Tag Archives: ΡΩΣΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ

ΟΣΙΠ ΜΑΝΤΕΛΣΤΑΜ

ΟΣΙΠ ΕΜΙΛΙΕΒΙΤΣ ΜΑΝΤΕΛΣΤΑΜ [ОСИП ЭМИЛЬЕВИЧ МАНДЕЛЬШТАМ (1891-1939)]: Στη γερμανική γλώσσα

Καταστρέφοντας τον εαυτό μου, αναιρώντας τον,
μες σε διαρκείς αντιφάσεις, καθώς οι πεταλούδες
στο φως της λάμπας, θέλω πια να φύγω
από τη γλώσσα μου τη ρωσική – όσα κι αν της χρωστάω.

Δίχως υποκρισία ας είναι ο έπαινός μας,
και άδολη φιλία ας διώχνει η κολακεία.
Αλλά ας μάθουμε πρώτα τη σοβαρότητα και την τιμή
από μιαν άλλη οικογένεια της Δύσης.

Η ποίηση μπορεί και θύελλες να οργανώνει.
Θυμάμαι κείνο τον αξιωματικό το Γερμανό,
με το σπαθί του στεφανωμένο από τριαντάφυλλα,
και με το όνομα της Δήμητρας στα χείλη.

Τα σοφά κεφάλια της Φραγκφούρτης δεν είχαν ακόμα
σαλέψει, μήτε ο Γκαίτε πει το δικό του λόγο,
όταν οι ύμνοι σου γραφτήκανε, και, σαν άλογα,
χορεύανε τα γοτθικά σου γράμματα, σαν σημειωτόν.

Πέστε μου, φίλοι εσείς, σε ποια Βαλχάλλα
σπάζαμε, εσείς και γω, μαζί καρύδια,
ποιες λευτεριές ήταν δικές μας, κι ακόμα,
αν σεις δε βάζατε τους σταδιοδείκτες σας στο δρόμο μου;

Από τις ίδιες του Αλμανάχ σας τις σελίδες,
από τη νεόκοπη γερμανική τυπογραφία,
τρέξατε θαραλλέα μέχρι τον τάφο σας
καθώς, για μια κούπα κρασί Μοζέλλα, χώνεται κανείς στο υπόγειο.

Τούτη η ξένη γλώσσα, είναι για μένα μια αόρατη
μεμβράνη, και πολύ προτού να γεννηθώ,
ήμουν ένα γράμμα του αλφαβήτου της, ένα τσαμπί
από στίχους, ένα βιβλίο που, πριν το γράψεις, το ονειρεύτηκες.

Κι όταν ακόμα κοιμισμένος ήμουν, άμορφος,
με ξύπνησε με βιάση η φιλία, σαν μια ριπή.
Αχ, Νάχτιγκαλ, αηδόνι εσύ, δώσ’ μου τη μοίρα,
του Πυλάδη, ή τη γλώσσα μου ξερίζωσε: δεν τη θέλω.

Αηδόνι μου Θεέ, να που μ’ έχουν επιστρατέψει
για να βοηθήσω τα θανατικά τους και τα εφτάχρονα σφαγεία.
Κι ο ήχος πατικώνεται: οι λέξεις επαναστατούν, σφυρίζουν.
Όμως εσύ μένεις ζωντανή, κι εγώ δίπλα σου αναπαυμένος.

Μετάφραση: Θ. Δ. Φραγκόπουλος

ΟΣΙΠ ΕΜΙΛΙΕΒΙΤΣ ΜΑΝΤΕΛΣΤΑΜ [ОСИП ЭМИЛЬЕВИЧ МАНДЕЛЬШТАМ (1891-1939)]: [Τις ιστορίες δεν άκουσα ποτέ του Οσσιανού…]

Τις ιστορίες δεν άκουσα ποτέ του Οσσιανού,
τα χείλη μου δεν άγγιξαν κρασί παλιό.
Τούτ’ η πεδιάδα, πώς μου ’ρχεται στο νου
και της Σκωτίας το φεγγάρι σαν αίμα πορφυρό;

Ένα κοράκι με μιαν άρπα ταίρι
αχολογιούνται στην ύπουλη σιγή.
Των ιπποτών διαβαίνει έν’ ασκέρι,
τα μαντίλια λάμνουν στην απολαμπή.

Το ξέρω· ονείρατ’ άλλων ποιητών
ελάβαμε εξαίσια κληρονομιά μας,
τους βαρετούς μας γείτονες και σόγια συγγενών
εν γνώσει μας τους καταφρόνεσε η καρδιά μας.

Κι όχι ένας μόνος θησαυρός τους εγγονούς
παραμερίζοντας τα δισεγγόνια πάει να βρει.
Και πάλι ο σκάλδος τους στίχους τους παλιούς
τους ξαναπλάθει και σα δικούς του θα τους πει.

1914

Μετάφραση: Μήτσος Αλεξανδρόπουλος

ΟΣΙΠ ΕΜΙΛΙΕΒΙΤΣ ΜΑΝΤΕΛΣΤΑΜ [ОСИП ЭМИЛЬЕВИЧ МАНДЕЛЬШТАМ (1891-1939)]: Οδός Μαντελστάμ (1935)

– Ποια είν’ αυτή η οδός;
– Η Μαντελστάμ.
– Τι όνομα ανάποδο κι αυτό,
απ’ όπου να το πιάσεις
δεν είναι ίσιο, μα στραβό.

– Ίσιο δεν είχε τίποτα απάνω του,
ένα στραβάδι ήταν και στον χαρακτήρα.
Για τούτο και στο δρόμο δω
– τι δρόμος; Ένας λάκκος, αντάμ παπαντάμ –
εδώσανε το όνομα αυτού του Μαντελστάμ.

1935

Μετάφραση: Μήτσος Αλεξανδρόπουλος

ΟΣΙΠ ΕΜΙΛΙΕΒΙΤΣ ΜΑΝΤΕΛΣΤΑΜ [ОСИП ЭМИЛЬЕВИЧ МАНДЕЛЬШТАМ (1891-1939)]: Το ποίημα για τον Στάλιν

Ζούμε χωρίς στη χώρα μας να ζούμε
ανάκουστο κι από κοντά ό,τι πούμε,
κι αν πούμε, τα μισά τα λόγια κλίνουν
εις δόξαν του αγροίκου του Κρεμλίνου·
που ’χει χοντρά τα δάχτυλα σκουλήκια,
λόγια για καταδίκες μόνον δίκια,
κατσαριδίσια μάτια που γελούνε,
μπότες που λάμπουν σαν ποδοπατούνε.

Και γύρω του ετοιμόρροποι αρχηγίσκοι
ανθρωποϋποζύγια να τη βρίσκει,
να νιαουρίζει άλλος να σφυράει
κι Ατός του να διατάζει ως να μιλάει.
Σαν πέταλα τις εντολές του να ’χει
σε μάτι αν σε πετύχει ή σε στομάχι·
κάθε εκτέλεση γι’ αυτόν γιορτή,
του Οσέτου λεβεντόβλαχου η ορμή.

Μετάφραση: Ευγενία Κριτσέφτσκαγια – Γιάννης Πατίλης

Σχολιάστε

Filed under ΟΣΙΠ ΜΑΝΤΕΛΣΤΑΜ

ΑΝΝΑ ΑΧΜΑΤΟΒΑ

ΑΝΝΑ ΑΧΜΑΤΟΒΑ [АННА АХМАТОВА (1889-1966)]: Έσφιξα τα χέρια μου…

Έσφιξα τα χέρια μου κάτω απ’ τη μαντίλια…
‘‘Τι έχεις πάλι σήμερα κ’ είσαι έτσι χλωμή;’’
– Είναι που τον πότισα με φαρμάκια χίλια
κι απ’ την κούπα της καρδιάς του ξεχειλίζουν οι καημοί.

Παραπάταγε σα βγήκε κι απ’ τον πόνο
στράβωσε το στόμα του βασανιστικά…
Δεν άγγιξα τα κάγκελα στη σκάλα. Μόνο
σαν τον έφτασα στο δρόμο, είπα βιαστικά

και λαχανιασμένα. ‘‘Ήταν έν’ αστείο
όλα όσα γίνανε. Αν φύγεις, θα πεθάνω’’.
Το χαμόγελό του ήταν ψύχραιμο και κρύο.
Μού ’πε: ‘‘Πρόσεξε, φυσάει. Ανέβα πάνω’’.

Μετάφραση: Άρης Αλεξάνδρου

ΑΝΝΑ ΑΧΜΑΤΟΒΑ [АННА АХМАТОВА (1889-1966)]: Τη στοργή σου να δείχνεις…

Τη στοργή σου να δείχνεις ξανοίγοντας
την αλήθεια της πολύ διακριτικά.
Την ώρα σου χάνεις τυλίγοντας
το λαιμό μου στ’ ακριβά γουναρικά.

Κι άδικα δούλος και σκλάβος μου γίνεσαι
κι όλο για πρώτες αγάπες μιλάς.
Λες και δεν ξέρω πως υποκρίνεσαι,
τάχα δε βλέπω στα μάτια σου πόσο διψάς!

Μετάφραση: Άρης Αλεξάνδρου

ΑΝΝΑ ΑΧΜΑΤΟΒΑ [АННА АХМАТОВА (1889-1966)]: Ο χωρισμός

Σάμπως ο χωρισμός να μας τρομάζει:
πάνω μου εσύ ακουμπάς και πλάι σου εγώ απομένω
κι ας έχει αρχίσει πια να σκοτεινιάζει, –
κ’ είσαι εσύ σκεφτικός κ’ εγώ σωπαίνω.

Μπαίνουμε σ’ εκκλησία κ’ εκεί θωρούμε
ένα ξόδι, μια βάφτιση, ένα γάμο,
και φεύγουμε, γιατί δε θέλουμε να δούμε:
για μάς το ίδιο δε γίνεται… Τι άλλο να κάμω

παρά ν’ ακούω που άτονα αναστενάζεις,
στο κοιμητήρι, πλάι σου καθισμένη,
ενώ στο χιόνι τα παλάτια σχεδιάζεις
όπου θα ζούμε μαζί και χωρισμένοι.

Μετάφραση: Άρης Δικταίος

ΑΝΝΑ ΑΧΜΑΤΟΒΑ [АННА АХМАТОВА (1889-1966)]: Το τραγούδι της τελευταίας συνάντησης

Κρύα πέτρα μου πλάκωνε τα στήθη
μα ήταν ανάλαφρα τα βήματά μου.
Έβαλα το ζερβί στην ταραχή μου
γάντι, στο χέρι το δεξί μου.

Πολλά φαινόντανε τα σκαλοπάτια
κι ας ήξερα πως ήταν μόνο τρία!
Μέσα απ’ τα σφεντάμια ο Νοέμβρης μού λέει:
‘‘Έλα να πεθάνουμε μαζί!’’ και κλαίει.

‘‘Γελάστηκα – ακούς; – από μια μοίρα
άπιστη, μοχθηρή, δίχως καρδιά.’’
‘‘Κι εγώ, γλυκέ, γλυκέ μου – κάνω –
θα ’ρθώ μαζί σου να πεθάνω’’.

Του στερνού ραντεβού είναι το τραγούδι.
Στρέφω, το σκοτεινό σπίτι κοιτάζω.
Στην κάμαρα κεριά ανάβαν μόνο
με αδιάφορη κίτρινη φλόγα. Κρυώνω.

Καθώς με καλαμάκι την ψυχή μου ήπια.
Ξέρω τη γεύση της: φαρμάκι που μεθάει·
μα το μαρτύριο δεν χαλάω με ικεσίες·
γαλήνη τόσων ημερών, που πήες;

Όταν τελειώσεις, πές το. Δε λυπάμαι
κι αν λείψει από τη γην αυτή η ψυχή μου.
Θα πάρω σβάρνα δρόμους και σοκάκια
πως παίζουνε να βλέπω τα παιδάκια.

Ανθεί τ’ αγκαθοστάφυλο στους βάτους,
πίσω απ’ το φράχτη τούβλα κουβαλούνε.
Ποιος είσαι; Εραστής μου, αδερφός; Δεν ξέρω.
Να μάθω δε χρειάζεται, δε θέλω.

Πώς φέγγει εδώ δα και δίχως σκέπη·
το κουρασμένο ξεκουράζεται κορμί μου…
Κι οι διαβάτες με λυπούνται: η κακομοίρα,
σκέφτονται, χτεσινή φαίνεται χήρα.

Μετάφραση: Ρίτα Μπούμη-Παπά

ΑΝΝΑ ΑΧΜΑΤΟΒΑ [АННА АХМАТОВА (1889-1966)]: Απελευθέρωση (1945)

Τα ελάτια αγνός άνεμος λικνίζει,
τους κάμπους αγνό χιόνι καθαρίζει.
Πια πάνω σου βήμα εχθρού δε νοιώθεις, γη μου:
Απ’ άκρη σ’ άκρη ξεκουράσου, κοίμου.

Μετάφραση: Ρίτα Μπούμη-Παπά

ΑΝΝΑ ΑΧΜΑΤΟΒΑ [АННА АХМАТОВА (1889-1966)]: [Πάνω απ’ τη λίμνη στάθηκε η σελήνη…]

Πάνω απ’ τη λίμνη στάθηκε η σελήνη
και μοιάζει με παράθυρο ανοιχτό
σε φωτισμένο σπίτι, σιωπηλό,
όπου κάτι κακό λες κι έχει γίνει.

Μη φέραν τον αφέντη πεθαμένο,
μη φύγανε η κυρά κι ο εραστής,
ή το παπούτσι βρήκαν της μικρής
που χάθηκε, στην όχθη σκαλωμένο.

Από τη γη δε φαίνεται. Όμως όλοι
τη νοιώσαμε, βουβοί τη συμφορά.
Σκούζαν τα νυχτοπούλια σιγαλά,
βαρύς τάραξε αέρας το περβόλι.

Μετάφραση: Κάρολος Τσίζεκ

Σχολιάστε

Filed under ΑΝΝΑ ΑΧΜΑΤΟΒΑ

ΙΩΣΗΦ ΜΠΡΟΝΤΣΚΙ

ΙΩΣΗΦ ΑΛΕΞΑΝΤΡΟΒΙΤΣ ΜΠΡΟΝΤΣΚΙ [ИОСИФ АЛЕКСАНДРОВИЧ БРОДСКИЙ (1940-1996)]: Στο θάνατο του Ζούκοφ

Βλέπω τις φάλαγγες των παγωμένων απογόνων,
το φέρετρο πάνω στον κιλλίβαντα, τα καπούλια των αλόγων.
Ο άνεμος δε φέρνει ως εδώ που βρίσκομαι
των ρωσικών σαλπίγγων το λυγμό.
Το πτώμα είναι με τη μεγάλη στολή.
Ο Ζούκοφ, ο ορμητικός, φεύγει για το θάνατο.

Πολεμιστή, μπροστά σου πέφταν τα τείχη, ακόμα
κι’ όταν το εχθρικό ξίφος άξιζε περισσότερο απ’ το δικό σου.
Η πολεμική σου τέχνη θύμιζε τον Αννίβα
στις στέπες του Βόλγα.
Μα σαν τον Βελισσάριο, σαν τον Πομπήιο
τέλειωσες τις μέρες σου σε δυσμένεια, λησμονημένος.

Με διαταγή του έτρεξε του στρατιώτη το αίμα
σε ξένη γη. Τον έκλαψε;
Θυμήθηκε τους άντρες του πεθαίνοντας
στου πολίτη το άσπρο κρεβάτι;
Καθόλου. Τι θα τους πει,
σαν έρθει να τους συναντήσει στον Άδη; ‘Πολεμούσα’.

Για τη δίκαιη υπόθεση, μες στη μάχη
ο Ζούκοφ δε θα σύρει ποτέ πια το σπαθί του.
Κοιμήσου! Μέσα στη ρωσική ιστορία μια μόνο σελίδα φτάνει
για να διηγηθεί για τους ανθρώπους, που θαρραλέοι και τολμηροί
κυριεύαν ξένες πρωτεύουσες,
μα δεν έμπαιναν στη δική τους χωρίς να τρέμουν.

Στρατάρχη, η Λήθη είναι άπληστη.
Θα σβήσει τη δόξα σου όπως τις λέξεις μου·
όμως δέξου τη σεμνή προσφορά.
Εσύ, ας το πούμε πολύ δυνατά, σωτήρας της πατρίδας!
Χτυπάτε τύμπανα, ηχήστε πίφερα
δυνατά, καθαρά, σαν τον πετρίτη στο χιονισμένο χειμώνα.

1974, Λονδίνο.

Μετάφραση: Όλγα Βότση

Σχολιάστε

Filed under ΙΩΣΗΦ ΜΠΡΟΝΤΣΚΙ