Category Archives: ΣΑΡΛ ΓΚΕΡΕΝ

ΣΑΡΛ ΓΚΕΡΕΝ

ΣΑΡΛ ΓΚΕΡΕΝ [CHARLES GUÉRIN (1873-1907)]: Στον Francis Jammes

Το σπίτι σου όλο, φίλε, με το πρόσωπό σου μοιάζει.
Σα γένια κρέμεται ο κισσός, μια πεύκη το σκεπάζει
σαν την καρδιά σου αιώνια νέα, αιώνια δυνατή,
άνεμοι ας τη ρημάζουνε και πόνοι και υετοί.
Φαίνεται ο τοίχος της αυλής χρυσός από τα βρύα,
στον κήπο χλόη ψηλώνει, ανθεί μια δάφνη, μια γαζία,
κι είναι το σπίτι ένα φτωχό πάτωμα μοναχά.
Πρώτη φορά την άνοιγα, θυμάμαι, και ακροαζόμουν
σάμπως πουλιού κελάηδημα την πόρτα σου να ηχά.
Ω Jammes, πριν από πολύ καιρό κοντά σου ερχόμουν,
μα σ’ ήβρα καθώς σ’ έβλεπα πάντα στα ονείρατά μου.
Ρεύανε, σβήνανε τα δυο σκυλιά πεσμένα χάμου,
και πάνου απ’ το χαμόγελο το μελαγχολικό
σαν κίσσα το καπέλο σου ήταν μαύρο και λευκό.
Έβλεπε το παράθυρο στοχαστικά το Μάη·
νάτες οι πίπες σου, και μια βιτρίνα αντανακλάει
μες στα βιβλία των ποιητών τον κάμπο που γελάει.

Φίλε, σαν εγεννήθηκαν, οι στίχοι θα γεράσουν,
εκεί που εκλάψαμε θα ’ρθούν άνθρωποι να γελάσουν.
Όμως κανείς από τους δυο ποτέ μη λησμονεί
μια μέραν όμορφη, γλυκιά σαν φθινοπωρινή,
τη μέρα όπου εδώκαμε τα χέρια στη φιλία.
Μελισσουργούς ακούγαμε να κελαδάνε θεία,
καμπάνες να βουΐζουνε, τ’ αμάξια να περνούνε…
Ήταν Βαΐων Κυριακή όλη μελαγχολία.
Εσύ, συντρίμμι από έρωτα, καθώς καλάμι που ’ναι
στο κύμα μέσα ολόγερτο και κλαίει αγαλινά,
εγώ, διψώντας να χαθώ σε πέλαα μακρινά,
εκεί που δίχως τον πιλότο βάρκες τριγυρνούνε.
Με σκέψεις διαφορετικές όμοια συγκινημένοι,
το γκρίζο νοιώθαμε ουρανό πάνω μας να βαραίνει.
Α, θα ’ρθω, θα ’ρθω σπίτι σου πάλι να κοιμηθώ;
α, θα ‘ρθω, ενώ τα βλέφαρα θα μου φιλεί τ’ αγέρι,
να περιμείνω στα σκαλιά πάλι το πρώτο αστέρι;
και πάλι θα ’ρθω, γέρνοντας σα μύρο να αιστανθώ
να πνέει από ένα κίτρινο σωρό παλιών γραμμάτων
τον έρωτα που σώζεται στην τέφρα των πραγμάτων;
Είναι το παραθύρι σου κορνίζα που κρατεί
βίλες, χωράφια, χιόνια, τον ορίζοντα πλατύ.
Στον κήπο ποιήματα σιγά διαβάζεις κάθε Μάη
και το γαλάζιο τ’ ουρανού στην υδροχόη κυλάει.
Φίλε μου, το σπίτι αρμονικό, θα ξανάρθω ποτές;

Αύριον, ωϊμέ! Καλύτερα να λέει κανείς για χτες.
Δίχως πατρίδα μια ψυχή βαθιά μου όλο πεθαίνει.
Απόψε, μιαν απ’ τις φρικτά που υπόφερα βραδιές,
ενώ του ηλιού που χάνονταν η δόξα ήταν χυμένη
στη θάλασσα, τον ουρανό και στην ακρογιαλιά,
κι ενώ οι αφροί μού πλένανε, οι ανέμοι, τα μαλλιά,
σαν το χαλίκι μ’ έσερνε του ονείρου μου η ορμή,
επήγαινα, τα κύματα με φώναζαν, φωνή
απόμακρου, παράξενου, λησμονημένου τόπου,
και με πετράδι εχάραζα, λαμπρό σα φως ηλίου,
φλεβάτο καθώς χέρι, την ημέρα εκείνην όπου
πέρασα το κατώφλι σου, παιδί του Βιργιλίου.

Μετάφραση: Κ. Γ. Καρυωτάκης

ΣΑΡΛ ΓΚΕΡΕΝ [CHARLES GUÉRIN (1873-1907)]: Le soir leger…

Με τη διαυγή, γαλάζια ομίχλη του, το ελαφρό βράδυ
πεθαίνει ως ερωτικός λόγος στα χείλη του θέρους,
σαν το χαμόγελο – μακάριο, υγρό, ζεστό, – μιας χήρας
που παλιές ηδονές πάνω στη σάρκα της ρεμβάζει.
Μακρινή, ειρηνική, η Πολιτεία έχει πια σωπάσει·
μες στον συλλογισμένο κήπο που η σιωπή ανθίζει,
διακριτικά, των νερών η δροσιά τραγουδά ακόμα
που, αδύναμη, η χλιαρή νυκτερινή αύρα διασκορπίζει:
θροΐζουνε φούστες καθώς φύλλα που έπεσαν στην άμμο,
βομβίζουν, χαμηλόφωνα, στον τοίχο επάνω οι σφήκες,
ρόδα που δάχτυλα ρεμβαστικά τα έχουν μαδήσει
διαχύνουν την ερωτευμένη, μέλινη ψυχή τους·
μια αυγή παράδοξη κι ωχρή στα κράσπεδα αλητεύει
των ουρανών και σ’ άυλη γοητείαν ανακατεύει
βαθύτατη, ένα φως που φεύγει προς έναστρον ίσκιον.
Ω τι με κάνουν οι μελλούμενοι ήλιοι, τι με κάνουν
η αγάπη και το μάλαμα κι η νιότη και το πνεύμα!…
Ένα γλυκύ ύπνο αφήστε με να κοιμηθώ, έναν ύπνο
μέγα, γυναίκεια χέρια νοιώθοντας στο μέτωπό μου:
αχ, κλείστε το παράθυρο που πάνω στη ζωή βλέπει!

Μετάφραση: Άρης Δικταίος

1 σχόλιο

Filed under ΣΑΡΛ ΓΚΕΡΕΝ