ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΑΝΙΧΝΕΥΤΗ

…από την συγγραφέα Ιουλία Λυμπεροπούλου:

Ο Βιβλιοανιχνευτής, όταν πρωτοήρθε από τον Σείριο…

Ο Βιβλιοανιχνευτής, όταν πρωτοήρθε από τον Σείριο…

Ο Γιώργος Ζούκας είναι ο βιβλιοανιχνευτής του ομώνυμου βιβλιοπωλείου, που σαν άλλος ένας Σέρλοκ Χολμς αναζητάει βιβλία, με ή χωρίς παραγγελία, καθώς πρόκειται για μία δραστηριότητα που λίγο ή πολύ λειτουργεί ως εθιστικός αυτοματισμός από ένα σημείο και μετά: η εκτίμηση της αξίας παλιότερων εκδόσεων και η συγκέντρωσή τους. Όπως ο ίδιος υποστηρίζει, όμως, με σθένος δεν είναι παρ’ όλα αυτά παλαιοβιβλιοπώλης.

Η συνέχεια του άρθρου, εδώ.

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΑΝΙΧΝΕΥΤΗ

ΑΤΤΙΛΑ ΓΙΟΖΕΦ

ΑΤΤΙΛΑ ΓΙΟΖΕΦ [ATTILA JÓZSEF (1905-1937)]: Αγνή καρδιά

Δίχως μητέρα και πατέρα
και λίκνο ή κάσα, πάντα πέρα
από θεό κι από πατρίδα.
Δίχως φιλί, φίλη δεν είδα.

Τίποτα τρεις ημέρες· τ’ όντι
ψωμί δε δάγκωσε το δόντι.
Τη δύναμη όλη βίου εντίμου
πουλώ — τα χρόνια τα είκοσί μου.

Κανείς γι’ αυτήν, κανείς πελάτης;
Μόνος ο διάβολος μπροστά της.
Η αγνή καρδιά μου πια εξοργίστη.
Φονιάς θα γίνω, μα την πίστη.

Με πιάνουνε και με κρεμάνε
και στ’ άγιο χώμα με πετάνε.
Τώρα η υπέροχη καρδιά μου
λιπαίνει τα χορτάρια χάμου.

1925

Μετάφραση: Γιάννης Ρίτσος

ΑΤΤΙΛΑ ΓΙΟΖΕΦ [ATTILA JÓZSEF (1905-1937)]: Η μητέρα μου

Τη βλέπω ακόμη να κρατάει στα δυο της χέρια
ένα πανέρι· βράδυ αχνό· μια Κυριακή.
Χαμογελούσε σιωπηλά, λίγο πιο κει,
μες στο μισόφωτο, που ανάβανε τ’ αστέρια.

Απ’ τους αφέντες είχε φέρει, τυλιγμένο
όλο το δείπνο της, σ’ ένα μικρό χαρτί.
Πλαγιάζαμε, και συλλογιόμουν πως αυτοί
ένα καζάνι θά ’χαν φάει ξεχειλισμένο.

Λιανή η μητέρα μου, λιανή. Σε λίγο εχάθη.
Οι πλύστρες νέες πεθαίνουν πάντα. Σιωπηλές
πάνω απ’ το σίδερο αργολιώνουν, κι αχαμνές
τρεκλίζουν κάτω απ’ της μπουγάδας το καλάθι.

Στοίβες τα εσώρρουχα, έναν πράο ατμό σηκώναν,
τα βρώμια εσώρρουχα βουνά κι άλλα βουνά.
Κι όσο γι’ αυτό, ν’ αλλάξουν, λέει, αέρα, νά,
οι πλύστρες έχουνε, μαθές, τον αχερώνα.

Να σιδερώνει τη θωρώ, μ’ αυτή τη χάρη
της ανημπόριας, κάθε μέρα πιο λιανή.
Ναι, το κεφάλαιο την εσύντριψε κι αυτή.
Εσείς λοιπόν να το θυμάστε οι προλετάριοι.

Κάτω απ’ το μόχτο της γερμένος πάντα ο ώμος.
Κι ήτανε νέα, κι ούτε κι εγώ το ’χα σκεφτεί.
Μια ποδιά να ’χει, ονειρευόταν, καθαρή
και να της λέει μια καλημέρα ο ταχυδρόμος.

1931

Μετάφραση: Γιάννης Ρίτσος

ΑΤΤΙΛΑ ΓΙΟΖΕΦ [ATTILA JÓZSEF (1905-1937)]: Ποιητική τέχνη

Είμαι λοιπόν ποιητής. Και τι μ’ αυτό…
Μήπως ο λυρισμός με συγκινούσε;
Δε με γοήτευ’ έν’ αστέρι άμα στο
νυχτερινό νερό φεγγοβολούσε.

Στάλα τη στάλα ο καιρός αργοκυλά.
Παραμυθιών μαστάρια δε βυζαίνω·
ρουφώ έναν κόσμο αληθινό, στ’ απατηλά
ουράνια που τον έχω ανεβασμένο.

Σε μια πηγή ποιος δεν ποθεί να δροσιστεί!
Όπου η γαλήνη σμίγει με τα ρίγη
κι η φλυαρία, που δείχνει συνετή,
χαριτωμένα κύματα ξανοίγει.

Άλλοι ποιητές πολλοί… – Και τι μ’ αυτό…
Καθένας τους στο στήθος του αλέθει·
με ψεύτρα φαντασία, με πιοτό
σ’ έκσταση προσποείται και σε μέθη.

Αυτή την αγυρτεία, ξεπερνώ,
φτάνω στη λογική, πιο πέρ’ ακόμα.
Με το μυαλό μου λεύτερο, σεμνό,
αηδιαστικά δε σέρνομαι στο χώμα.

Φαγί, πιοτί, ύπνος, έρωτας!… Μπορείς.
Μετρήσου με την πλάση τη μεγάλη.
Τα δόντια μου σφιγμένα και χωρίς
να λένε για μια ανάπηρη κραιπάλη.

Δε θέλω διαιτησίες. Είμαι καλά.
Αλλιώς, κάποιος θα πει για μένα ψέμα,
θα με γεμίσουν στίγματα πολλά,
θα μου στερέψει πυρετός το αίμα.

Δε θα ’χω πια τα χείλια μου κλειστά.
Παράπονα θα βγάλω κει που πρέπει.
Ο στοργικός αιώνας με κοιτά·
ο χωρικός στην έγνοια του με σκέπει.

Μ’ έχει μες στο κορμί του ο δουλευτής
όταν ιδρώνει· και τα σούρουπα για μένα,
σε μια πλατεία, μες στην πλάνη μιας γιορτής
ένα χαμίνι μοναχό, ψάχνει χαμένα.

Όπου κατατρεγμένοι και φτωχοί
εκεί κι η ποίησή μου παραστάτης·
οι στίχοι της δονούνται από ψυχή
κι είναι για ν’ ανταριάζουν άρματά της.

Το λέω για να το ακούσουν: Δυνατός
ο άνθρωπος δεν έχει ακόμα γίνει.
Κι άλλο δεν τόνε σκέπει παρεκτός
το πνεύμα, η καλοσύνη…

Μετάφραση: Κώστας Ασημακόπουλος

ΑΤΤΙΛΑ ΓΙΟΖΕΦ [ATTILA JÓZSEF (1905-1937)]: Απελπισμένα…

Σε μιαν αμμώδη απλοχωριά, σταχτιά,
φτάνουμε πια περίλυποι, βρεγμένοι·
σα σε όνειρο πλανάμε τη ματιά
και σκύβουμε κατόπι απελπισμένοι.

Έτσι κι εγώ δοκίμασα δειλά
γύρω να δω, δίχως δόλο και πόνους.
Ένα τσεκούρι ασημένιο αντανακλά
και ταλαντεύει στης ιτιάς τους κλώνους.

Στο τίποτα μου κούρνιασε η καρδιά,
τρέμει βουβή, καθώς μικρούλι σώμα.
Τ’ άστρα πυκνώνουν πάνω σε κλαδιά
και την κοιτούν… και την κοιτούν ακόμα…

Μετάφραση: Κώστας Ασημακόπουλος

ΑΤΤΙΛΑ ΓΙΟΖΕΦ [ATTILA JÓZSEF (1905-1937)]: Τραγούδι του προλετάριου

Στ’ ατέλειωτα, κρύα πελάγη
πλέουν βουβά ήπειροι, πάγοι.
Πάρα παπάμ, παρά παπάπαμ…
πλέουν βουβά ήπειροι, πάγοι.

Μες σε τσουκάλια κουνουπίδια
ζούμε λερά, πεθαίνουμε ίδια.
Πάρα παπάμ, παρά παπάπαμ…
ζούμε λερά, πεθαίνουμε ίδια.

Ποια λύπη σε βαραίνει τόσο;
Να ’χα ένα ρούχο να σου δώσω.
Πάρα παπάμ, παρά παπάπαμ…
να ’χα ένα ρούχο να σου δώσω.

Δε θλίβεται, χτυπάει, νικάει
όποιος για τον αγώνα πάει.
Πάρα παπάμ, παρά παπάπαμ…
όποιος για τον αγώνα πάει.

Μετάφραση: Κώστας Ασημακόπουλος

ΑΤΤΙΛΑ ΓΙΟΖΕΦ [ATTILA JÓZSEF (1905-1937)]: Μια μέρα ξαφνικά ίσως χαθώ

Μια μέρα ξαφνικά, ίσως, χαθώ
σαν τα ίχνη των θηρίων μες στα δάση.
Ό,τι καλό κι αν είχα κι αγαθό
– πρέπει να δώσω λόγο – το ’χω χάσει.

Το παιδικό κορμί μου σε καπνούς
ξεράθηκε κι ας ήτανε βλαστάρι.
Βουλιάζει απ’ τον καημό, την τύψη ο νούς,
καθώς κρίνω το δρόμο που ’χω πάρει.

Κάθε μου πόθος που ξεχείλιζε, νωρίς
τα δόντια του έχει χώσει στο κορμί μου.
Λύπη και φρίκη με αγκαλιάζουνε, χωρίς
να ’χω άλλα δέκα χρόνια για ζωή μου.

Τι με κρατούσε και δεν είχα αισθανθεί
ποτέ τι κρύβουνε τα λόγια της μητέρας.
Μες στην ορφάνια και τον πόνο το βαθύ
ήμουνα παίγνιο που το ’παιζε αγέρας.

Πράσινη ζούγκλα η νιότη μου, πυκνή
λεύτερη τη θαρρούσα, δίχως τέλος.
Και τώρ’ ακούω σε λυγμούς να τρίζουν οι
άφυλλες καλαμιές σε κάποιο έλος.

Μετάφραση: Κώστας Ασημακόπουλος

Σχολιάστε

Filed under ΑΤΤΙΛΑ ΓΙΟΖΕΦ

ΠΗΤΕΡ ΧΑΜΜΙΛ

ΠΗΤΕΡ ΧΑΜΜΙΛ [PETER HAMMILL (1948)]: The Birds

Η άνοιξη φέτος έφτασε πολύ νωρίς·
τα λούλουδα του Μάη ξεπροβάλαν τον Φλεβάρη.
Θα ’πρεπε να λυπάμαι για τους μήνες ή
να ’μαι χαρούμενος για τον λαμπρό ουρανό;
Δεν ξέρουν πως να κελαηδήσουν τα πουλιά
και, φίλε μου, ούτε εγώ.

Δυο μέρες πριν, ένα κορίτσι νόμιζα πως αγαπούσα·
και τώρα σαν να μην σημαίνει τίποτα για μένα.
Και θα ’πρεπε να τραγουδώ θλιμμένα για όλα αυτά
που άφησα πίσω και μου προκαλούν χαρά;
Δεν ξέρουν πως να κελαηδήσουν τα πουλιά
και, φίλε μου, ούτε εγώ.

Και κάποια μέρα ο παγετός θα ενσκήψει,
δεν θα προλάβουνε ν’ ανθίσουν τα μπουμπούκια·
και κάθε πλάσμα που ’ναι τώρα ζωντανό,
σίγουρος θα ’ναι στην συνέχεια ο θάνατός του.
Δεν ξέρουν αν ήρθε ο καιρός για να πετάξουν τα πουλιά,
ούτε ποιον δρόμο πρέπει να τραβήξουν,
και, φίλε μου, ούτε εγώ.
Δεν ξέρουν αν ήρθε ο καιρός για να πετάξουν τα πουλιά,
ούτε ποιον δρόμο πρέπει να τραβήξουν,
και, φίλε μου, ούτε εγώ.

Μετάφραση: Γιώργος Ζούκας

Εδώ, μπορείτε να ακούσετε το τραγούδι:

Σχολιάστε

Filed under ΠΗΤΕΡ ΧΑΜΜΙΛ