Category Archives: ΓΙΟΖΕΦ ΦΟΝ ΑΪΧΕΝΤΟΡΦ

ΓΙΟΖΕΦ ΦΟΝ ΑΪΧΕΝΤΟΡΦ

ΓΙΟΖΕΦ ΦΟΝ ΑΪΧΕΝΤΟΡΦ [JOSEPH VON EICHENDORFF (1788-1857)]: Πόθος

Στο παράθυρο μονάχος έστεκα ώρα,
τ’ άστρα φώτιζαν χρυσό τον ουρανό·
ταχυδρομικό ένα αμάξι μακρινό
στη γαλήνια αφουγκραζόμουνα τη χώρα.
Είναι φλόγα και φλογίζεται η καρδιά,
όταν μυστικά μια τέτοια σκέψη θίγω:
να ’ταν βολετό κι εγώ μαζί να φύγω,
μές στου θέρους τη λαμπρήν αυτή νυχτιά.

Δυο ξανθοί έφηβοι πηγαίνανε πηδώντας
σε λιβάδια, μονοπάτια και βουνοπλαγιές·
άκουγα που περπατούσαν δροσερές φωνές,
στα γαλήνια αντίκρυ μέρη, τραγουδώντας
για τον ίλιγγο σε βράχια και γκρεμνά,
για τα δάση που στον αέρα μουρμουρίζουν,
για πηγές που απ’ τις χαράδρες κελαρύζουν
και στου δάσους ρέουν και πέφτουν τη νυχτιά.

Τραγουδάνε, ψιθυρίζει γύρα ο λόφος
για κρυμμένα αγάλματα μέσ’ στις σκιερές
των κήπων κι αγριεμένες φυλλωσιές
παλατιών, που λούζονται στο φεγγαρόφως,
που κορίτσια, στα παράθυρα, βαθιά
τα λαγούτα άγρυπνα ακούνε, και βιγλίζουν,
και, νυστάζοντας, οι κρήνες κελαρύζουν
μές στου θέρους τη λαμπρήν αυτή νυχτιά.

Μετάφραση: Άρης Δικταίος

ΓΙΟΖΕΦ ΦΟΝ ΑΪΧΕΝΤΟΡΦ [JOSEPH VON EICHENDORFF (1788-1857)]: Νόστος

Όποιος μακριά στα ξένα οδοιπορεί
τον δέρνει η θλίψη αιώνιου νόστου·
μέσ’ απ’ τα γλέντια, ξένος, μοναχός του
κι αδιάφορος στους άλλους, προχωρεί.

Τι ξέρετε, όμως, σεις, γωνιές σκιερές,
απ’ τα παλιά, τα ωραία μου χρόνια;
Είναι μακριά η πατρίδα, από τα χιόνια
πίσω, που σκέπουν τις βουνοκορφές.

Τ’ άστρα κοιτώ: σαν πήγαινα τρεχάτος
σ’ αυτήν, το μονοπάτι μού φωτούσαν.
Στην πόρτα πλάι τής γλυκοτραγουδούσαν
τ’ αηδόνια, που εδώ ακούω χαρά γιομάτος.

Η μόνη μου ευτυχία είναι το πρωϊνό.
Στης χαραυγής την πρώτη αργυρή αχτίδα,
από καρδιάς σε χαιρετώ, ω πατρίδα
μου, από ένα μακρινό, άξενο βουνό!

Μετάφραση: Άρης Δικταίος

ΓΙΟΖΕΦ ΦΟΝ ΑΪΧΕΝΤΟΡΦ [JOSEPH VON EICHENDORFF (1788-1857)]: Σκιόφως

Στο σκιόφως τα φτερά θέλω ν’ απλώσω,
σαλεύουνε ριγώντας τα δεντρά·
νέφη έρπουνε σαν όνειρα βαριά –
τάχα τι να δηλεί σκοτάδι τόσο;

Ζαρκάδι αγαπητό σου, να βοσκίζει,
αν έχεις, μην το αφήνεις μοναχό·
πηγαίνει εδώ κι εκεί· άκου τον αχό:
ο κυνηγός πλανιέται και σαλπίζει.

Φίλο αν έχεις, στον κόσμο όπου σε ηδύνει,
την ώρα αυτή δεν είναι μπιστικός:
μάτι και στόμα σού είναι φιλικός,
μα πόλεμο νογάται σε δολίαν ειρήνη.

Αύριο ξανά θα σε γεννήσει, ό,τι είναι
κείνο, που σ’ έκαμε ν’ αφανιστείς.
Πλην μέσ’ στη νύχτα να μην ξεχαστείς –
άγρυπνος και ζωηρός, πρόσεξε, μείνε!

Μετάφραση: Άρης Δικταίος

Σχολιάστε

Filed under ΓΙΟΖΕΦ ΦΟΝ ΑΪΧΕΝΤΟΡΦ