Tag Archives: ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΓΕΡΜΑΝΟΦΩΝΗ ΠΟΙΗΣΗ

ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ

ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ [BERTOLT BRECHT (1898-1956)]: Πριν από τη φυγή

Μπρος απ’ τον ασπροβαμμένο τοίχο
το κασέλι του φαντάρου καρτερά.
Μαύρο, γεμάτο χειρόγραφα χαρτιά.
Πιο κει, κι η πίπα στο τασάκι,
με τις στάχτες.
Ο κινέζικος τοίχος δείχνει
την αμφιβολία
που πάνω του σκορπίζεται
βαριά.
Κι οι μάσκες εκεί βρίσκονται
κι αυτές.
Στα πόδια του κρεβατιού
ένα μικρό, βουβό τρανζίστορ.
Την αυγή,
στρίβω προς την πορτούλα,
κι ακούω ξαφνικά
το νικητήριο σάλπισμα
των εχθρών μου,
που φτάνουν…

Μετάφραση: Λίλα Καρανικόλα

ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ [BERTOLT BRECHT (1898-1956)]: Για την πνιγμένη κοπέλα

Σαν πνίγηκε και, μες από τα ρυάκια,
στα μεγαλύτερα έπλεψε ποτάμια,
τ’ οπάλιο τ’ ουρανού θαυμάσιο εφάνη,
σα να ’πρεπε το πτώμα να ηρεμήσει.

Χόρτα και φύκια απάνω της πιαστήκαν
κι έτσι, σιγά-σιγά, πιο βαριά εγίνη.
Στα πόδια της κρύα πλέχανε τα ψάρια,
το στερνό της ταξίδι ζώα και φυτά εβαρύναν.

Σκοτείνιαζε ο ουρανός, καθώς καπνός, το βράδυ,
και, τη νύχτα, το φως αιωρούσε, με τ’ αστέρια.
Αλλά, το πρωΐ, γινόταν φωτεινός, έτσι, που υπήρχε,
γι’ αυτήν, και πρωΐ και βράδυ ακόμη.

Όταν στο νερό σάπισε τ’ ωχρό της σώμα, εγίνη
(αργά πολύ) κι ο Θεός να την ξεχάσει: πρώτα
το πρόσωπο, μετά τα χέρια, και, στο τέλος, μόνο τα μαλλιά της.
Και γίνηκε ψοφίμι, στα ποτάμια, μες στ’ άλλα ψοφίμια.

Μετάφραση: Άρης Δικταίος

ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ [BERTOLT BRECHT (1898-1956)]: Ερωτήματα ενός εργάτη που διαβάζει

Ποιος έχτισε τις εφτάπυλες Θήβες;
Στα βιβλία βρίσκονται τα ονόματα των βασιλιάδων.
Οι βασιλιάδες σύρανε τις ογκώδεις πέτρες;
και την καταστρεμένη πάλι και πάλι Βαβυλώνα –
ποιος την ξανάχτισε τόσες φορές; Σε ποια σπίτια
της χρυσαπάστραπτης Λίμα κατοικούσανε οι χτίστες;
Πού πήγαιναν το βράδυ, όταν τελειώναν τη δουλειά τους
στο τείχος οι Κινέζοι χτίστες; Η μεγάλη Ρώμη
είναι γεμάτη αψίδες θριάμβου. Ποιος τις ύψωσε; Για ποιον
θριαμβεύανε οι Καίσαρες; Το πολυτραγουδημένο Βυζάντιο είχε
παλάτια για τους κατοίκους του μονάχα; Ακόμη και στη μυθική Ατλαντίδα
ούρλιαζαν, μες στην νύχτα, εκεί όπου η θάλασσα την κατάπιε,
αυτοί που, πίσω από τους σκλάβους τους, πνιγόνταν;

Ο νεαρός Αλέξανδρος κατάκτησε τις Ινδίες.
Μοναχός του;
Χτύπησε ο Καίσαρ τους Γαλάτες.
Δεν είχε ούτε έναν τουλάχιστο μάγειρα μαζί του;
Ο Φίλιππος της Ισπανίας έκλαψε όταν
βούλιαξε ο στόλος του. Δεν έκλαψε κανένας άλλος;
Ο Φρειδερίκος ο Δεύτερος νίκησε στον Επταετή Πόλεμο. Ποιος
νίκησε εχτός απ’ αυτόν;

Καθε σελίδα και μια νίκη.
Ποιος μαγείρευε το συμπόσιο της νίκης;
Κάθε δέκα χρόνια ένας μεγάλος άνδρας.
Ποιος πλήρωνε τα έξοδα;

Τόσες πολλές περιγραφές.
Τόσα πολλά ερωτήματα.

Μετάφραση: Άρης Δικταίος

ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ [BERTOLT BRECHT (1898-1956)]: Στους συμπατριώτες μου

Σεις, που σε νεκρουπόλεις επιζείτε,
τον ίδιο τον εαυτό σας λυπηθείτε!
Σε νέους, φτωχοί, πολέμους μην τραβάτε,
λες κι οι παλιοί δεν έφταναν νογάτε:
τον εαυτό σας, ικετεύω, λυπηθείτε!

Άντρες, πιάστε μυστρί, όχι μαχαίρι!
Κάτω από στέγες θα ήσαστ’ ασφαλείς,
αν δεν τρέφατε πίστη στο μαχαίρι·
κάτω από στέγες κάλλιο είναι κανείς.
Μυστρί πιάστε, ικετεύω, όχι μαχαίρι!

Παιδιά, σεις που γλυτώσατε μπαρούτι,
στους γονιούς πέστε να ’ναι συνετοί.
Συντρίμμια πως δεν θέτε στη ζωή τούτη,
φωνάξτε, ούτε να πάσχετε ως αυτοί: παιδιά,
σεις που γλυτώσατε μπαρούτι!

Μάνες, που είναι στην κρίση τη δικιά σας
ν’ ανέχεστε τον πόλεμο ή μη,
άστε στη ζωή, ικετεύω, τα παιδιά σας!
Να σας χρωστάνε γέννα, όχι θανή:
μάνες, να ζήσουν άστε τα παιδιά σας!

Μετάφραση από τα γερμανικά: Άγγελος Παρθένης

ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ [BERTOLT BRECHT (1898-1956)]: Ο λύκος πάει στ’ ορνίθι

Ο λύκος πάει στ’ ορνίθι:
έλα, του λέει, να γνωριστούμε,
έλα να γνωριστούμε,
ν’ αλληλοεκτιμηθούμε.
Και πίστεψε το κουτορνίθι
χοντρό του λύκου παραμύθι:
γι’ αυτό όλο πούπουλα είν’ ο αγρός.
Κινά η φωτιά, πάει στο λάδι:
έλα, του λέει, να γνωριστούμε,
έλα να γνωριστούμε,
ν’ αλληλοεκτιμηθούμε.
Πίστεψε τη φωτιά το λάδι
κι έγινεν ο συγκερασμός:
γι’ αυτό κοκκίνισ’ ο ουρανός.

Κινά, ο αφέντης, πάει στη δούλα:
έλα, της λέει, να γνωριστούμε,
έλα να γνωριστούμε,
ν’ αλληλοεκτιμηθούμε.
Τον πίστεψεν η καημενούλα
κι αυτός την έκανε αγαπούλα:
γι’ αυτό πέφτει ο κορσές στενός.

Μετάφραση από τα γερμανικά: Άγγελος Παρθένης

ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ [BERTOLT BRECHT (1898-1956)]: Το πλοίο

Ωκεανών νερά καθάρια διαπερνώντας
λύθηκα εγώ από βαρύτητα, σκοπό,
με καρχαρίες φεγγάρι κόκκινο ακλουθώντας.
Αφότου τα πανιά ξέφτισαν και σάπισαν
ξύλο και κάβοι, που σ’ αχτή όξω μ’ άφησαν,
βλέπω μακριά μου τον ορίζοντα θολό.

Κι όταν εκείνος ωχρίασ’, εμέ μ’ αφήσαν
οι μακρινοί ουρανοί σε τούτα τα νερά,
τότε βαθιά πως θα παρέλθω αυτά με πείσαν.
Αφότου, ανυπεράσπιστο, εγώ έχω μάθει
μέσα στων θαλασσών πως θα χαθώ τα βάθη,
στα ύδατ’ αφέθηκα χωρίς βαρυγκομιά.

Κι ήρθανε τα νερά κι έμπασαν τότες κάποια
μέσα μου ζώα πολλά, σε τοίχους ξενικούς
ζώο αδερφώθηκε με ζώο. Μια φορά
κατάπεσεν ο ουρανός μ’ οροφή σάπια
κι ήξερε το ‘να τ’ άλλο σε κάθε γωνιά
και μέσα μου είδα τους καρχαρίες καλούς.

Κι έπλεψαν φύκια μες στα τέσσερα φεγγάρια
στο ξύλο μου, και πρασίνισαν τα δοκάρια:
το πρόσωπό μου, κι αυτό άλλαξε ξανά.
Πράσινο κι αλγεινό, μέσα στα σωθικά μου
δίχως πολύ να υποφέρω, έπλεα αργά μου
με καρχαρίες, σελήνη, φάλαινες, φυτά.

Για γλάρους, φύκια ήμουν καταφυγή,
άφταιγο πάντα γιατί δεν τα είχα σώσει.
Όσο βυθίζομαι, βαραίνω και γιομίζω.
Στον κύκλο του όγδοου φεγγαριού νερό ποτίζω
πιο συχνά μέσα μου. Η όψη μου πιο χλωμή.
Πόσο παρακαλάω μια μέρα να τελειώσει.

Ξένοι ψαράδες μαρτύρησαν: να πλησιάζει
κάτι είδαν από μακριά, να ξεθωριάζει
μετά. Νησί; Σχεδία χαμένη στο νερό;
Πως κάτι σάλπαρε, σε γλάρων μέσα ασπρίλα,
φύκια όλο, και νερό, σελήνη, θανατίλα,
πελώριο και βουβό, προς τον χλωμό ουρανό.

Μετάφραση από τα γερμανικά: Άγγελος Παρθένης

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ

ΓΙΟΥΣΤΙΝΟΥΣ ΚΕΡΝΕΡ

ΓΙΟΥΣΤΙΝΟΥΣ ΚΕΡΝΕΡ [JUSTINUS KERNER (1786-1862)]: Ποιος σε αρρώστησε έτσι;

Τόσο πολύ έχεις αρρωστήσει,
ποιος το ’κανε άραγες αυτό;
Ούτε ο αέρας απ’ τη Δύση,
ούτε το φως των αστεριών,

ούτε των δέντρων οι σκιές,
ούτε η φλόγα της λιακάδας,
ούτε ύπνου κι όνειρου φωνές
σ’ άνθινη κλίνη της κοιλάδας.

Τούτη η θανάσιμη πληγή,
απ’ τους ανθρώπους έχει γίνει:
η φύση μ’ άφησε υγιή,
κείνοι μού πήραν τη γαλήνη.

Μετάφραση: Λένια Ζαφειροπούλου

ΓΙΟΥΣΤΙΝΟΥΣ ΚΕΡΝΕΡ [JUSTINUS KERNER (1786-1862)]: Ήχοι παλαιοί

Άκουσε το πουλί που τραγουδάει
κοίτα του δένδρου την ανθοφορία.
Καρδιά! Δεν μπορεί τούτο να σε πάει
από του ονείρου σου μακριά την αγωνία;

Τι να ’ναι τούτο; Ήχοι παλαιοί
απ’ το βαρύθυμο ενός νεανίσκου στήθος,
από τα χρόνια όταν είχα εμπιστευθεί
τον κόσμο και των ηδονών το πλήθος.

Οι μέρες έφυγαν, δεν έμεινε καμία.
Κανένα βότανο γιατρειά δε θα χαρίσει.
Κι από του ονείρου μου την τόσην αγωνία,
μόνο ένας Άγγελος μπορεί να με ξυπνήσει.

Μετάφραση: Λένια Ζαφειροπούλου

ΓΙΟΥΣΤΙΝΟΥΣ ΚΕΡΝΕΡ [JUSTINUS KERNER (1786-1862)]: Ηδονή της νύχτας με θύελλα

Όταν έξω σε κοιλάδες και βουνά,
άγρια θύελλα και βροχή λυσσομανά,
τα παράθυρα στενάζουνε με τρόμο
κι οι διαβάτες χωρίς φως χάνουν το δρόμο,

εδώ μέσα είναι ανάπαυση γλυκιά,
σε μακάριας αγάπης αγκαλιά.
Τ’ ουρανού η χρυσή λάμψη και το χρώμα,
φτερουγίζουν μες στο σιωπηλό μας δώμα.

Ω συ πλούσια ζωή, ελέησέ με!
Και γερά στ’ αβρά σου χέρια κράτησέ με.
Άνθη του έαρος υψώνονται, βλασταίνουν,
σύννεφα περνούν και πουλιά ψέλνουν.

Άγρια θύελλα ποτέ σου να μην πάψεις.
Σπίτι εσύ, ας τρίξεις κι ας στενάξεις.
Ξεριζώσου δάσος, βούιξε αέρα:
τυλιγμένος είμαι εγώ σε ουράνια μέρα!

Μετάφραση: Λένια Ζαφειροπούλου

ΓΙΟΥΣΤΙΝΟΥΣ ΚΕΡΝΕΡ [JUSTINUS KERNER (1786-1862)]: Πέθανε, αγάπη και χαρά!

Είναι στο Άουγκσμπουργκ ένας οίκος υψηλός
κοντά στην παλαιά εκκλησία την άγια.
Από κει βγαίνει ένα πρωΐ γεμάτο φως
μια κόρη μ’ αρετή πολλή κι ευλάβεια.
Τραγούδι αντηχεί
στην εκκλησιά θα μπει
η ευγενική μορφή.

Εκεί στην άγια εικόνα της Μαρίας
γονάτισε για να προσευχηθεί.
Με φως πληρώθηκε ουράνιας βασιλείας
όλη η ηδονή του κόσμου έχει χαθεί:
‘‘Παρθένε, ευχήσου
στο θείο Παιδί σου
να ’μαι δική σου!’’.

Μόλις υπόκωφα το σήμαντρο αντηχεί
τους προσευχόμενους στην εκκλησιά να φέρει
στο διάδρομο η κόρη περπατεί
και στο κεφάλι τι φοράει δεν ξέρει:
μια λάμψη εφάνη
με φως να υφάνει
κρίνων στεφάνι.

Οι άνθρωποι κοιτούνε σαστισμένοι
το φωτεινό στεφάνι στα μαλλιά.
Δρόμος πολύς της κόρης δεν της μένει,
στο μέγα ιερό έχει φτάσει πια:
‘‘Κάντε με τώρα καλογριά,
εμέ την κόρη τη φτωχιά!
Πέθανε, αγάπη και χαρά!’’.

Ω δώσε, Θεέ, η κόρη αυτή γαληνεμένη
με ειρήνη το στεφάνι να κρατήσει.
Είν’ της δικής μου της καρδιάς αγαπημένη,
θα παραμείνει ως τη Στερνή την Κρίση.
Δεν έμαθε ποτέ το πώς
σπάει την καρδιά μου ο καημός
πέθανε, αγάπη μου και φως!

Μετάφραση: Λένια Ζαφειροπούλου

Σχολιάστε

Filed under ΓΙΟΥΣΤΙΝΟΥΣ ΚΕΡΝΕΡ

ΕΡΝΣΤ ΤΟΛΛΕΡ

ΕΡΝΣΤ ΤΟΛΛΕΡ [ERNST TOLLER (1898-1939)]: Σκοπιά κανονιού

Έναστρος ουρανός.
Δαμασμένο τέρας
το κανόνι μου λάμπει,
με μαύρη κάννη βλέπει
το γαλακτώδες φεγγάρι.
Κουκουβάγια φωνάζει.
Στο χωριό ένα μωρό κλαψουρίζει.
Βλήμα,
επίβουλος λύκος,
στο κοιμισμένο σπίτι σκάζει.
Φλαμουριάς άνθη ευωδιάζουν τη νύχτα.

Μετάφραση: Άρης Δικταίος

ΕΡΝΣΤ ΤΟΛΛΕΡ [ERNST TOLLER (1893-1939)]: Φρουρός-πυροβολητής

Αστροφεγγιά.

Δαμασμένο θεριό
μοιάζει το κανόνι μου.
Με το μαύρο σωλήνα του
κοιτάζει γουρλωτά
τ’ ωχρόλευκο φεγγάρι.
Ένα κλαψοπούλι στριγγλίζει.
Σιγοκλαίει στο χωριό κάποιο παιδί.
Κανονιά.
Εγκληματίας δολερός
γλιστράει σε κοιμισμένο σπίτι.

Μεσονύχτι,
μοσχοβολούν οι φλαμουριές.

Μετάφραση από τα γερμανικά: Σοφία Εμμ. Χατζιδάκη

Σχολιάστε

Filed under ΕΡΝΣΤ ΤΟΛΛΕΡ