Tag Archives: ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ

ΚΛΕΩΝ ΠΑΡΑΣΧΟΣ

ΚΛΕΩΝ ΠΑΡΑΣΧΟΣ (1894-1964): Madrigal triste

Σαν ένας κήπος είσαι, που διαβαίνοντας μια νύχτα,
απ’ έξω, κάποιοι κουρασμένοι, κάποιοι δυστυχείς

σταμάτησαν, κι ώρα πολλή οσφρανθήκαν, κάτι ρόδων,
ώρα οσφρανθήκαν, τη βαλσαμική ευωδία.
Α! μες στους πόνους των ο πιο πικρός δε θα ’ναι πόνος,
τα ρόδα εκείνα, η νύχτα εκείνη, εκείνη η μυρωδιά;…

Σχολιάστε

Filed under ΚΛΕΩΝ ΠΑΡΑΣΧΟΣ

ΜΙΝΩΣ ΖΩΤΟΣ

ΜΙΝΩΣ ΖΩΤΟΣ (1905-1932): Η προσδοκία ενός εραστού

Από παιδάκι αθόρυβα τη χάρη της δουλεύω·
στον έρωτά της τον κρυφό τη νιότη μου ασωτεύω,
μα κάποτε θα μου δοθεί το δώρο που γυρεύω.

Κι αν είναι και τα μάτια μου να ιδούν το ωραίο της σώμα
με κάνα Φαύνο ή Σάτυρο να κυλιστεί στο χώμα
θα πνίξω το παράπονο και θα προσμένω ακόμα.

Μα κάποτε, όταν έφηβος ωραίος κι εγώ θα γίνω,
το ερωτικό τραγούδι μου θ’ ακούσει και το θρήνο
και ξαφνιασμένη, τρυφερά θα με καλέσει: Μίνω…

Α! θ’ αγαπήσει κάποτες η δέσποινα κι εμένα
και μ’ ένα από τα χείλη της φιλί τ’ αγαπημένα
τη μυστικιά της ομορφιά θα εμπιστευτεί σ’ εμένα…

ΜΙΝΩΣ ΖΩΤΟΣ (1905-1932): Δικαίωσις

‘‘Ποινή πως έοικε Ση χάρις, Κύριε’’

Αγίων ψαλμοί και Αγγέλων κίνησις πολλή.
Η ανάκλησίς μου εν ουρανοίς εορτή μεγάλη.
Εν νεφέλη αφαρπάζομαι. Άγγελοι εν στολή
προς το αναβήναι με κρατούν απ’ την μασχάλη.

Και ιδού πομπή μακρά με δάδας και πυρσούς
με δέχεται εν οργάνοις· δεν απουσιάζει
εκ των Αγίων ουδείς, και μόνον ο Ιησούς,
ολοέν και πλέον βαρύθυμος, πέραν μονάζει.

Μακαρίζω την τύχην μου. Ευτυχής εγώ
ότι ηξιώθην χάριτος. Εδόθη μοι όντως
λαμπρά δικαίωσις τον Θεόν να υμνολογώ
εκ δεξιών Αγίου Κλαυδίου του μειδιώντος.

ΜΙΝΩΣ ΖΩΤΟΣ (1905-1932): Το ντελίριο του θανάτου

Ο αέρας βογγάει στις καστανιές,
σιμώνουν βαρυχειμωνιές.
Άγρια νυχτιά μέσα στο δάσο
ποτέ μου δεν θα σε ξεχάσω.

Δέντρα στου ανέμου την οργή
βαριά σωριάζονται στη γη
πέρα, μηνώντας κρύους θανάτους
σκούζουν τ’ αγρίμια στη μονιά τους.

Κι απάνω στη ραχούλα εκεί,
τραχιά του δάσου μουσική,
ουρλιάζουν θριαμβικά δυο λύκοι,
σα να γιορτάζουν άγρια νίκη.

Μέσα σ’ αυτή την ταραχή
μου αναταράζεται η ψυχή
κι έτσι από μένα να πηδήξει
και με τον άνεμο να σμίξει.

Ω! τι μεγάλα κυνηγώ
και τι μικρός οπού ’μαι εγώ…

1932

Σχολιάστε

Filed under ΜΙΝΩΣ ΖΩΤΟΣ

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ (1922-1988): Δραπετσώνα

Μ’ αίμα χτισμένο, κάθε πέτρα και καημός
κάθε καρφί του πίκρα και λυγμός
μα όταν γυρίζαμε το βράδυ απ’ τη δουλειά
εγώ κι εκείνη όνειρα, φιλιά.
Το ’δερνε αγέρας κι η βροχή
μα ήταν λιμάνι κι αγκαλιά και γλυκιά απαντοχή.
Αχ! το σπιτάκι μας, κι αυτό είχε ψυχή.

Πάρ’ το στεφάνι μας, πάρ’ το γεράνι μας
στη Δραπετσώνα πια δεν έχουμε ζωή.
Κράτα το χέρι μου και πάμε αστέρι μου
εμείς θα ζήσουμε κι ας είμαστε φτωχοί.

Ένα κρεβάτι και μια κούνια στη γωνιά
στην τρύπια στέγη του άστρα και πουλιά.
Κάθε του πόρτα ιδρώτας κι αναστεναγμός
κάθε παράθυρό του κι ουρανός.
Κι όταν ερχόταν η βραδιά
μες στο στενό σοκάκι ξεφαντώναν τα παιδιά.
Αχ! το σπιτάκι μας, κι αυτό είχε καρδιά.

Πάρ’ το στεφάνι μας, πάρ’ το γεράνι μας
στη Δραπετσώνα πια δεν έχουμε ζωή.
Κράτα το χέρι μου και πάμε αστέρι μου
εμείς θα ζήσουμε κι ας είμαστε φτωχοί.

Εδώ, μπορείτε να ακούσετε την μελοποίηση των στίχων.

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ (1922-1988): Βρέχει στη φτωχογειτονιά

Μικρά κι ανήλιαγα στενά
και σπίτια χαμηλά μου
βρέχει στη φτωχογετονιά
βρέχει και στην καρδιά μου.

Αχ, ψεύτη κι άδικε ντουνιά
π’ άναψες τον καημό μου
είσαι μικρός και δε χωράς
τον αναστεναγμό μου.

Οι συμφορές αμέτρητες
δεν έχει ο κόσμος άλλες
φεύγουν οι μέρες μου βαριά
σαν της βροχής τις στάλες.

Αχ, ψεύτη κι άδικε ντουνιά
π’ άναψες τον καημό μου
είσαι μικρός και δε χωράς
τον αναστεναγμό μου.

Εδώ, μπορείτε να ακούσετε την μελοποίηση των στίχων.

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ (1922-1988): Σαββατόβραδο

Μοσχοβολούν οι γειτονιές
βασιλικό κι ασβέστη
παίζουν τον έρωτα κρυφά
στις μάντρες τα παιδιά.

Σαββάτο βράδυ μου έμορφο
ίδιο Χριστός Ανέστη
κι ένα τραγούδι του Τσιτσάνη
κλαίει κάπου μακριά.

Πάει κι απόψε τ’ όμορφο
τ’ όμορφο τ’ απόβραδο
από Δευτέρα πάλι
πίκρα και σκοτάδι
αχ, να ’ταν η ζωή μας σαββατόβραδο
κι ο Χάρος να ’ρχοταν
μια Κυριακή το βράδυ.

Οι άντρες σχολάν απ’ τη δουλειά
και τον βαρύ καημό τους
να θάψουν κατεβαίνουνε
στο υπόγειο καπηλειό.

Και το φεγγάρι ντύνει, λες
με τ’ άσπρο νυφικό του
τις κοπελιές που πλένονται
στο φτωχοπλυσταριό.

Πάει κι απόψε τ’ όμορφο
τ’ όμορφο τ’ απόβραδο
από Δευτέρα πάλι
πίκρα και σκοτάδι
αχ, να ’ταν η ζωή μας σαββατόβραδο
κι ο Χάρος να ’ρχοταν
μια Κυριακή το βράδυ.

Εδώ, μπορείτε να ακούσετε την μελοποίηση των στίχων.

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ (1922-1988): Την πόρτα ανοίγω το βράδυ

Την πόρτα ανοίγω το βράδυ,
τη λάμπα κρατώ ψηλά,
να δούνε της γης οι θλιμμένοι,
να ‘ρθούνε, να βρουν συντροφιά.

Να βρούνε στρωμένο τραπέζι,
σταμνί για να πιει ο καημός
κι ανάμεσά μας θα στέκει
ο πόνος, του κόσμου αδερφός.

Να βρούνε γωνιά ν’ ακουμπήσουν,
σκαμνί για να κάτσει ο τυφλός
κι εκεί καθώς θα μιλάμε
θα ‘ρθεί συντροφιά κι ο Χριστός.

Εδώ, μπορείτε να ακούσετε την μελοποίηση των στίχων:

Σχολιάστε

Filed under ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ