έχει
και μαζί κάνουν τον νάνο με τη γκρι φανέλα να ουρλιάζει.
Καθώς κλαψουρίζει στα κακά πουλιά τ’ αρπακτικά
που τσιμπολογάνε τα ψίχουλα της αμαρτίας του ξανά
μα δεν υπάρχουν αμαρτίες πίσω απ’ τις πύλες της Εδέμ, παιδιά.

Τα βασίλεια της Εμπειρίας σαπίζουν ξαφνικά
μες στου ακριβού αγέρα τα χτυπήματα τα δυνατά,
ενώ οι φτωχοί τα υπάρχοντά τους ανταλλάζουν
ο ένας του άλλου τ’ αγαθά ζηλεύει που όλα μοιάζουν.
Ενώ η πριγκίπισσα κι ο πρίγκιπας κουβεντιάζουν
για το τι είναι και τι δεν είναι αληθινό
μες στης Εδέμ τις πύλες σημασία καμιά δεν έχει αυτό.

Ο ήλιος ο αλλοδαπός αλληθωρίζει
πάνω απ’ το κρεβάτι μου που ούτε μένα δεν γνωρίζει,
καθώς άγνωστοι, γνωστοί και φίλοι
θέλουν να παραιτηθούν από της μοίρας τους την ύλη
και λεύτεροι μένουν οι άλλοι,
ό,τι θέλουν να κάνουν κι ύστερα να πεθάνουν πάλι.
Και δίκες δεν γίνονται, φίλοι και φίλες
πίσω απ’ της Εδέμ τις Πύλες.

Κι έρχεται η αγαπημένη μου σαν φέξει η αυγή
να με δει και τα όνειρά της να μου πει
και κανείς δεν προσπαθεί
να θάψει ή να σκεπάσει με χώμα
τη λάμψη αυτών που ακούγονται από το κάθε στόμα
και μερικές φορές θαρρώ
πως λέξεις δεν υπάρχουν άλλες
εξόν απ’ αυτές που λεν το αληθινό
μα να πιστεύω έχω τη συνήθεια
πως πίσω απ’ της Εδέμ τις πύλες δεν υπάρχει αλήθεια.

Μετάφραση: Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης

Εδώ, μπορείτε να ακούσετε την διασκευή της Julie Felix.

ΜΠΟΜΠ ΝΤΥΛΑΝ [BOB DYLAN (1941)]: Όλα εντάξει, αιμορραγώ μονάχα

Μες στο καταμεσήμερο πλακώνει σκοτεινιά
σκιά απλώνει ακόμα και στ’ ασημένια πιατικά
η χειροποίητη λεπίδα, το μπαλόνι του παιδιού
έκλειψη προκαλούν και του ήλιου και του φεγγαριού
να σε καταλάβω πιο γρήγορα απ’ όσο μπορώ
δεν έχει νόημα να το προσπαθώ.

Απειλές αιχμηρές εκτοξεύονται με χλευασμό
αυτόχειρες παρατηρήσεις βγάζουν το σκασμό
απ’ του τρελού το επιστόμιο το χρυσό
το κούφιο κέρας παίζει λόγια χαμένα
λόγια που προειδοποιούν απεγνωσμένα
πως δεν καταπιάνεται με το να μένει ζωντανός
μα καταπιάνεται με το να είναι νεκρός.

Σαν μια σελίδα πετάει έξω από την πόρτα ο πειρασμός
την ακολουθείς, σε πόλεμο μπλέκεσαι ο φτωχός
βλέπεις πως βρυχώνται του οίκτου οι καταρράκτες
νοιώθεις πως θέλεις να θρηνήσεις
αλλά αντίθετα από πριν θ’ ανακαλύψεις
πως τώρα πια θ’ αλλάξεις
και θα ’σαι, ακόμα ένας
έτοιμος να κλάψεις.

Έτσι λοιπόν μη φοβηθείς
αν στ’ αυτί σου φτάσει
ένας ξένος ήχος
όλα εντάξει, εγώ είμαι μονάχα
που έχω απλώς στενάξει.

Κάποιοι προβλέπουν νίκη, κάποιοι συντριβή
υπάρχουν λόγοι προσωπικοί
άλλοι σπουδαίοι, άλλοι ποταποί
στα μάτια αυτών που καλούν μπορείς να δεις
ότι άλλοι να σε σκοτώσουν θέλουν
και άλλοι να σε κάνουν στο χώμα να συρθείς
ενώ άλλοι λένε ότι τίποτα εξόν το μίσος
δεν πρέπει να μισείς.

Λέξεις γυμνές σαν σφαίρες αλυχτούνε
θεοί ανθρώπινοι σκοπεύουν και χτυπούνε
κατασκευάζουνε τα πάντα πια
από πλαστικά οπλοπολυβόλα που σπινθηροβολούνε
μέχρι πλαστικούς Εσταυρωμένους που στο σκοτάδι λαμποκοπούνε
Δεν είναι δύσκολο να δεις δίχως να κοιτάξεις μακριά
ότι στ’ αλήθεια λίγα έχουν μείνει όσια και ιερά.

Ενώ κήρυκες κηρύσσουν για κακές μοίρες
δάσκαλοι διδάσκουν ότι η γνώση έχει υπομονή
μπορεί να σε οδηγήσει σε πιατικά που κάνουν χίλιες λίρες
κι η καλοσύνη λουφάζει πίσω απ’ τις δικές της θύρες
Αλλά ακόμα και ο πρόεδρος των ΗΠΑ ο τρανός
καμιά φορά πρέπει να στέκεται γυμνός.

Και μ’ όλο που του δρόμου οι νόμοι έχουν καθιερωθεί
είναι μονάχα τα τεχνάσματα των ανθρώπων
που πρέπει ν’ αποφύγουν οι δικοί σου ελιγμοί
και όλα εντάξει, κανείς να μην ανησυχεί
θα τα καταφέρω εγώ μια και καλή.

Έρχονται να σ’ εξαπατήσουν οι διαφημίσεις
πως είσαι ένας και μοναδικός να νομίσεις
ότι μπορείς να κάνεις ό,τι κανείς δεν μπόρεσε ως τώρα
ότι καθετί μπορείς να νικήσεις με τη δική σου φόρα
στο μεταξύ, εσύ χαμένος στην ευκολία
και η ζωή ν’ αλλάζει κι εσύ να είσαι η λεία.

Χάνεσαι, ξαναγυρίζεις, να’ σαι
και νιώθεις ξαφνικά ότι τίποτε δεν έχεις να φοβάσαι
στέκεις μόνος και κανείς δεν είν’ κοντά
όταν μια τρεμάμενη φωνή, ακούγεται μα όχι καθαρά
κι αιφνιδιάζει τα κοιμισμένα σου αυτιά
και λέει ότι σε βρήκανε ξανά.

Μια ερώτηση τα νεύρα σου τραντάζει
μα ξέρεις, δεν βρίσκεται απάντηση να ταιριάζει
να σε ικανοποιήσει
πως δεν τα παρατάς και πάλι να σε πείσει
να μείνει μέσα σου και το μυαλό σου να μη λησμονήσει
πως από καιρό, από πολύ καιρό
δεν ανήκεις μήτε σ’ αυτήν μήτε σ’ αυτόν μήτε σ’ αυτό.

Μ’ όλο που οι αφέντες φτιάχνουν τους κανόνες
και για τον σοφό και για τον τρελό
δεν έχω τίποτε, στους δρόμους, στους λειμώνες
κι εγώ για ν’ ανταποκριθώ.

Γι’ αυτούς που υπακούνε σε κάθε εξουσία
ο έντιμος ο σεβασμός δεν έχει καμία σημασία
περιφρονούν τη μοίρα τους, την ίδια τους την εργασία
αυτοί μιλάν με ζήλια για όσους ζουν μ’ ελευθερία
αυτοί είν’ ικανοί τα λουλούδια να φροντίσουν
μόνο και μόνο για να ‘χουν κάτι να πουλήσουν.

Κάποιοι είναι βαφτισμένοι σε αρχές
σε κομμάτων αυστηρές επιταγές
σε μεταμφιεσμένες λέσχες κοινωνικές
κι όσους είναι στην απέξω άγρια επικρίνουν
η ελευθερία τούς κάνει να τα χάνουν
άλλο δεν συζητάν παρά ποιον είδωλο να κάνουν
Γι’ αυτό κινούνε ουρανό και γη
αυτόν παρακαλάνε τον Θεό να τον ευλογεί.

Κάποιος που η φωτιά τη γλώσσα του τσουρουφλίζει
στην άθλια χορωδία γαργαρίζει
της κοινωνίας οι τανάλιες τον έχουνε παραμορφώσει πια
κι αυτός διόλου δεν νοιάζεται ν’ ανέβει στα ψηλά
αλλά μάλλον εσένα να τραβήξει χαμηλά
σε μια τρύπα φοβερή
όπου εκεί έχει χωθεί.

Μα δεν έχω τίποτα εναντίον μήτε θέλω να κατηγορήσω
όποιον σ’ ένα κελάρι κατοικεί
δικιά του είν’ η ζωή
κι είναι εντάξει, ακόμα κι αν δεν μπορώ να τον ευχαριστήσω.

Γριές δικαστίνες τα ζευγάρια παρακολουθούν
που τον έρωτα πια ν’ απολαύσουν δεν μπορούν
κίβδηλα ήθη διαλαλούν
προσβολές, άγριες βλοσυρές ματιές
ενώ το χρήμα δεν μιλάει
το χρήμα βλαστημάει
αισχρότητα, ναι, μα ποιος νοιάζεται στ’ αλήθεια
όλα προπαγάνδα, ελεεινή συνήθεια.

Άλλοι υπερασπίζονται αυτό που να δουνε δεν μπορούν
ενός φονιά την περηφάνια, απορούν
ασφάλεια ζητάνε μανιακά
μα μυαλά τινάζονται στον αέρα πικρά
γι’ αυτούς που θαρρούν πως του θανάτου η σφυριά
η έντιμη κατραπακιά
δεν θα έρθει να τους χτυπήσει φυσικά
της ζωής τα δευτερόλεπτα καμιά φορά
θα πρέπει να είναι πολύ μοναχικά.

Τα μάτια μου συγκρούονται μετωπικά
με παραγεμισμένα νεκροταφεία, φριχτά
με ψεύτικους θεούς, και σέρνομαι ξανά
στης μικροψυχίας τα σκοτεινά στενά
πασχίζω από χειροπέδες νοερές ν’ απαλλαγώ
λέω φτάνει, την κοπανάω από δω
το έχω δει το έργο ξανά εγώ.

Αν μπορούσαν να δουν τα όνειρα μου όλα
και τις σκέψεις μου, θα μ’ έστελναν στην καρμανιόλα
Αλλά εντάξει, τι μπορεί κανείς να πει
Εντάξει, λέω, αυτή κι όχι άλλη είν’ η ζωή.

Μετάφραση: Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης

Εδώ, μπορείτε να ακούσετε το τραγούδι:

ΜΠΟΜΠ ΝΤΥΛΑΝ [BOB DYLAN (1941)]: Όλα τελειώσαν τώρα, θλιμμένο μου παιδί

Πρέπει να φύγεις τώρα, πάρε ότι νομίζεις πως θ’ αντέξει.
Μα ότι θέλεις να κρατήσεις, καλύτερα από τώρα να τ’ αρπάξεις.
Πέρα εκεί το ορφανό σου στέκεται με τ’ όπλο,
κλαίγοντας σαν την φωτιά στον ήλιο.
Κοίταξε έξω, οι άγιοι αρχίσανε να καταφτάνουν
κι όλα τελειώσαν τώρα, θλιμμένο μου παιδί.

Οι δημοσιές είναι για τυχοδιώκτες, καλύτερα φυλάξου.
Πάρε μαζί σου ότι από δω κι εκεί έχεις μαζέψει.
Στο δρόμο ο ζωγράφος με τ’ αδειανά τα χέρια
μες στα σεντόνια σου τρελά μοτίβα ζωγραφίζει.
Κι ο ουρανός αυτός επίσης σε τυλίγει
κι όλα τελειώσαν τώρα, θλιμμένο μου παιδί.

Όλοι οι ζαλισμένοι ναύτες γραμμή τραβάνε σπίτι.
Κι οι πεζοναύτες σου κι αυτοί γυρνάνε πίσω.
Ο εραστής που απ’ την πόρτα σου έξω μόλις βγήκε
όλες τις κουβέρτες απ’ το πάτωμα μαζί του πήρε.
Κι η φλοκάτη κάτω απ’ τα πόδια φεύγει
κι όλα τελειώσαν τώρα, θλιμμένο μου παιδί.

Τα χώματα που πάτησες άσε τα πίσω, κάτι άλλο σε καλεί.
Ξέχνα το θάνατο που άφησες, δεν θα σ’ ακολουθήσουν.
Ο μπαγαπόντης που την πόρτα σου χτυπάει
είναι ντυμένος με τα ρούχα που κάποτε φορούσες.
Άναψε ένα ακόμη σπίρτο και πάλι ξανά ξεκίνα
κι όλα τελειώσαν τώρα, θλιμμένο μου παιδί.

Μετάφραση: Γιάννης Τζώρτζης

Εδώ, μπορείτε να ακούσετε την διασκευή των Them.

ΜΠΟΜΠ ΝΤΥΛΑΝ [BOB DYLAN (1941)]: Η μπαλάντα ενός κοκαλιάρη

Μες στο δωμάτιο περπατάς
στο χέρι το μολύβι σου κρατάς
βλέπεις κάποιον να στέκεται γυμνός
ρωτάς, ‘‘Μα ποιος είν’ αυτός;’’
πασχίζεις πολύ
μα δεν καταλαβαίνεις γρυ
τι θα πεις
πίσω σαν βρεθείς.

Γιατί κάτι γίνεται εδώ
και δεν ξέρεις τι, λέω εγώ
έτσι δεν είναι, μίστερ Τζόουνς;

Σηκώνεις το κεφάλι
‘‘Εδώ είναι το εδώ αυτό;’’ ρωτάς πάλι
και κάποιος σε δείχνει με το δάχτυλο και λέει
‘‘Δικό του είναι’’
κι εσύ ‘‘Τι ’ναι δικό μου;’’ λες
και κάποιος άλλος λέει, ‘‘Που είναι τι, πες’’
κι εσύ λες, ‘‘Ω Θέ’ μου, τι να πω;
Μπας κι είμαι ολομόναχος εδώ;’’

Γιατί κάτι γίνεται εδώ
και δεν ξέρεις τι, λέω εγώ
έτσι δεν είναι, μίστερ Τζόουνς;

Με το εισιτήριο στο χέρι
πας να δεις τον Παλιάτσο Τρελοχασομέρη
που έρχεται αμέσως στη μεριά σου
και τον ακούς να σου λέει μες στ’ αυτιά σου
‘‘Πώς νοιώθεις να ’σαι τόσο τέρας;’’
κι εσύ λες, ‘‘Σαν δίχως παιδί πατέρας’’
κι αυτός αντί σέκος να μείνει
αμέσως ένα κόκαλο σου δίνει.

Γιατί κάτι γίνεται εδώ
και δεν ξέρεις τι, λέω εγώ
έτσι δεν είναι, μίστερ Τζόουνς;

Έχεις πιάσει φιλία
μ’ αυτούς που εμπορεύονται ξυλεία
για να σου δώσουνε στοιχεία
αν κάποιος σου επιτεθεί στη φαντασία
αλλά κανείς δεν δείχνει σεβασμό
κι από σένα περιμένουν μονάχα υδωρ και γη
να δώσεις και καμιά επιταγή
σ’ αυτούς που καταφέρνουν και μειώνουν το δασμό.

Με καθηγητές έκανες παρέα
που έβρισκαν τη μούρη σου πολύ ωραία
και με δικηγόρους μεγάλους και τρανούς
κουβέντιασες για λαμόγια και λεπρούς
και διάβασες όλα του Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ τα βιβλία
το ξέρουν αυτό σ’ όλη την παραλία.

Γιατί κάτι γίνεται εδώ
και δεν ξέρεις τι, λέω εγώ
έτσι δεν είναι, μίστερ Τζόουνς;

Κι έρχεται αυτός που καταπίνει τα σπαθιά
και γονατίζει σ’ εσένα, ναι, σιμά
και κάνει το σταυρό του και ορκίζεται
και δίχως να ζορίζεται
λέει, ‘‘Να πάρε πίσω το λαιμό σου
σ’ ευχαριστώ για το δάνειό σου’’.

Γιατί κάτι γίνεται εδώ
και δεν ξέρεις τι, λέω εγώ
έτσι δεν είναι, μίστερ Τζόουνς;

Και τον μονόφθαλμο τον νάνο να δεις ήρθε η ώρα
κι ουρλιάζει τη λέξη, ‘‘ΤΩΡΑ’’
κι εσύ, ‘‘Τι σημαίνει πάλι αυτό;’’ ρωτάς
κι αυτός λέει ‘‘Πώς;’’
κι εσύ λες, ‘‘Μα που το πας;’’
κι αυτός κραυγάζει γελαστός
‘‘Είσ’ ένα γελάδι
δώσ’ μου γάλα τώρα
ή χάσου στης χώρας το σκοτάδι’’.

Γιατί κάτι γίνεται εδώ
και δεν ξέρεις τι, λέω εγώ
έτσι δεν είναι, μίστερ Τζόουνς;

Το λοιπόν, στο δωμάτιό σου περπατάς
σαν καμήλα, μορφάζεις, δεν ξέρεις που πατάς
τα μάτια σου στην τσέπη βάζεις
τη μύτη σου στο πάτωμα κατεβάζεις
θα ’πρεπε να ’χουμε ένα νόμο αυστηρό
να μην ξαναπατήσεις το πόδι σου εδώ
σαν φτάνεις, να φεύγεις βιαστικά
κι όλη μέρα να φοράς ακουστικά.

Γιατί κάτι γίνεται εδώ
και δεν ξέρεις τι, λέω εγώ
έτσι δεν είναι, μίστερ Τζόουνς;

Μετάφραση: Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης

Εδώ, μπορείτε να ακούσετε το τραγούδι:

ΜΠΟΜΠ ΝΤΥΛΑΝ [BOB DYLAN (1941)]: Γύρω-γύρω στη σκοπιά

‘‘Θα υπάρχει κάποια διέξοδος’’, είπ’ ο παλιάτσος στον ληστή,
‘‘γύρω μας βλέπω σύγχυση, γαλήνη δεν θα βρεις.
Έμποροι πίνουν το κρασί μας, κι άλλοι σκάβουν τη γη
κανένας νόμος δεν ισχύει, τα πάντα έχουν χαθεί’’.

‘‘Δεν χρειάζεται ν’ ανησυχείς’’, ήταν τα λόγια του ληστή,
‘‘βρίσκοντ’ εδώ πολλοί από μας, που ’χουν γι’ αστείο τη ζωή,
κι ας μην ήτανε γραφτό, τα ’χουμε ζήσει όλ’ αυτά,
ας μη μιλάμε πια λοιπόν, η ώρα είν’ αργά’’.

Γύρω-γύρω στη σκοπιά, πρίγκιπες ξαπρυπνούν
καθώς γυναίκες και παιδιά, ξυπόλητοι περνούν.

Κάπου απ’ έξω μακριά, αγριόγατος βογκάει
πλησιάζουν καβαλάρηδες, τ’ αγέρι λυσσομανάει.

Μετάφραση: Δημήτρης Πουλικάκος

Εδώ, μπορείτε να ακούσετε την διασκευή του Jimi Hendrix.

ΜΠΟΜΠ ΝΤΥΛΑΝ [BOB DYLAN (1941)]: Ο παλιάτσος κι ο ληστής

‘‘Ήρθα τρεχάτος μέχρι εδώ’’,
είπε ο παλιάτσος στο ληστή,
‘‘κι αν σου ’χει μείνει μια σταλιά ντροπή,
δώσε λιγάκι προσοχή.

Έμποροι πίνουν το κρασί μας
και κλέβουνε τη γη,
εσύ είσαι η μόνη μας ελπίδα,
περιμένουμε να ’ρθείς’’.

‘‘Τα παίρνεις όλα πολύ στα σοβαρά’’
ήταν τα λόγια του ληστή
‘‘έχουν περάσει όλ’ αυτά,
πάει καιρός πολύς.

Εδώ επάνω στα βουνά,
δεν δίνω δυάρα τσακιστή,
για ό,τι έχει κερδηθεί,
για ό,τι έχει πια χαθεί’’.

Πίσω απ’ του κάστρου τη σκοπιά,
οι πρίγκιπες κοιτούν,
καθώς γυναίκες και παιδιά
φεύγουν για να σωθούν.

Κάπου έξω μακριά,
ο άνεμος βογκά·
ζυγώνουν καβαλάρηδες
με όπλα και σκυλιά.

Μετάφραση: Διονύσης Σαββόπουλος

Εδώ, μπορείτε να ακούσετε την διασκευή του Διονύση Σαββόπουλου.

ΜΠΟΜΠ ΝΤΥΛΑΝ [BOB DYLAN (1941)]: Άγγελος εξάγγελος

Άγγελος εξάγγελος μας ήρθε από μακριά
γερμένος πάνω σ’ ένα δεκανίκι.
Δεν ήξερε καθόλου μα καθόλου να μιλά
και είχε γλώσσα μόνο για να γλείφει.

Τα νέα που μας έφερε ήταν όλα μια ψευτιά
κι ακούγονταν ευχάριστα στ’ αυτί μας
γιατί έμοιαζε μ’ αλήθεια η κάθε του ψευτιά
κι ακούγοντάς τον ησύχαζε η ψυχή μας.

Έστησε το κρεβάτι του πίσω απ’ την αγορά
κι έλεγε καλαμπούρια στην ταβέρνα
μπαινόβγαινε κεφάτος στα κουρεία και στα λουτρά
και χάζευε τα ψάρια μες στη στέρνα.

Και πέρασε ο χειμώνας κι ήρθε η καλοκαιριά
κι ύστερα πάλι ξανάρθανε τα κρύα
ώσπου κάποιο βραδάκι, τι του ’ρθε ξαφνικά
κι άρχισε να φωνάζει με μανία:

‘‘Τα πόδια μου καήκανε σ’ αυτήν την ερημιά
η νύχτα εναλλάσσεται με νύχτα
τα νέα που σας έφερα σας χάιδεψαν τ’ αυτιά
μ’ απέχουνε πολύ απ’ την αλήθεια’’.

Αμέσως καταλάβαμε τι πήγαινε να πει
και του ’παμε να φύγει μουδιασμένα.
Αφού δεν είχε νέα ευχάριστα να πει
καλύτερα να μην μας πει κανένα.

Μετάφραση: Διονύσης Σαββόπουλος

Εδώ, μπορείτε να ακούσετε την διασκευή του Διονύση Σαββόπουλου.

1 σχόλιο

Filed under ΜΠΟΜΠ ΝΤΥΛΑΝ