Category Archives: ΖΟΖΕ-ΜΑΡΙΑ ΝΤΕ ΕΡΕΝΤΙΑ

ΖΟΖΕ-ΜΑΡΙΑ ΝΤΕ ΕΡΕΝΤΙΑ

ΖΟΖΕ-ΜΑΡΙΑ ΝΤΕ ΕΡΕΝΤΙΑ [JOSÉ-MARIA DE HEREDIA (1842-1905)]: Ηλιοβασίλεμα

Λάμπουν τα σκίνα ολόχρυσα ψηλά στην κορυφή
του βράχου του γρανίτινου που η δύση τον φλογίζει.
Μακριά, χωρίζεις τον αφρό της θάλασσας που αρχίζει,
ατέλειωτη κι αστραφτερή, κει που τελειώνει η γη.

Μπροστά μου πια έχει απλωθεί η νύχτα κι η σιγή.
Τα πουλιά πάψαν. Γύρισε στο σπίτι που καπνίζει
ο άντρας. Μόνο, ο Εσπερινός τα σκότη τώρα σχίζει
να σμίξει με του ωκεανού το βρόντο, τη οργή.

Και νά! σαν απ’ της άβυσσου τα τρίσβαθα χυμένοι,
απ’ τα φαράγγια, απ’ τα βουνά έρχονται μακρυσμένοι,
οι αντίλαλοι των κοπαδιών, που πρόκαμε η βραδιά.

Ο ορίζοντας τυλίγεται στα σκότη, κι ως πεθαίνει
ο ήλιος σε μι’ ατμόσφαιρα πλούσια και λυπημένη,
της πορφυρής βεντάγιας του κλει τα χρυσά κλαδιά.

Μετάφραση: Μήτσος Παπανικολάου

ΖΟΖΕ-ΜΑΡΙΑ ΝΤΕ ΕΡΕΝΤΙΑ [JOSÉ-MARIA DE HEREDIA (1842-1905)]: Ηλιοβασίλεμα

Τα λαμπερά σχινάγκαθα, στολίδι του γρανίτη,
χρυσώνουν την τραχιά κορφή που η δύση τη πυρώνει,
ξέμακρα ακόμη ολόλαμπρη μέσα στου αφρού το κύμα
η θάλασσα η απέραντη αρχίζει όπου η γη παύει.

Στα πόδια μου νύχτα, σιγή. Κάθε πουλί σωπαίνει.
Τώρα οι ξωμάχοι γύρισαν κι οι κατοικιές καπνίζουν.
Μόνο η καμπάνα η βραδινή ηχάει μες στην ομίχλη
κι ενώνεται στου ωκεανού τον απλωμένο ρόχθο.

Σαν από βάραθρου βυθό ακούονται των τραίνων
των ερημιών, των χαραδρών, φωνές αποσυρμένες
των βραδιασμένων πιστικών που σαλαγούν τα ζα του.

Όλα περίγυρα γοργά τυλίγονται στον ίσκιο
κι ο ήλιος σβήνοντας σιγά σε πλούσια θαμπά γνέφια
της κόκκινης βεντάλιας του τις χρυσές δίπλες κλείνει.

Μετάφραση: Θεόδ. Σ. Μακρής

ΖΟΖΕ-ΜΑΡΙΑ ΝΤΕ ΕΡΕΝΤΙΑ [JOSÉ-MARIA DE HEREDIA (1842-1905)]: Η νεκρική πομπή

Προς τη Φωκίδα τη λαμπρή και στους ναούς που στέκουν
κάτω απ’ τους βράχους της Πυθώς της κεραυνοζωσμένης,
όταν οι αρχαίοι πολεμιστές κατέβαιναν στον Άδη,
η Ελλάδα ξεπροβόδαε τη θεϊκή μορφή τους.

Κι οι ίσκιοι τους, το φέγγος της όταν η νύχτα απλώνει
στους κόλπους τους ερημικούς, στην ξαστεριά του Αιγαίου,
άκουαν από τις κορφές τις διάφανες των κάβων
στους τάφους των, η θάλασσα να ηχεί της Σαλαμίνας.

Κι εγώ σε μιαν αργόσυρτη θλίψη γέρος θα σβήσω,
μες σ’ ένα φέρετρο στενό θα κλείσουν το κορμί μου,
και θα μου βρουν με πληρωμή, κεριά, παπά και τάφο.

Μα κείνη εγώ ονειρεύτηκα τη δοξασμένη μοίρα·
να πέσω μες στου ηλιού το φως, σαν οι παλιοί προγόνοι
ακόμη νιος και να με κλαιν οι κόρες κι οι ανδρειωμένοι.

Μετάφραση: Θεόδ. Μακρής

ΖΟΖΕ-ΜΑΡΙΑ ΝΤΕ ΕΡΕΝΤΙΑ [JOSÉ-MARIA DE HEREDIA (1842-1905): Η λήθη

Στο ακρωτήρι εδώ υψηλά ο Ναός ερειπωμένος.
Σ’ έχει συνδέσει ο θάνατος, μες στην ξανθή τη γη,
θεές μαρμάρινες και ηρώων χάλκινη αντοχή,
που ’ναι ο τρανός αιώνας των με χόρτα καλυμμένος.

Κάπου βοσκός, με αργό κοπάδι σε πηγή φερμένος,
ενώ απ’ την κόγχη μια πνοή, επωδός αρχαϊκή,
απλώνεται ως το πέλαγος, σε ορίζοντα βαθύ,
πάνω στο απέραντο κυανό προβάλλει ισκιοντυμένος.

Η Γη, που γέννησε με χάρη τους παλιούς Θεούς,
φροντίζει, κάθε Άνοιξη, μάταια εκδηλωμένη,
σε στήλης θρύμμα η άκανθα χλωρή να ξαναβγαίνει.

Μα ο άνθρωπος, μη νοιώθοντας τους πάτριους παλμούς,
αδιάφορος ακούει, στης Νυκτός την ηρεμία,
την θάλασσα, φρικτή για τις Σειρήνες θρηνωδία.

Μετάφραση: Γ. Σ. Πατριαρχέας

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΖΟΖΕ-ΜΑΡΙΑ ΝΤΕ ΕΡΕΝΤΙΑ