Category Archives: ΓΙΟΥΣΤΙΝΟΥΣ ΚΕΡΝΕΡ

ΓΙΟΥΣΤΙΝΟΥΣ ΚΕΡΝΕΡ

ΓΙΟΥΣΤΙΝΟΥΣ ΚΕΡΝΕΡ [JUSTINUS KERNER (1786-1862)]: Ποιος σε αρρώστησε έτσι;

Τόσο πολύ έχεις αρρωστήσει,
ποιος το ’κανε άραγες αυτό;
Ούτε ο αέρας απ’ τη Δύση,
ούτε το φως των αστεριών,

ούτε των δέντρων οι σκιές,
ούτε η φλόγα της λιακάδας,
ούτε ύπνου κι όνειρου φωνές
σ’ άνθινη κλίνη της κοιλάδας.

Τούτη η θανάσιμη πληγή,
απ’ τους ανθρώπους έχει γίνει:
η φύση μ’ άφησε υγιή,
κείνοι μού πήραν τη γαλήνη.

Μετάφραση: Λένια Ζαφειροπούλου

ΓΙΟΥΣΤΙΝΟΥΣ ΚΕΡΝΕΡ [JUSTINUS KERNER (1786-1862)]: Ήχοι παλαιοί

Άκουσε το πουλί που τραγουδάει
κοίτα του δένδρου την ανθοφορία.
Καρδιά! Δεν μπορεί τούτο να σε πάει
από του ονείρου σου μακριά την αγωνία;

Τι να ’ναι τούτο; Ήχοι παλαιοί
απ’ το βαρύθυμο ενός νεανίσκου στήθος,
από τα χρόνια όταν είχα εμπιστευθεί
τον κόσμο και των ηδονών το πλήθος.

Οι μέρες έφυγαν, δεν έμεινε καμία.
Κανένα βότανο γιατρειά δε θα χαρίσει.
Κι από του ονείρου μου την τόσην αγωνία,
μόνο ένας Άγγελος μπορεί να με ξυπνήσει.

Μετάφραση: Λένια Ζαφειροπούλου

ΓΙΟΥΣΤΙΝΟΥΣ ΚΕΡΝΕΡ [JUSTINUS KERNER (1786-1862)]: Ηδονή της νύχτας με θύελλα

Όταν έξω σε κοιλάδες και βουνά,
άγρια θύελλα και βροχή λυσσομανά,
τα παράθυρα στενάζουνε με τρόμο
κι οι διαβάτες χωρίς φως χάνουν το δρόμο,

εδώ μέσα είναι ανάπαυση γλυκιά,
σε μακάριας αγάπης αγκαλιά.
Τ’ ουρανού η χρυσή λάμψη και το χρώμα,
φτερουγίζουν μες στο σιωπηλό μας δώμα.

Ω συ πλούσια ζωή, ελέησέ με!
Και γερά στ’ αβρά σου χέρια κράτησέ με.
Άνθη του έαρος υψώνονται, βλασταίνουν,
σύννεφα περνούν και πουλιά ψέλνουν.

Άγρια θύελλα ποτέ σου να μην πάψεις.
Σπίτι εσύ, ας τρίξεις κι ας στενάξεις.
Ξεριζώσου δάσος, βούιξε αέρα:
τυλιγμένος είμαι εγώ σε ουράνια μέρα!

Μετάφραση: Λένια Ζαφειροπούλου

ΓΙΟΥΣΤΙΝΟΥΣ ΚΕΡΝΕΡ [JUSTINUS KERNER (1786-1862)]: Πέθανε, αγάπη και χαρά!

Είναι στο Άουγκσμπουργκ ένας οίκος υψηλός
κοντά στην παλαιά εκκλησία την άγια.
Από κει βγαίνει ένα πρωΐ γεμάτο φως
μια κόρη μ’ αρετή πολλή κι ευλάβεια.
Τραγούδι αντηχεί
στην εκκλησιά θα μπει
η ευγενική μορφή.

Εκεί στην άγια εικόνα της Μαρίας
γονάτισε για να προσευχηθεί.
Με φως πληρώθηκε ουράνιας βασιλείας
όλη η ηδονή του κόσμου έχει χαθεί:
‘‘Παρθένε, ευχήσου
στο θείο Παιδί σου
να ’μαι δική σου!’’.

Μόλις υπόκωφα το σήμαντρο αντηχεί
τους προσευχόμενους στην εκκλησιά να φέρει
στο διάδρομο η κόρη περπατεί
και στο κεφάλι τι φοράει δεν ξέρει:
μια λάμψη εφάνη
με φως να υφάνει
κρίνων στεφάνι.

Οι άνθρωποι κοιτούνε σαστισμένοι
το φωτεινό στεφάνι στα μαλλιά.
Δρόμος πολύς της κόρης δεν της μένει,
στο μέγα ιερό έχει φτάσει πια:
‘‘Κάντε με τώρα καλογριά,
εμέ την κόρη τη φτωχιά!
Πέθανε, αγάπη και χαρά!’’.

Ω δώσε, Θεέ, η κόρη αυτή γαληνεμένη
με ειρήνη το στεφάνι να κρατήσει.
Είν’ της δικής μου της καρδιάς αγαπημένη,
θα παραμείνει ως τη Στερνή την Κρίση.
Δεν έμαθε ποτέ το πώς
σπάει την καρδιά μου ο καημός
πέθανε, αγάπη μου και φως!

Μετάφραση: Λένια Ζαφειροπούλου

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΓΙΟΥΣΤΙΝΟΥΣ ΚΕΡΝΕΡ