ΑΝΡΙ ΜΠΑΡΜΠΥΣ

ΑΝΡΙ ΜΠΑΡΜΠΥΣ [HENRI BARBUSSE]: Ράφτρα

Πάνω απ’ τη βροχή, μια στάλα φέγγος…
χλωμός, γαλανός ήλιος καρφώνει
στων αγρών τα σπίτια μιαν αχτίδα
που η ρανίδα τη μαργαριταρώνει.

Είναι μες στο λαίμαργο εργαστήρι
σκυθρωπή, σκυφτή-σκυφτή, και ράβει.
Μα το νοιώθει, ωστόσο, πάνω απ’ όλα
έτοιμο το ουράνιο τόξο, να ’βγει.

Κι όταν άστραψε, – μεγαλωμένο
στις λιγνές κλωστές απάνω – κι όλοι
των σπιτιών εφάνταξαν οι τοίχοι,
του σκοπού τον ήχο έσυρε μόλις…

Τραγουδάει το μάκρος το μεγάλο·
το γραφτό, που τάζει κι αληθεύει.
Στα χέρια της τα μάτια της γελάνε,
γιατί στη ‘ρομάντσα’ της πιστεύει,

ναι, στην ομορφιά και στη ‘ρομάντσα’
και στην αρμονία πιστεύει ακόμα.
Της φαντάζει απέραντη πως είναι,
όσο μες στον ήλιο έχει το στόμα.

Έπειτα, πιστή, θαμπή σαν ίσκιος,
μ’ όλους τους παλιούς σκοπούς στα χείλη,
κατά τους δικούς της θα κινήσει,
περικυκλωμένη από το δείλι.

Μες στην απ’ ολούθε ανατριχίλα,
την αλύπητη, που την κατέχει,
είναι από τον άλλον κόσμο ξένη
γιατί στο τραγούδι της προσέχει.

Ήμερη με τα όσα δε θα λάχουν,
έρχεται απ’ της μέρας τον ιδρώτα,
αποξεχασμένη, αλλοπαρμένη,
κι η άφαντη την τριγυρίζει η νότα.

Μετάφραση: Τέλλος Άγρας

ΑΝΡΙ ΜΠΑΡΜΠΥΣ [HENRI BARBUSSE]: Το γράμμα

Σου γράφω εγώ κι η λάμπα μου προσέχει·
η ώρα ακαρτερεί, κάθε λεπτό·
ο ύπνος μου δίχως άλλο δεν αντέχει,
και μες στους δυο μας θ’ αποκοιμηθώ.

Μόνο η λαλιά, η λαλιά σου εδώ μιλάει.
Γλυκιά είν’ η λάμπα κι έχω πυρετό,
τ’ όνομά σου στα χείλη μου γελάει,
στα δάχτυλα, τα χάδια σου βαστώ.

Την τρυφερότητα έχω τη φευγάτη,
κλαίει η καρδιά σου μέσα μου η χρυσή.
Δεν ξέρω, – μισό αλήθεια, μισό απάτη, –
αν είμ’ εγώ που γράφω… αν είσαι συ…

Μετάφραση: Τέλλος Άγρας

ΑΝΡΙ ΜΠΑΡΜΠΥΣ [HENRI BARBUSSE]: Αυγή μια στάλα

Μ. Κ.

Έκοψε ο ύπνος που όλην σ’ είχε πάρει…
Και το είναι σου, θαρρείς, παρακαλεί
την ευσπλαχνία του όρθρου τη θολή,
την αθώα των κοιμάμενων τη χάρη…

Ακόμα την ψυχή σου την τυλίγει
στη γλυκιά του ημερότητα, το χτες…
Μα αισθάνεσαι τη σάρκα σου ν’ ανοίγει
τις φτερούγες της που ’ναι σφαλιστές.

Μες στην ημέρα την αληθινή,
σηκώθηκες ολόρθη, ζωντανή!
Κλαίνε τα μάτια σου, έχεις υποφέρει
– κι είσαι έν’ αστέρι, μέρα μεσημέρι.

Η αυγή που τάζει, μα και που φοβίζει,
το προσκεφάλι σου έπιασε, αργυρή.
Θαρρείς το κάνει, να παρηγορεί
τη λάμπα σου, κι εσένα να σαστίζει.

Με τα δάχτυλα ομόγνωμα, ντυμένη
– γιατί όλο μίσος είν’ η παγωνιά –
σέρνεις το χράμι, τώρα, να ζεσταίνει
τη γλυκιά που εκοιμήθηκες γωνιά.

Μετάφραση: Τέλλος Άγρας

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΑΝΡΙ ΜΠΑΡΜΠΥΣ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s