Category Archives: ΤΖΩΡΤΖ ΓΚΟΡΝΤΟΝ ΝΟΕΛ ΜΠΑΫΡΟΝ

ΤΖΩΡΤΖ ΓΚΟΡΝΤΟΝ ΝΟΕΛ ΜΠΑΫΡΟΝ

ΤΖΩΡΤΖ ΓΚΟΡΝΤΟΝ ΝΟΕΛ ΜΠΑΫΡΟΝ [GEORGE GORDON NOEL BYRON (1788-1824)]: Σε είδα να κλαις…

Σε είδα να κλαις – κι απ’ τα γλυκά σου μάτια
χοντρά κυλούσαν δάκρυα διαμαντένια·
κι ενόμισα σταλαγματιές πώς ήσαν
οπού έχυνε δροσιά μενεξεδένια.
Σ’ είδα μ’ ένα χαμόγελο – κι εμπρός σου
του ζαφειριού η λάμψη ευθύς εχάθη·
Δεν άνθεξε στις ζωντανές αχτίδες
που απ’ των ματιών σου εβγαίνανε τα βάθη.

Όπως μ’ ένα απαλό το βράδυ χρώμα
τα νέφη ο ήλιος τ’ ουρανού χρυσώνει,
που μόλις και η σκιά μπορεί να διώξει,
που η νύχτα έρχεται ύστερα κι απλώνει.
Έτσι και το γλυκό χαμόγελό σου
στη μαύρη την καρδιά ζωή χαρίζει
κι αφήνει πίσω του μια θεία λάμψη
που την ψυχήν ολόκληρη φωτίζει.

Μετάφραση: Θεόφιλος Βορέας

ΤΖΩΡΤΖ ΓΚΟΡΝΤΟΝ ΝΟΕΛ ΜΠΑΫΡΟΝ [GEORGE GORDON NOEL BYRON (1788-1824)]: Ενθύμηση

Ω θεία ομορφιά που αρπάχτηκες στη λαμπερή σου νιότη,
δε θα σταθεί στο χώμα σου μνήμα βαρύ κανένα,
της άνοιξης οι ροδανθοί θα βγούνε πρώτοι-πρώτοι,
στην πράσινη τη χλωρασιά που θα σκεπάζει εσένα.

Το κυπαρίσσι το ψηλό θα σειέται αγάλι-αγάλι,
κι απάνω σου τον ίσκιο του λυπητερά θ’ απλώνει,
κι η θλίψη θα ’ρχεται ν’ ακούει μ’ ολόγυρτο κεφάλι
το ψίθυρο που ως κύματα θ’ αφήνουν γύρω οι κλώνοι.

Στον τάφο σου θε ν’ ακουμπά πικρά συλλογισμένη
με τις παλιές ενθύμησες που δεν τις σβήνει ο χρόνος
κι ως ν’ αγροικούν τα βήματα, ωϊμένα, οι πεθαμένοι
σιγά-σιγά θα σέρνει την εκείθε ο μαύρος πόνος.

Το ξέρω πως ο θάνατος είναι κουφός κι ακόμα,
πως βρύση είναι τα μάτια μας, ανώφελα που ρέει,
μα αυτό δεν είναι τίποτε για το πικρό μας στόμα,
και για τη θλίψη, φάντασμα που κλαίει κι όλο κλαίει.

Και συ που λες, καλύτερα κανένας να ξεχάνει
βλέπω πως έχεις πρόσωπο χλωμό σαν το σουδάρι,
και βλέπω ακόμα στα στεγνά τα μάτια σου να φτάνει
το δάκρυ σου θαμπότερο κι απ’ το μαργαριτάρι.

Μετάφραση: Μιλτ[ιάδης] Μαλακάσης

ΤΖΩΡΤΖ ΓΚΟΡΝΤΟΝ ΝΟΕΛ ΜΠΑΫΡΟΝ [GEORGE GORDON NOEL BYRON (1788-1824)]: Στίχοι γραμμένοι σε ένα λεύκωμα, στη Μάλτα

Όπως, πάνω σ’ επιτάφια πλάκα σαν σιμώνει,
ένα όνομα αιχμαλωτίσει τον διαβάτη,
έτσι κι όταν αντικρύσεις τη σελίδα αυτή μόνη,
τ’ όνομά μου το βλοσυρό σου ίσως θέλξει μάτι!

Τότε όταν διαβαστεί τ’ όνομα αυτό από σένα,
κατά τύχη, σε κάποιο μελλούμενο καιρό,
όπως έναν νεκρό συλλογίσου κι εμένα
και σκέψου την καρδιά μου θαμμένη εδώ.

Μετάφραση: Θανάσης Γιαπιτζάκης

ΤΖΩΡΤΖ ΓΚΟΡΝΤΟΝ ΝΟΕΛ ΜΠΑΫΡΟΝ [GEORGE GORDON NOEL BYRON (1788-1824)]: Οπισθογράφηση στην πράξη διαζυγίου

Πριν ένα χρόνο ορκιζόσουν: ‘‘Ν’ αγαπώ,
να τιμώ, και τα λοιπά’’. Κι ήσουνα λατρεμένη.
Τέτοιος ήταν ο όρκος που μου έδινες – Κι εδώ,
νά τί ακριβώς η αξία του σημαίνει.

Μετάφραση: Θανάσης Γιαπιτζάκης

ΤΖΩΡΤΖ ΓΚΟΡΝΤΟΝ ΝΟΕΛ ΜΠΑΫΡΟΝ [GEORGE GORDON NOEL BYRON (1788-1824)]: Song for the Luddites (Τραγούδι για τους Λουδίτες)

Σαν τους ξεσηκωμένους γιους της Πέρα Ακτής
που ακριβά μ’ αίμα αγοράσαν λευτεριά,
έτσι κι εμείς, παιδιά, κι εμείς
λεύτεροι ας γίνουμε ή ας πεθάνουμε θύματα ορμής!
Κάτω οι ηγεμόνες – εκτός απ’ τον Λαντ τον ‘‘βασιλιά’’!

Μόλις το ύφασμα που υφαίνουμε το φτιάξουμε
και το στημόνι με σπαθί ανταλλαχθεί,
με το πανί μας θα σκεπάσουμε
τον ηγεμόνα, που στα πόδια μας θ’ αδειάσουμε,
κι από το αίμα το πηκτό του θα βαφεί.

Μαύρο το χρώμα, σαν τη δική του την καρδιά,
αφού οι φλέβες του με λάσπη έχουν φλομώσει!
Κι όμως, θα είναι η δροσιά
που αυτό το δέντρο – που σημαίνει λευτεριά
και που το φύτεψε ο Λαντ – θα ξανανοιώσει.

Μετάφραση: Θανάσης Γιαπιτζάκης

ΤΖΩΡΤΖ ΓΚΟΡΝΤΟΝ ΝΟΕΛ ΜΠΑΫΡΟΝ [GEORGE GORDON NOEL BYRON (1788-1824)]: Το όραμα του Βαλτάσαρ

Ο Βασιλιάς στον θρόνο του.
Την αίθουσα γεμίζαν
σατράπες. Κι όλη τη γιορτή
χίλιες λάμπες φωτίζαν.
Χίλια κι όλα τα κύπελλα.
Σκεύη ιερά στη χώρα
του Ιεχωβά – κρατούσανε
κρασί του Αλλόθεου τώρα.

Σ’ εκείνη εκεί την αίθουσα,
την ίδια εκείνη ώρα,
τα δάχτυλα κάποιου χεριού
σ’ ενός τοίχου τη θώρα
βγήκαν και γράψαν εύκολα
λες κι έγραφαν στην άμμο,
στα γράμματά τους τρέξανε
σαν να ’ταν μάγια – πάνω.

Είδε ο Μονάρχης. Ταραχή
τον έπιασε μεγάλη.
Κιτρίνισε η όψη του
και η φωνή έγινε άλλη.
‘‘Της γνώσης να φανούν εδώ
της Γης οι κορυφαίοι
να πούνε, για τα λόγια αυτά
τα τρομερά, τί φταίει’’.

Καλοί οι Χαλδαίοι Μάντηδες,
μα εδώ αδυνατούνε
και τ’ άγνωστα τα γράμματα
ανείπωτα μιλούνε.
Και της Βαβέλ οι Γέροντες
είναι βαθιά στη γνώση,
μα κανείς τώρα δεν μπορεί
εξήγηση να δώσει.

Ξένος και νέος συνάμα του,
αιχμάλωτος στη χώρα,
στου Βασιλιά το πρόσταγμα
για τη γραφή ήρθε τώρα.
Οι λάμπες γύρω έφεγγαν,
η προφητεία σε θέα.
Νύχτα την είπε – το πρωί,
αλήθεια ήταν μοιραία.

‘‘Για τον Βαλτάσαρ τάφος πιά.
Πάει το βασίλειό του.
Η ζυγαριά βγάζει ελαφρύ
κι άχρηστο τον πηλό του.
Για σάβανο η πορφύρα του.
Πέτρα για ίσκιο σκέπης.
Ο Μήδος μπρος στην πόρτα του.
Στον θρόνο του ο Πέρσης’’.

Μετάφραση: Θανάσης Γιαπιτζάκης

ΤΖΩΡΤΖ ΓΚΟΡΝΤΟΝ ΝΟΕΛ ΜΠΑΫΡΟΝ [GEORGE GORDON NOEL BYRON (1788-1824)]: Στις όχθες του Ιορδάνη

Στις όχθες του Ιορδάνη Αράβων καμήλες τριγυρνούν,
στης Σιών το λόφο Ψεύτικο Θεό πιά προσκυνούν,
του Βάαλ οι λάτρες στο Σινά επάνω δεν γροικούνται.
Όμως κι εκεί κι οι κεραυνοί σου ακόμα, Θεέ, κοιμούνται!

Εκεί – που πέτρες χάραξαν φωτιά τα δάκτυλά σου!
Εκεί – που στους ανθρώπους σου άστραψε η σκιά σου!
Κι η δόξα σου σκεπάστηκε με το πυρόντυμά της
που άμα κάποιος ζωντανός τη δει δεν ζει μπροστά της!

Ω! Τη ματιά σου σ’ αστραπή άσε την να φανεί!
Διώξε απ’ το χέρι την αιχμή του καταπιεστή!
Πόσο καιρό τους τύραννους η γη σου θα υπομένει;
Πόσο καιρό αλειτούργητος ο ναός σου, Θεέ, θα μένει;

Μετάφραση: Θανάσης Γιαπιτζάκης

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΤΖΩΡΤΖ ΓΚΟΡΝΤΟΝ ΝΟΕΛ ΜΠΑΫΡΟΝ