Category Archives: ΟΥΪΛΛΙΑΜ ΟΥΕΡΝΤΣΓΟΥΕΡΘ

ΟΥΪΛΛΙΑΜ ΟΥΕΡΝΤΣΓΟΥΕΡΘ

ΟΥΪΛΛΙΑΜ ΟΥΕΡΝΤΣΓΟΥΕΡΘ [WILLIAM WORDSWORTH (1770-1850)]: Νάρκισσοι

Μόνος πλανήθηκα, σαν συννεφάκι
πάνω από λόφο κι από λαγκαδιά,
και χρυσονάρκισσοι, πλάι στο νεράκι
της λίμνης, φάνηκαν στη σιγαλιά,
π’ όλο και χόρευαν με τ’ αεράκι,
χορεύαν με την αύρα τη γλυκιά.

Σαν άστρα που ’μοιαζαν, στα ουράνια μέρη,
καθώς της Βερενίκης τα μαλλιά,
στ’ ακρόλιμνο που φύσαγε τ’ αγέρι,
σ’ ατέλειωτη εφυτρώνανε σειρά·
μύρια ένα βλέμμα μου θε να μού φέρει
τ’ άνθη που χόρευαν λικνιστικά.

Χορεύαν και τα κυματάκια πλάι,
μα κείνα ξεπερνούσαν στη χαρά:
– Ω, τι χαρούμενο το βλέμμα πάει
σε τέτοιαν εύθυμη μια συντροφιά!
Όμως τι πλούτο, η σκέψη δε γροικάει,
μού φέρναν στην καρδιά μου τ’ άνθη αυτά:

Γιατί συχνά, σα ’ρθούν στη θύμησή μου,
την ώρα κάποιας λύπης ή χαράς,
λάμπουν και μπαίνουνε μες στην ψυχή μου
ωσάν την ευλογία της μοναξιάς·
και με τους νάρκισσους τότε η ψυχή μου
τρελά χορεύει της ακρολιμνιάς!

Μετάφραση: Στέφανος Τσατσούλας

ΟΥΪΛΛΙΑΜ ΟΥΕΡΝΤΣΓΟΥΕΡΘ [WILLIAM WORDSWORTH (1770-1850)]: Ασφόδελοι

Περιπλανιόμουν έρημος σαν ένα σύννεφο
που επιπλέει ψηλά πάνω από κοιλάδες και λόφους,
όταν εντελώς ξαφνικά είδα ένα πλήθος,
ένα σμάρι, από χρυσαφένιους ασφόδελους·
δίπλα στη λίμνη, κάτω απ’ τα δέντρα,
κυματίζοντας και χορεύοντας στην αύρα.

Αδιάκοποι σαν τ’ αστέρια που λαμποκοπούν
και τρεμοπαίζουνε στο γαλαξία,
απλώνονταν σ’ ατέλειωτη σειρά
κατά μήκος της παρυφής ενός όρμου:
δέκα χιλιάδες είδα με μια ματιά,
να τινάζουν τις κορφές τους σε ζωηρό χορό.

Τα κύματα δίπλα τους χόρευαν· αλλ’ εκείνοι
ξεπερνούσαν τα σπινθηροβόλα κύματα σ’ αγαλλίαση:
ένας ποιητής δε θα μπορούσε παρά να ’ναι ευδιάθετος,
σε μια τόσο κεφάτη συντροφιά:
ατένισα – κι ατένισα – αλλά ούτε που σκέφτηκα
τι πλούτο μου είχε φέρει το θέαμα:

Γιατί συχνά, όταν είμαι ξαπλωμένος στο ντιβάνι μου
με αφηρημένη ή με σκεπτική διάθεση,
αστράφτουνε σε κείνο το ενδόμυχο μάτι
που είν’ η ευδαιμονία της μοναξιάς·
και τότε η καρδιά μου γεμίζει μ’ ευχαρίστηση,
και με τους ασφόδελους χορεύει.

Μετάφραση: Κώστας Λιννός

ΟΥΪΛΛΙΑΜ ΟΥΕΡΝΤΣΓΟΥΕΡΘ [WILLIAM WORDSWORTH (1770-1850)]: Νάρκισσοι (απόσπασμα)

………………………………………………….

………………………………………………….

Σαν είμαι ξαπλωμένος στο κρεβάτι
σε στοχασμού ώρα ή σε στιγμές ανίας,
λάμπουν σ’ αυτό που λένε τρίτο μάτι
κι είναι της μοναξιάς η ευδαιμονία·
τότε η καρδιά μου αγάλλεται, τα ερέβη
ξεχνά και με τους νάρκισσους χορεύει.

Μετάφραση: Γιώργος Ζούκας

ΟΥΪΛΛΙΑΜ ΟΥΕΡΝΤΣΓΟΥΕΡΘ [WILLIAM WORDSWORTH (1770-1850)]: Κατοικούσε

Κατοικούσ’ εκεί που ανθρώπου πόδι δεν επάτησε,
δίπλ’ αποκεί που έπινε νερό το περιστέρι,
μια κοπελιά που κανένανε δεν είχε να την κανακεύει
και την αγάπαγαν, αλήθεια, πολύ λίγοι.

Βιολέτα ήτανε πλάι σε μουσκλιασμένη πέτρα
μισοκρυμμένη από το μάτι!
Ωραία σαν τ’ άστρο που μονάχο του
ψηλά στον ουρανό φέγγει.

Έζησε άγνωστη και λίγοι μάθανε
πότε άφησε η Λουκία την τελευταία πνοή της.
Τώρα αναπαύεται στο τάφο της και μόνο
μονάχα εμένανε μου λείπει κάτι.

Μετάφραση: Ανδρέας Αγγελάκης

Σχολιάστε

Filed under ΟΥΪΛΛΙΑΜ ΟΥΕΡΝΤΣΓΟΥΕΡΘ