Category Archives: ΕΝΤΟΥΪΝ ΑΡΛΙΝΓΚΤΟΝ ΡΟΜΠΙΝΣΟΝ

ΕΝΤΟΥΪΝ ΑΡΛΙΝΓΚΤΟΝ ΡΟΜΠΙΝΣΟΝ

ΕΝΤΟΥΪΝ ΑΡΛΙΝΓΚΤΟΝ ΡΟΜΠΙΝΣΟΝ [EDWIN ARLINGTON ROBINSON (1869-1935)]: Ρίτσαρ Κόρυ

Κάθε που ο Ρίτσαρ Κόρυ στην πόλην ερχόταν
από τα πεζοδρόμια τον κοιτάζαμε, ο λαός:
ήτανε κύριος απ’ την κορφή ως τα νύχια, καθαρός
αψεγάδιαστα, κι αυτοκρατορικά στεκόταν.

Κ’ ήταν διακριτικό το ντύσιμό του πέρα ως πέρα
πάντα, και πάντα ανθρώπινος όταν ομιλούσε.
Πιο γοργά, μάλιστα, χτυπούσαν οι καρδιές μας ‘Καλημέρα’
σαν έλεγε, και, περπατώντας, αχτινοβολούσε.

Κ’ ήτανε πλούσιος – ω ναι, πιο πλούσιος κι από βασιλιά –
και θαυμαστά προικισμένος απ’ τη φύση:
κοντολογής, πιστεύαμε πως είχεν όλ’ αυτά
που ο καθένας μας θα ’θελε για να ευτυχίσει.

Μες σ’ αυτό το ντορό, το φως καρτερούσαμε μέρα τη μέρα,
δίχως κρέας πορευόμασταν, το ψωμί βλαστημώντας·
κι ο Ρίτσαρ Κόρυ, μιαν ήσυχη, θερινή νύχτα, γυρνώντας
στο σπίτι του, φύτεψε στο κεφάλι του μια σφαίρα.

Μετάφραση: Άρης Δικταίος

ΕΝΤΟΥΪΝ ΑΡΛΙΝΓΚΤΟΝ ΡΟΜΠΙΝΣΟΝ [EDWIN ARLINGTON ROBINSON (1869-1935)]: Ο Ρίτσαρντ Κόρυ

Κάθε που ο Ρίτσαρντ Κόρυ κατέβαινε στην πόλη,
εμείς απ’ το πεζοδρόμιο τον εκοιτούσαμε:
Πολύ κύριος ήταν στην ύπαρξή του όλη,
Περιποιημένος και κομψός – τον εφθονούσαμε.

Και πάντοτε ντυνότανε με χάρη και απλά,
και ήταν τόσο ανθρώπινος όταν μιλούσε·
Οι σφυγμοί όμως πέταγαν ευθύς ψηλά
‘καλημέρα’ σαν έλεγε, λάμποντας καθώς περνούσε.

Και ήταν – ναι, από ρήγα πιο πλούσιος –
κι άριστα κάτεχε κάθε τρόπο φίνο:
Τέλος, στη σκέψη μας ήταν άνδρας περιούσιος
Κι όλοι μας θέλαμε να ήμασταν σαν εκείνο.

Έτσι λοιπόν δουλεύαμε, βρίζοντας το ψωμάκι
Και φτωχικά τη βγάζαμε, προσμένοντας μια καλή μέρα·
Μα ο Ρίτσαρντ Κόρυ, ένα ήρεμο θερινό βραδάκι,
Επήγε σπίτι και τίναξε τα μυαλά του στον αέρα.

Μετάφραση: Μάριος Β. Ραΐζης

Σχολιάστε

Filed under ΕΝΤΟΥΪΝ ΑΡΛΙΝΓΚΤΟΝ ΡΟΜΠΙΝΣΟΝ