Category Archives: ΑΝΡΙ ΝΤΕ ΡΕΝΙΕ

ΑΝΡΙ ΝΤΕ ΡΕΝΙΕ

ΑΝΡΙ ΝΤΕ ΡΕΝΙΕ [HENRI DE RÉGNIER (1864-1936)]: Επίκληση

Για να ’ναι η νύχτα μας γλυκιά κι ανέφελη η χαρά μας,
θα ’ρθεί το μοσκοβόλημα των ρόδων απαλά
να πλημμυρίσει απ’ τ’ ανοιχτά, πλατιά παράθυρά μας,
τους ίσκιους που μας τύλιξαν απόψε σιωπηλά.

Για να ’ναι η νύχτα μας ωραία θ’ απλώνεται ολογύρου
των άστρων και των έρημων αγρών η σιωπή,
και θα ’ρχεται στ’ αυτιά μας, σαν από μια χώρα ονείρου,
να μας λικνίσει ό,τι ποτέ κανείς δεν έχει πει.

Για να ’ναι η νύχτα μας ωραία, να ’ναι γλυκιά και θεία,
δε θα ’φτανε ούτε η σιωπή, τα ρόδα, ο ουρανός,
και μήτε ο κήπος με τη σκοτεινή δεντροστοιχία,
που αγγίζει τις ευαίσθητες χορδές του καθενός.

Εσύ μονάχος, Έρωτα, μπορείς, αν το θελήσεις,
να μας ενώσεις στη διπλή του πόθου μας χαρά,
κι αυτές τις ώρες τις μεστές και τέλειες να στολίσεις
με μια βαθιά και υπέρτατη και σοβαρή ομορφιά.

Μετάφραση: Γιάννης Χατζίνης

ΑΝΡΙ ΝΤΕ ΡΕΝΙΕ [HENRI DE RÉGNIER (1864-1936)]: Η πείρα

Περπάταγα ξοπίσω τους ακούοντας τα φιλιά τους,
και βλέποντας οι λυγερές σκιές τους που φαντάζαν
στα θάμπη τα φθινοπωρνά, που με τα χρώματά τους
τα ξέθωρα και τα σταχτιά, σαν φτερά γλάρων μοιάζαν.

Και καθώς σίμωναν κοντά στης θάλασσας την άκρη,
όπου ροχθώντας έσπανε στων βράχων την ερμία,
ζήλεια δεν ένοιωσα καμιά, ούτε πικρίας δάκρυ,
ούτε λαχτάρες έρωτος, ούτε μελαγχολία.

Και πήγαιναν λικνίζοντας χρυσόνειρα δεμένα,
που ’χε γλυκά το εφήμερο ειδύλλιό τους πλέξει.
Ήτανε το παρόν αυτοί κι εγώ τα περασμένα,
κι ήξερα αυτής της χίμαιρας την τελευταία λέξη!

Μετάφραση: Γιώργης Σημηριώτης

ΑΝΡΙ ΝΤΕ ΡΕΝΙΕ [HENRI DE RÉGNIER (1864-1936)]: Φθινοπωρινή νύχτα

Είν’ έτσι ωραία απόψε η δύση
των δέντρων, καθώς πορφυρώνει, το χρυσό,
που λες η μέρα πριν να σβήσει
το θάνατό της κάνει επίσημο κι αργό.

Το σούρουπο στα ρόδα πάνω
είν’ έτσι διάφανο, ήσυχο, απαλό,
που δεν εκλείσαν όλα και το χέρι βάνω
και κόφτω ένα για σένα ρόδο αχνό.

Έτσι τα φύλλα σιγανά θροούνε
το ’να με τ’ άλλο ή όλα μαζί,
όπου δεν ξέρω αν τα χείλη σου γελούνε
ή αν το δάσος τρέμει στη σιγή.

Το ποταμάκι στο λιβάδι τρέχει
έτσι γλυκά-γλυκά που λες
των καλαμιών τα γαλαζόφυλλα πως βρέχει
ή πως εσύ από αγάπη κλαις.

Κι η νύχτα σκοτεινή, να! κατεβαίνει
χρυσή, μετάξινη, απ’ τα βάθη της σιωπής·
κι έτσι ακόμα το φθινόπωρο ζεσταίνει
που θα μπορούσες και γυμνή να κοιμηθείς.

Μετάφραση: Γιώργης Σημηριώτης

ΑΝΡΙ ΝΤΕ ΡΕΝΙΕ [HENRI DE RÉGNIER (1864-1936)]: Κίτρινο φεγγάρι

Η μακριά μέρα φθίνει μ’ ένα κίτρινο φεγγάρι
που επάνω από τις λεύκες μαλακά ανεβαίνει.
Στον αγέρα η οσμή του νερού είναι χυμένη
που υπνώνει μες στο ογρό το σκίνο, στο χορτάρι.

Όταν κι οι δυο βαδίζοντας κάτω απ’ του ηλιού το κάμα
πατούσαμε την πορφυρή γη, τα πικρά καλάμια,
όταν πυρά τα πόδια μας πάνω στη φλογερή αμμουδιά
άφηναν των βημάτων τους ίχνη αιματένια και βαθιά,

όταν ο έρωτας έκαιγε τη θεία τη φλόγα του, υψηλή,
στη σπαραγμένην από πόνο ανέλπιδο καρδιά μας,
ξέραμε, πως σαν έσβηνε η φωτιά του πόθου, έτσι απαλή
θα ’τανε η στάχτη και γλυκιά για τη βραδιά μας;

Και πως ετούτη η πικρή μέρα, η αρωματισμένη
από τον ύπνο των νερών μες στο χορτάρι,
θα τέλειωνε απαλά μ’ αυτό το κίτρινο φεγγάρι
που αυξαίνει πάνω από τις λεύκες κι ανεβαίνει;…

Μετάφραση: Γιώργος Γεραλής

ΑΝΡΙ ΝΤΕ ΡΕΝΙΕ [HENRI DE RÉGNIER (1864-1936)]: Νυχτερινό

Το βραδινό αργοφύσημα τώρα μαδάει τη φλαμουριά
στρώνοντας σαν ένα χαλί πανεύωδο εδώ χάμου
ξερόφυλλων που τρίζουνε στο αργό περπάτημά μου.

Είν’ η ψυχή μου πένθιμη κι είν’ η καρδιά πολύ βαριά.

Στη στέγη πάνω του σπιτιού τα περιστέρια όλα μαζί
κάνοντας με το βόγγο τους πιο πένθιμη την ώρα
χνούδια απ’ τα ράμφη αφήνουνε ξεριζωμένα τώρα.

Χιονίζει μέσα στην καρδιά κρυφός ο πόνος που αναζεί.

Της λίμνης δες ο πίδακας μονότονα που αναπηδά
κι ως πέφτει αναταράζοντας των νερών τη γαλήνη,
σκιρτούν στην όχθη ολόγυρα τα γιασεμιά κι οι κρίνοι.

Αχ, τώρα κάτι απ’ τ’ άλλοτε μες στην καρδιά σα να μαδά.
Και να η μαυρίλα της νυχτός που φέρνει φόβους ξαφνικούς,
τα περιστέρια κούρνιασαν, τ’ αγέρι έχει σωπάσει,
ο πίδακας μ’ αργό ρυθμό θρηνεί μέσα στην πλάση

κι εμέ δυο μάτια ακολουθούν, μεγάλα, ορθάνοιχτα, τ’ ακούς;

Μετάφραση: Α. Καλαμπούσης

ΑΝΡΙ ΝΤΕ ΡΕΝΙΕ [HENRI DE RÉGNIER (1864-1936)]: Έχει η Γη η βασανισμένη…

Έχει η Γη η βασανισμένη το αίμα των ονείρων πιει,
η λιπόθυμη έχει τώρα των φτερών περάσει πτήση,
και η παλίρροια της θαλάσσης έχει, απόψε, κατασβήσει
το μυστήριο των βημάτων στην αμμώδη επάνω ακτή.

Στο Δέλτα, πλημμυρισμένον από της σφαγής νερό,
πέτρα πέτρα η πολιτεία και ο καιρός είναι πεσμένοι·
και μια, κάτω από τα ρεύματα, αστραπή λάμπει οργισμένη,
με σκληρό χρυσό πλεγμένη σε είδωλου μέτωπο ωχρό.

Προς το ζοφερό δονείται δάσος μια κραυγή θανάτου
και, στον ίσκιο όπου ολολύζει μέσα εκεί το πέρασμά του,
ο εξαφανισμός στενάζει μιας αγρίας ορδής φριχτά·

και η βουβή της Σφίγγας μάσκα, που τίποτε δεν εκφράζει,
το αίνιγμα, που των χειλιών της τη γραμμή συσπά σφιχτά,
σ’ αίματος γελά πορφύραν, όπως τραγικά πλαγιάζει…

Μετάφραση: Κλέαρχος Στ. Μιμίκος

ΑΝΡΙ ΝΤΕ ΡΕΝΙΕ [HENRI DE RÉGNIER (1864-1936)]: Ο Ρονσάρ στην άπιστη

‘‘Όταν θρηνήσεις κάποτε, δεν θα έχω δάκρυα πια·
το πόνο μου και το κακό μου είχες πολύ θελήσει·
μπορεί και του πιο δυνατού φίλτρου η μαγεία να σβήσει,
σε διώχνει ακόμα και το αγκάθι από τη ροδωνιά!

Ωστόσο ουδέ η απόσταση θα είναι μηδέ ο καιρός,
που, δίχως νόστον από το Ρονσάρ θα σε χωρίσει,
μήτε και ο κόκκινος θυμός ή τα αδηφάγα μίση,
όσα σπαράσσουν τις καρδιές, που θλίβει έρως σκληρός·

μα το αναπόφευχτον εγώ προσμένω της στιγμής,
όταν η λήθη ανέλπιδα τα μάτια μου θα κλείσει,
που δεν θα έχουν στην άμμο πια τα ίχνη σου αναγνωρίσει
και μήτε δάκρυα θα έχουν πια, όταν συ θα θρηνείς!’’

Μετάφραση: Κλέαρχος Στ. Μιμίκος

Σχολιάστε

Filed under ΑΝΡΙ ΝΤΕ ΡΕΝΙΕ