Category Archives: ΤΟΜ ΡΑΠ

ΤΟΜ ΡΑΠ

ΤΟΜ ΡΑΠ [TOM RAPP (1947)]: Μπάρμπα-Τζων

Ο άνεμος που φυσάει στην εξέδρα δυνατά
κάνει το ράσο σου να κυματίζει.
Στ’ όνομα του Χριστού, που λες πως μας στηρίζει,
ζητάς τον εχθρό να σταυρώσουμε επιτακτικά.
Μ’ εμπόρου χούγια και ψυχή,
για πόλεμο μιλάς με πάθος.
Ο Θεός είναι μαζί μας, αλλά έχει κρυφτεί
στου διπλωμένου σου πορτοφολιού το βάθος.

Και οι χήρες που στενάζουνε,
και τα παιδιά που κλαίν,
κι όσων πεθαίνουν οι κραυγές,
λένε πως είσαι ψεύτης, μπάρμπα-Τζων.

Βγάζεις στην γύρα τον Θεό σου κάθε Κυριακή
και τον επιδεικνύεις όλο καμάρι.
Λες πως μας σκέπει του Θεού η χάρη
στο πλήθος που επευφημεί.
Μα το τοπίο που ’χει πυρποληθεί
και το πρόσωπο που ’χει παραμορφωθεί,
δεν λέν πως ο Θεός είναι Αγάπη, αλλ’ ίσως,
λένε πως είσαι εσύ το Μίσος.

Και οι χήρες που στενάζουνε
και τα παιδιά που κλαίν
κι όσων πεθαίνουν οι κραυγές
λένε πως είσαι ψεύτης, μπάρμπα-Τζων.

Στέκεις επάνω στην εξέδρα ορθός
με την σημαία γύρω σου τυλιγμένη.
Η Βίβλος, λες, μας λέει πως για να πολεμάμε
είμαστε προορισμένοι.
Μα το ερυθρό ταιριάζει με το αίμα που κυλάει ποτάμι
και το λευκό πάει με τις γάζες που χρησιμοποιούνε
γι’ αυτούς που έχουν πληγές κι εγκαύματα· και το μπλε χρώμα
ταιριάζει στα κορμιά που κείτονται άψυχα στο χώμα.

Και οι χήρες που στενάζουνε
και τα παιδιά που κλαίν
κι όσων πεθαίνουν οι κραυγές
λένε πως είσαι ψεύτης, μπάρμπα-Τζων.

Μετάφραση: Γιώργος Ζούκας

Εδώ, μπορείτε να ακούσετε το τραγούδι:

ΤΟΜ ΡΑΠ [TOM RAPP (1947)]: Ρουκετάνθρωπος

Ο πατέρας μου ήταν ρουκετάνθρωπος·
πήγε πολλές φορές στο Δία, τον Ερμή,
την Αφροδίτη και τον Άρη.
Η μάνα μου κι εγώ κοιτούσαμε τον ουρανό
κι αναρωτιόμασταν αν ένα πεφταστέρι
ήταν σκάφος που γινόταν στάχτη με τον ρουκετάνθρωπο μέσα.

Η μάνα μου κι εγώ
ποτέ δεν βγαίναμε έξω,
εκτός κι αν ο ουρανός ήταν συννεφιασμένος
ή ο ήλιος εξαφανισμένος.
Για να γλυτώσουμε απ’ τον πόνο,
βγαίναμε όταν έβρεχε μόνο.

Ο πατέρας μου ήταν ρουκετάνθρωπος·
αγαπούσε τον κόσμο πέρα απ’ τον κόσμο,
τον ουρανό πέρα από τον ουρανό·
και στο πρόσωπο της μάνας μου,
τόσο μοναχικό όπως ο κόσμος στο διάστημα,
μπορούσα να διαβάσω τη σιωπηλή παράκληση,
πως αν ο πατέρας μου πέσει σ’ ένα αστέρι
δεν πρέπει να κοιτάξουμε αυτό το αστέρι ξανά.

Η μάνα μου κι εγώ
ποτέ δεν βγαίναμε έξω,
εκτός κι αν ο ουρανός ήταν συννεφιασμένος
ή ο ήλιος εξαφανισμένος.
Για να γλυτώσουμε απ’ τον πόνο,
βγαίναμε όταν έβρεχε μόνο.

Τα δάκρυα μοιάζουν συχνά με τα πετράδια·
της μάνας μου περνούσαν απαρατήρητα απ’ τον πατέρα μου,
γιατί γι’ αυτόν πετράδια ήσαν τ’ άστρα
και στα μάτια του πατέρα μου διέκρινα ότι έπρεπε να βρει
μέσα στο άβατο της απόστασης
κάτι λαμπρότερο από ένα αστέρι.
Μια μέρα μας είπαν πως ο ήλιος φεγγοβόλησε
και τον πήρε μέσα.

Η μάνα μου κι εγώ
ποτέ δεν βγαίναμε έξω,
εκτός κι αν ο ουρανός ήταν συννεφιασμένος
ή ο ήλιος εξαφανισμένος.
Για να γλυτώσουμε απ’ τον πόνο,
βγαίναμε όταν έβρεχε μόνο.

Μετάφραση: Κώστας Αρβανίτης

Εδώ, μπορείτε να ακούσετε το τραγούδι.

Σχολιάστε

Filed under ΤΟΜ ΡΑΠ