Category Archives: ΟΥΩΛΤΕΡ ΝΤΕ ΛΑ ΜΑΙΡ

ΟΥΩΛΤΕΡ ΝΤΕ ΛΑ ΜΑΙΡ

ΟΥΩΛΤΕΡ ΝΤΕ ΛΑ ΜΑΙΡ [WALTER DE LA MARE (1873-1956)]: Ο σπίνος

Πάνω στο θάμνο τον πυκνόφυλλο,
γεμάτο αγκάθια και τριαντάφυλλα,
φτεροκοπά ένα πραματάκι φωτεινό.
Είναι ένας σπίνος τόσος δά που κελαηδεί.
Κι όλος ο κόσμος ο σπαρταριστός,
του ηλιού και της δροσιάς και του αγεριού,
απ’ το μικρό αυτό πλάσμα της ζωής
γίνεται ακόμα πιο όμορφος.
Κάθε κλωνάρι του αγκαθιού,
του φουντωτού του σπάρτου του χρυσοστεφάνωτου,
του υάκινθου και του καινούργιου θυμαριού
ανήκουν, λες, στο σπίνο το μικρό.
Σάμπως η χάρη ετούτη κι η ομορφιά
να ’ναι μονάχα ενός πουλιού
και σ’ ένα ανάλαφρο φτερούγισμα
μες σε τραγούδι να μπορούσαν να χαθούν.

Μετάφραση: Δημήτρης Σταύρου

ΟΥΩΛΤΕΡ ΝΤΕ ΛΑ ΜΑΙΡ [WALTER DE LA MARE (1873-1956)]: Ακροατές  [The Listeners]

‘‘Είναι κανένας μέσα;’’ ο στρατοκόπος ρώτησε,
τη φεγγαρόλουστη χτυπώντας πόρτα·
κι έβοσκε τ’ άλογό του μες στη σιγαλιά,
στη φτέρη τη βελούδινη του φαραγγιού.
Πάνω απ’ του στρατοκόπου τότε το κεφάλι πέταξε
μέσα απ’ τον πύργο ένα πουλί.
Κι εκείνος χτύπησε για δεύτερη φορά.
‘‘Είναι κανένας μέσα;’’ ρώτησε.
Μα δεν κατέβηκε ψυχή στην πόρτα για ν’ ανοίξει,
και στο κατώφλι της με τις περιπλοκάδες
ούτ’ ένα δεν επρόβαλε κεφάλι
τα γκρίζα του τα μάτια να κοιτάξει,
μήτ’ έσκυψε στον ήσυχο κι απορημένο ταξιδιώτη.
Και μόνο πλήθος ακροατές-φαντάσματα
που τότε ζούσανε στο ερημικό το σπίτι,
σταθήκαν κι αφουγκράζονταν
μες στο γαλήνιο φεγγαρόφωτο
ετούτη την ανθρώπινη φωνή.
Κάτω από τις αχτίνες της σελήνης που τρεμόσβηναν,
καθίσανε στις σκοτεινές τις σκάλες μουλωχτά,
που φέρνουνε στην αίθουσα την άδεια στο υπόγειο,
και του έρμου στρατοκόπου τη φωνή αφουγκράζονταν
που άγρια τον άνεμο ανατάραζε.
Κι ένοιωσε στην καρδιά του την παραξενάδα τους,
και στην κραυγή του απαντούσε η σιωπή,
ενώ το ανήσυχό του άλογο έβοσκε
στη χλόη του φαραγγιού την πράσινη
κάτω από τον αστερόφεγγο ουρανό.
Τότε άξαφνα την πόρτα ξαναχτύπησε
πιο δυνατά, και το κεφάλι ανάσκωσε:
‘‘Πες τους πως ήρθα και κανείς δεν αποκρίθηκε,
πες τους πως κράτησα το λόγο μου.’’
Ούτε στιγμή απ’ τη θέση τους δε σάλεψαν οι ακροατές,
κι ας έπεφτε αντηχώντας κάθε λέξη του
μέσα στη σκιά του ατάραχου σπιτιού.
Κι ήταν αυτός ο μόνος που ήταν ζωντανός.
Α ναι, ακουστήκαν τα σπιρούνια να χτυπούν
και των πετάλων ο ήχος στο λιθόστρωτο,
και πώς ξανακυμάτισε απαλά η σιωπή
σαν είχαν φύγει πια οι βαρύγδουπες οπλές.

Μετάφραση: Δημήτρης Σταύρου

ΟΥΩΛΤΕΡ ΝΤΕ ΛΑ ΜΑΙΡ [WALTER DE LA MARE (1873-1956)]: Το στοιχειωμένο σπίτι [The Listeners]

‘‘Είναι κανείς εδώ, κανείς;’’ ο καβαλάρης κράζει
την πόρτα κρούοντας που τη λούζει το φεγγάρι.
Στου δάσους τη σιγή, στη γη που έχουν σκεπάσει οι φτέρες
σκυμμένο τ’ άτι αργομασά το υγρό χορτάρι.

Απ’ τον πυργίσκο ένα πουλί πετάει ψηλά και φεύγει
πάνου απ’ του ξένου φτερουγώντας το κεφάλι.
Με βρόντο εκείνος κρούει ξανά τη βαριά πόρτα τώρα·
‘‘είναι κανείς εδώ, κανείς;’’ ξανάπε πάλι.

Ψυχή· κανείς δεν άνοιξε να τον δεχτεί τον ξένο.
Κανείς απ’ το κισσόντυτο ψηλά πρεβάζι
δεν έγειρε στα γκρίζα του να τον κοιτάξει μάτια.
Στάθηκε τώρα και σωπαίνει. Και διστάζει…

Ένα σινάφι από στοιχειά, μονάχ’ αυτά γροικούνε
που τ’ άδειου τώρα κατοικούν σπιτιού τον τόπο·
και στέκουν κι ακρομάζονται στο φως το φεγγαρίσιο
τη φωνή που ’ρθε από τον κόσμο των ανθρώπων.

Μες στις αχτίδες τις ωχρές, στέκουν αντάμα ομάδι
στη σκάλα που γλιστράει στου χωλ τα έρημα σκότη,
κι ασάλευτα αφουγκράζονται στον τρελαμένο αγέρα
που τον ετράνταξε η φωνή του ταξιδιώτη.

Κι ενώ κάτω από τ’ ουρανού τ’ αστέρια και τα φύλλα
σαλεύει τ’ άτι βόσκοντας τη νύχτια χλόη,
η τόση τους αλλοκοτιά – δίχως απόκριση έτσι
βουβά που έμεινα – μέσα του βαθιά τον τρώει.

Χυμά στη θύρα, τη χτυπά, την κρούει με μανία,
ψηλά το μέτωπο σηκώνει και χουγιάζει:
‘‘Πείτε τους ήρθα, μα καμιάν απόκριση δεν πήρα·
πείτε τους κράτησα το λόγο’’. Και σωπάζει.

Κείνα ακρομάζονται ρεμβά· κι ούτε σαλέψαν διόλου.
Μάταια ο μόνος ζωντανός εδώ μιλάει.
Μάταια ο κάθε λόγος του στο στοιχειωμένο σπίτι,
μες στα σκοτάδια τους νεκρούς αχούς ξυπνάει.

Τη μπότα που γλιστράει ακούν μες στον αναβολέα,
τα πέταλα στις πλάκες τώρα που αντηχούνε·
κι ύστερα αγάλια της σιωπής το γυρισμό· και πέρα
του καλπασμού τους μακρινούς αχούς που σβούνε…

Μετάφραση: Αντ. Σ. Σάββας

ΟΥΩΛΤΕΡ ΝΤΕ ΛΑ ΜΑΙΡ [WALTER DE LA MARE (1873-1956)]: Επιτάφιο

Για πάντα εδώ κοιμάται μια όμορφη κυρά,
ανάλαφρο είχε βήμα και καλή καρδιά.
Η πιο όμορφη γυναίκα ήταν, θαρρώ,
στη χώρα εκεί της Δύσης, μακριά.
Μα χάνονται τα κάλλη κι η ομορφιά
όσο και να ’ναι σπάνια, όσο κι αν πεις.
Κι όταν εγώ γεράσω και χαθώ,
ποιος την πεντάμορφή μας θα θυμάται πια
στη χώρα εκεί της Δύσης, μακριά;

Μετάφραση: Δημήτρης Σταύρου

ΟΥΩΛΤΕΡ ΝΤΕ ΛΑ ΜΑΙΡ [WALTER DE LA MARE (1873-1956)]: Το σκιάχτρο

Γέρνω όλο το χειμώνα το κεφάλι μου
κάτω από μπόρα δυνατή.
Με χιόνι πασπαλίζει με ο βοριάς
και με φυσά, και μαύρο πάλι φαίνομαι.
Κάτω απ’ των αστεριών τον κυκεώνα, τα μεσάνυχτα,
φεγγοβολώ από πάχνη λαμπερή,
και μες στα θερισμένα στάχυα ορθώνομαι
αλύγιστο σα θώρακας μες στην αυγή.
Αλλά η παιδούλα η Άνοιξη όταν έρθει
κι όλα τ’ άλλα παιδιά της φτάσουνε
σκορπώντας τη δροσιά και τα μπουμπούκια τους
πάνω στη χέρσα ετούτη γη,
μια αναγάλλια ξυπνά μες στα κουρέλια μου.
Υψώνω τ’ άδεια μάτια μου στον ουρανό,
για καρακάξες ψάχνοντας, τους άρπαγες οχτρούς
του Ανθρώπου, του παράξενου του αφέντη μου.
Τον βλέπω ισχνός να δρασκελίζει και σκυφτός,
ακολουθώντας τ’ άλογα που οργώνουν,
και τότε ξέρω πως το στάρι σύντομα
θα πάει τ’ αψήλου εκεί όπου κάποτε
χιόνι άγονο κειτότανε.
Σε λίγο θα κοιτάζω ανάμεσα από θάλασσα
στάχυα χρυσά, ηλιογέννητα,
που η φρούρησή μου η άγρυπνη τα σφράγισε
πάλι για μια άφθονη σοδειά.

Μετάφραση: Δημήτρης Σταύρου

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΟΥΩΛΤΕΡ ΝΤΕ ΛΑ ΜΑΙΡ