Tag Archives: ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ

ΛΑΜΑΡ

ΛΑΜΑΡ [ЛАМАР (1898-1974)]: Τα πουλιά περνούν τα σύνορα

Αχ, τι ευτυχία, τι τύχη εκπληκτική:
σύνορα τα πουλιά δεν εμποδίζουν!
Οι άνθρωποι, χωρίς άλλο, το γνωρίζουν,
μα δεν το εννόησαν οι πολιτικοί!

Κι απ’ όλα τα ημισφαίρια, αράδα-αράδα
τα πουλιά αποδημούν, μα στην παλιά
πάλι ξαναγυρίζουνε φωλιά,
πάνω απ’ τη Βουλγαρία και την Ελλάδα.

Και στεκόμαστε εμείς και τα κοιτάμε
πίσω από των συνόρων τη γραμμή.
Πότε θα το μπορέσουμε κι εμείς
στους φίλους ανεμπόδιστα να πάμε;

Μετάφραση: Άρης Δικταίος

Σχολιάστε

Filed under ΛΑΜΑΡ

ΜΑΡΑ ΜΠΕΛΤΣΕΒΑ

ΜΑΡΑ ΜΠΕΛΤΣΕΒΑ [МАРА БЕЛЧЕВА (1868-1937)]: Επιθυμίες, ελπίδες, αυταπάτες…

Επιθυμίες, ελπίδες, αυταπάτες,
όλα, σαν θελκτικά πουλιά, μ’ αφήκαν.
Στο ήρεμο ξέφωτο του πόνου, νάτες
οι ομίχλες, σαν τραγούδι κατεβήκαν.

Τα φύλλα, πελιδνά, σταλάζουν τώρα,
χρυσώνοντας τη γη· όλο και πιο πολύ
νοιώθω να με βαραίνει, απ’ ώρα σε ώρα,
η τεφρή κάπα τούτη η χαμηλή.

Μα ο ήλιος της την ψυχή ζεσταίνει πάλι
στο διαφανές το σπίτι της σιωπής,
που ο χρόνος, μέτρο ανθρώπινο, δε μπαίνει,

κι η ομίχλη δεν ταράζει τη μεγάλη
χαρά του· δεν εννοεί γήινης πομπής
φωνές, – μόνο το θείο καταλαβαίνει.

Μετάφραση: Άρης Δικταίος

ΜΑΡΑ ΜΠΕΛΤΣΕΒΑ [МАРА БЕЛЧЕВА (1868-1937)]: Το βουνό αποζητώ…

Το βουνό αποζητώ και κάθε, ακόμη,
τιμαλφές του: το γέλιο του ή την κλάψα
του ή τη χρυσή βροχή, που μες στην κάψα
πέφτει, από την δασώδη του την κόμη.

Σιωπηλό όταν κοιμάται, τυλιγμένο
με αχλές, και, μες στου ονείρου του τα θάμπη,
πλάι στον χρυσό σημύδιο θρύλο λάμπει
ροδόχρους η φτελιά μπρος στον ερωτευμένο

γέροντα πεύκο. Κι όταν το αγκαλιάζει
ο ουρανός, κι ένα σήμαντρο φωνάζει
μακριά, κι οι ήχοι ως να θεν να το σπαράξουν,

κι όταν τα πεύκα, πέφτοντας βογγούνε
και προς τις πόλεις οι κορμοί κυλούνε,
σπίτια απ’ αυτούς και φέρετρα να φτιάξουν.

Μετάφραση: Άρης Δικταίος

Σχολιάστε

Filed under ΜΑΡΑ ΜΠΕΛΤΣΕΒΑ

ΑΛΕΞΑΝΤΕΡ ΓΚΕΡΟΦ

ΑΛΕΞΑΝΤΕΡ ΓΚΕΡΟΦ [АЛЕКСАНДЪР ГЕРОВ (1919-1997)]: Αίσθημα

Αφού δεν είχε απ’ το αίσθημά μας μείνει
τίποτα, αποχαιρετιστήκαμε. Κι εκείνη
τη μέρα, φεύγοντας, πέταξες ένα
λόγο: ‘‘Κάποτε, ας σκέφτεσαι και μένα’’.

Να σε σκέφτομαι… Και δε σε σκεφτόμουν.
Σ’ έζησα καθώς φίλμ. Αφηρημένος,
σε λησμόνησα. Κι απασχολημένος,
μες σ’ άλλους, πολλούς, δρόμους εχανόμουν.

Τώρα πια, μοναχός, περιττός μάλλον,
αγάλια μπαίνω στα γεράματά μου.
Το τηλέφωνο, μες στην κάμαρά μου,
σπάνια χτυπά· αν χτυπήσει, ζητούν άλλον.

Η νέα, με τα πλούσια μαλλιά, φορώντας
πανταλόνια και πλόβερ, δε φωνάζει
πια: ‘‘Ταχυδρόμος!’’, μήτε και κοιτάζει
μέσα, απ’ το παραθύρι μου περνώντας.

Και, ταραγμένος, τότε, νοιώθω κάτι,
καθώς λαχτάρα απαρηγόρητη, – ένα
μονάχα, στον τυχαίο, πρώτο διαβάτη,
να φωνάξω: ‘‘Ω, να σκέφτεσαι και μένα!’’

Να μην περνάς, σου εύχομαι, τα δικά μου.
Μάτια , που όλη με αγάπη να σε σκέπουν,
εύχομαι αυτές τις μέρες να σε βλέπουν,
όπως, παλιά, σε βλέπαν τα δικά μου.

Μετάφραση: Άρης Δικταίος

Σχολιάστε

Filed under ΑΛΕΞΑΝΤΕΡ ΓΚΕΡΟΦ