Category Archives: ΛΟΥΪ ΛΕ ΚΑΡΝΤΟΝΝΕΛ

ΛΟΥΪ ΛΕ ΚΑΡΝΤΟΝΝΕΛ

ΛΟΥΪ ΛΕ ΚΑΡΝΤΟΝΝΕΛ [LOUIS LE CARDONNEL (1862-1936)]: Νεκρή πολιτεία

Κουφά κι αράθυμα οι εσπερινοί σημαίνουν
σε πολιτείας απατηλής την άκρα ειρήνη.
Δέντρα ριγούν μες στην πλατεία της ενορίας,
σαν σαστισμένα που οι εσπερινοί σημαίνουν.
Ειρήνης ώρα, ωστόσο ώρα απορίας.

Ένας τρελός, που πάει τραυλίζοντας και στρέφει,
κι ευφραίνεται που είναι στο μάθημα τ’ αγόρια.
Στο παραθύρι της, μια γριά γυναίκα βήχει,
και στον τρελό, που πάει τραυλίζοντας και στρέφει
λωλάθηκε θαρρείς και νοήματα του γνέφει.

Γέρικες αγκωνές, λιακάδα γερασμένη
κι ο Νοέμβρης μήνας στην πλατεία την περιχύνει.
Σ’ ένα χαγιάτι, ένα σεντόνι κρύο χτυπάει,
ωχρό, μεστό πολλή λιακάδα γερασμένη.
– Ύστερα, ο ήχος των εσπερινών – και πάει…

Άξαφνα, ευθύς, ουδέ γυναίκα, ουδέ καμπάνες,
ουδέ ο τρελός πια, τη ‘μαϊμού’ να παρασταίνει.
Την πολιτεία με μιας λες κι ύπνος τηνέ ζώνει.
Ουδέ ο τρελός πια, ουδέ η γυναίκα, ουδέ οι καμπάνες…
Μονάχο του, το παγερόν άσπρο σεντόνι.

Μετάφραση: Τέλλος Άγρας

ΛΟΥΪ ΛΕ ΚΑΡΝΤΟΝΝΕΛ [LOUIS LE CARDONNEL (1862-1936)]: Νεκρή πολιτεία

Οκνά, κουφά, οι εσπερινοί χτυπούνε
μες στη μουντή κι ειρηνεμένη τούτη πόλη·
γκρίζα δέντρα, μες στην πλατεία, ριγούνε,
σάμπως ανήσυχα για τις καμπάνες που χτυπούνε.
Η ήρεμη ώρα ανησυχία γιόμισεν όλη.

Ένας ηλίθιος, περνώντας, κακαρίζει,
ευτυχισμένος που τα παιδιά ’χουν σχολείο τώρα,
στο παράθυρο βήχει μια γριά και χαχαρίζει
στον ηλίθιο, που περνώντας κακαρίζει
και, σαν τρελή, χειρονομίες του κάνει απ’ ώρα.

Παλιά ντουβάρια, φως που αποκοιμιέται
το Νοέμβρη αυτό που σ’ αυτή την πλατείαν εκρεμάστη·
σ’ ένα μπαλκόνι ένα σεντόνι κρύο κινιέται
χλωμό, μέσα στο φως που αποκοιμιέται.
Ύστερα, της καμπάνας ο ήχος που εκουράστη…

Και, ξαφνικά, ουδ’ αχός, ουδέ στο παραθύρι
η γριά, μηδ’ ο βλάκας που άθλια πιθηκίζει.
Θα ’λεγες πως η πόλη για ύπνον έχει γείρει.
Ουδ’ αχός, μηδ’ ηλίθιος, μήτε γριά σε παραθύρι…
Ένα σεντόνι έμεινε, μόνο, παγερό, που ασπρίζει…

Μετάφραση: Άρης Δικταίος

ΛΟΥΪ ΛΕ ΚΑΡΝΤΟΝΝΕΛ [LOUIS LE CARDONNEL (1862-1936)]: Το πιάνο

Συλλαβές θλιβερές βαθουλώνουν στο πιάνο
στου έρημου λιμανιού το πιο πικρό το σπίτι.
Βαρύ το νερό, ουρανός βαρύς στη δύση απάνω.
Ράθυμος λόγος άπαυτον πόνο δουλεύει.
Παράκληση, κι ας πάει στον άνεμον η ευχή της!
Ένα ‘‘Εκ βαθέων’’, μα που σε Κύριο δεν πιστεύει.

Μες στον μονότονον ήχο, και ποιος δε νοιώθει
το ίδιο το διάστημα μονότονο, να κλώθει;

Μέρες μονότονες της όποιας μέσα παίζει!
– Του Έρωτος ουρανούς δεν είναι χορτασμένη;
ή τάχα ένας ξενιτεμένος τη βαραίνει,
σε μονότονη θάλασσα νεκρός, τρελός του πόνου
κι από την έπαρση της όποιας μέσα παίζει;

Αχ, απ’ το πιο πικρό του νεκρού λιμανιού πιάνο,
το ‘‘Κύριε ελέησον’’ βγαίνει μ’ όλον του τον πόνο,
κι αυτήν την έρημο, που το ‘‘μάννα’’ δε θα ’χει,
εσύ, φωνή του Σούμαν, κατοικείς μονάχη,
και μόνο ο λόγος σου θα την γεμίζει, μόνο,
μαύρος, σαν ο ουρανός, βαρύς στη δύση απάνω.

Μετάφραση: Τέλλος Άγρας

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΛΟΥΪ ΛΕ ΚΑΡΝΤΟΝΝΕΛ