Category Archives: ΙΛΙΑ ΕΡΕΝΜΠΟΥΡΓΚ

ΙΛΙΑ ΕΡΕΝΜΠΟΥΡΓΚ

ΙΛΙΑ ΓΚΡΙΓΚΟΡΙΕΒΙΤΣ ΕΡΕΝΜΠΟΥΡΓΚ [ИЛЬЯ ГРИГОРЬЕВИЧ ЭРЕНБУРГ (1891-1967)]: Μάιος 1945

Ι

Στην πόλη μας, σαν έφτασεν Εκείνη,
τα χάσαμε. Σε αναμονή τόση είχες μείνει,
που κάθε θρο με την ψυχή μπορούσες να τον ξεχωρίσεις –
και τις ομοβροντίες αυτές να μην αναγνωρίσεις;
Κι ήτανε τόσα των καημών σου πριν τα βάρη,
των ημερών και των νυκτών σου τέτοιο το κουβάρι,
που κείνο το πρωϊνό μήτε μια μόνη
δε μπόρεσε ν’ ανθίσει τόση δά ανεμώνη.
Και μόνο ένα μικρό παιδί, τα δυο χεράκια
χτυπούσε, φώναζε, παίζοντας παλαμάκια,
σάμπως, με την αθωότητά του αυτό την τόση,
ποιαν επισκέπτριαν είδε, να ’χε νοιώσει.

ΙΙ

Κάποτε ο ποιητής, γι’ αυτούς, είχε καημό μεγάλο:
ο ένας τον άλλον πρόσμεναν καιρό,
κι όταν αντάμωσαν εκεί, στον ουρανό,
που πόνος δεν υπάρχει πια, ο ένας δε γνώρισε τον άλλο.
Μα εγώ, όχι στην Εδέμ, μα εδώ σ’ αυτή τη γη μας,
που πόνος, πόνος, πόνος είναι κάθε βήμα,
την πρόσμενα, όπως καρτεράει σαν αγαπάει κανείς,
τη γνώριζα, όπως τον εαυτό σου να γνωρίσεις το μπορείς.
Στο αίμα, στη λάσπη την καλούσα, στην πικρία, στο σάλο.
Και φτάνει η ώρα. Ο πόλεμος τελειώνει.
Στο σπίτι πάω. Εκείνη με σιμώνει.
Κι ο ένας δε γνώρισε τον άλλο.

ΙΙΙ

Φορούσε μια ξεθωριασμένη χλαίνη.
Τα πόδια της όλο αίμα. Τσακισμένη
ήρθε και χτύπησε την πόρτα. Η μάνα
της άνοιξε. Στρωμένο το τραπέζι – νάτο.
‘‘Με το παιδί σου υπηρετούσα στο ίδιο σύνταγμα, ’κεί κάτω.
Ήρθα. Με λένε Νίκη’’. Τότε η μαύρη κουραμάνα
έγινε πιο άσπρη από την άσπρη μέρα,
το δάκρυ πιο αλμυρό απ’ τ’ αλάτι. Πέρα,
μακριά, εκατό πρωτεύουσες ζητωκραυγάζανε,
χτυπούσαν παλαμάκια, χόρευαν, γιορτάζανε,
και μόνο σε μια ρούσικη, ήσυχη πολίχνη, εκεί σιμά,
μονάχες δυο γυναίκες σώπαιναν επίσημα.

1945

Μετάφραση: Γιάννης Ρίτσος

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΙΛΙΑ ΕΡΕΝΜΠΟΥΡΓΚ