ΟΥΪΛΛΙΑΜ ΜΠΛΑΙΗΚ

ΟΥΪΛΛΙΑΜ ΜΠΛΑΙΗΚ [WILLIAM BLAKE (1757-1827)]: Η τίγρη

Τίγρη, τίγρη, φλόγας λάμψη
μέσα στης νυχτιάς τα δάση,
ποιου η αιώνια μαεστρία
σ’ έκαμε με συμμετρία;

Σε τι βάθη ή ύψη πέρα
μάτια αστράψαν στον αέρα;
Τι φτερά αποζητάει;
Τι χέρι φλόγες αρπάει;

Και τι ώμος, και τι τέχνη
της καρδιάς τα νεύρα ζέχνει;
Και, σαν η καρδιά δουλεύει,
τι άκρο σου δεινό σαλεύει;

Τι σφυρί, τι αλυσίδα;
ποιο τ’ αμόνι, ποια τσιμπίδα
– ποιο του νου σου το καμίνι; –
τολμά και δεσμά σού δίνει;

Τ’ άστρα σαν τη γη ακοντίζουν
και τους ουρανούς ποτίζουν,
χάρηκε Αυτός που επλάστης;
Σ’ έκαμε του αρνιού ο Πλάστης;

Τίγρη, τίγρη, φλόγας λάμψη
μέσα στης νυχτιάς τα δάση,
ποιού η αιώνια μαεστρία
σ’ έκαμε με συμμετρία;

Μετάφραση: Μάριος Βύρων Ραΐζης

ΟΥΪΛΛΙΑΜ ΜΠΛΑΙΗΚ [WILLIAM BLAKE (1757-1827)]: Η τίγρη

Τίγρη! τίγρη! της φωτιάς
μες στα δάση της νυχτιάς,
ποιο χέρι ή μάτι αθάνατο
μπορεί την τρομερή σου συμμετρία να σχεδιάσει;

Σε ποια βάθη ή ουράνια μακρινά
έκαιγε των ματιών σου η φωτιά;
Με τι φτερά τόλμησε εκείνος να ποθήσει;
Και ποιο χέρι τη φωτιά τόλμησε να ακουμπήσει;

Και ποια ράχη και ποιο έργο
μπόρεσε της καρδιάς σου να λυγίσει το νεύρο;
Και σαν ο χτύπος της καρδιάς σου ξεκινούσε
ποιο χέρι φοβερό, ποιο πόδι θα βαστούσε;

Με ποιο σφυρί; ποιαν αλυσίδα;
Σε τι καμίνι το μυαλό σου φτιάχτηκε;
Σε ποιο αμόνι; και φοβερά πώς πιάστηκε
με τόλμη να αγκαλιαστεί τον τρόμο του θανάτου;

Όταν τα άστρα έριξαν τα άκριά τους
κι έβρεξαν τον ουρανό με τα δάκρυά τους,
χάρηκε βλέποντας το έργο του εκείνος;
Ο ίδιος είναι που έφτιαξε και τον Αμνό κι εσένα;

Τίγρη! τίγρη! της φωτιάς
μες στα δάση της νυχτιάς,
ποιο χέρι ή μάτι αθάνατο
τολμά την τρομερή σου συμμετρία να σχεδιάσει;

Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς

ΟΥΪΛΛΙΑΜ ΜΠΛΑΙΗΚ [WILLIAM BLAKE (1757-1827)]: Πόσο γλυκά πλανήθηκα από αγρό σ’ αγρό

Πόσο γλυκά πλανήθηκα από αγρό σ’ αγρό
και γεύτηκα το καλοκαίρι που μοσχοβολούσε,
ώσπου τον πρίγκηπα του έρωτα είδα εγώ,
που μέσ’ τις ηλιαχτίδες ξεγλιστρούσε!

Κρίνα μού έδειξε για τα μαλλιά,
και ρόδα για το μέτωπο που κοκκινίζουν,
μ’ οδήγησε στων κήπων του την αγορά,
που όλες οι χρυσές οι τέρψεις του ανθίζουν.

Μούσκεψαν τα φτερά μου απ’ τη γλυκειά μαγιάτικη δροσιά,
κι ο Φοίβος τη φωνητική μανία μου φουντώνει.
Με πιάνει στα δίχτυα τα μεταξωτά,
και στο χρυσό κλουβί του μ’ αμπαρώνει.

Του αρέσει να κάθεται και να μ’ ακούει που τραγουδώ,
μετά, γελώντας, παίζει μαζί μου και διασκεδάζει,
μετά απλώνει τη χρυσή φτερούγα μου,
και την απώλεια της ελευθερίας μου σαρκάζει.
Μετά απλώνει τη χρυσή φτερούγα μου,
και την απώλεια της ελευθερίας μου σαρκάζει.

Μετάφραση: Κώστας Αρβανίτης

Εδώ, μπορείτε να ακούσετε την μελοποίησή του απο τους Fugs:

ΟΥΪΛΛΙΑΜ ΜΠΛΑΙΗΚ [WILLIAM BLAKE (1757-1827)]: Τραγούδι

Τι όμορφα τριγύριζα χωράφι το χωράφι
και ένοιωθα ολάκερη τη θερινή τη δόξα,
μέχρι π’ εγώ ο πρίγκιπας του έρωτα τον είδα
κείνον που σύρθηκε όμορφα μέσα στις ηλιαχτίδες.

Όλα τα κρίνα μού ’πλεξε να βάλω στα μαλλιά
και ρόδα κατακόκκινα να έχω για στεφάνι,
στους κήπους του με τράβηξε στην τόση ομορφιά
που όλες οι χρυσές χαρές ανθίζουν το κοτσάνι.

Του Μάη οι γλυκοδροσιές νότισαν τα φτερά μου
κι ο Φοίβος φλόγισε μ’ ορμή την όμορφη φωνή μου,
στα ξαφνικά με έπιασε με δίχτυ μεταξένιο
και σε κλουβί με έκλεισε χρυσό, μαλαματένιο.

Απ’ έξω εκείνος κάθεται, τ’ αρέσει να μ’ ακούει
κι ύστερα με χαμόγελο στα χέρια του με παίζει,
μ’ ανοίγει το χρυσό φτερό που τώρα δεν πετάει,
η λευτεριά μου χάθηκε κι εκείνος το γλεντάει.

Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς

ΟΥΪΛΛΙΑΜ ΜΠΛΑΙΗΚ [WILLIAM BLAKE (1757-1827)]: Το άρρωστο ρόδο

Ω ρόδο είσαι άρρωστο!
Το ζωΰφιο που δεν φαίνεται
και τη νύχτα όμως πετά
μες στη θύελλα που μαίνεται,

της πορφυρής χαράς
την κλίνη σου γνωρίζει
κι η μαύρη μυστική του αγάπη
τη ζωή σου αφανίζει.

Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς

ΟΥΪΛΛΙΑΜ ΜΠΛΑΙΗΚ [WILLIAM BLAKE (1757-1827)]: Το άρρωστο ρόδο (1794)

Α, ρόδο, είσαι άρρωστο,
τ’ αόρατο σκουλήκι,
που το ’φερε η θύελλα
απ’ της νυχτός τα μήκη,

βρήκε βαθιά την κοίτη σου,
το πορφυρό σου κέφι,
κι ο σκοτεινός του έρωτας
κρυφά σε καταστρέφει.

Μετάφραση: Διονύσης Καψάλης

ΟΥΪΛΛΙΑΜ ΜΠΛΑΙΗΚ [WILLIAM BLAKE (1757-1827)]: Λονδίνο

Σε δρόμους βρώμας τριγυρίζω
σιμά στου Τάμεση το κύμα,
και σ’ όποιον βλέπω, ξεχωρίζω
κακίας ή συμφοράς το στίγμα.

Σε κάθε ανθρώπινη κραυγή,
σε κάθε βρέφους κλάμα τρόμου,
σ’ όποια φωνή, ή προσταγή,
γροικώ δεσμά του νου του ατόμου.

Αχ πώς του τσιμινιέρη ο βόγκος
στοιχειώνει κάθε σκοτεινή εκκλησιά!
Πώς τ’ άτυχου στρατιώτη ο ρόγχος
ματώνει παλατιού απλωσιά!

Κι ακούω στης νυχτιάς τις στράτες
της πόρνης να ξεσπά η μπόρα,
που αγριεύει απ’ του μωρού τις κλάψες,
δεινά γαμήλια – η νεκροφόρα.

Μετάφραση: Μάριος Βύρων Ραΐζης

ΟΥΪΛΛΙΑΜ ΜΠΛΑΙΗΚ [WILLIAM BLAKE (1757-1827)]: Λονδίνο (1794)

Στους μίσθιους δρόμους πλανιέμαι, απ’ όπου
του μίσθιου Τάμεση βλέπω τα βάθη,
και στίγματα βλέπω σε κάθε ανθρώπου
το πρόσωπο, στίγματα πόνου και πάθη.

Σε κάθε κραυγή και στου κόσμου τη φρίκη,
στου βρέφους το κλάμα, στου βρέφους τον τρόμο,
ακούω, σε κάθε πικρή καταδίκη,
του νου τα δεσμά, τον σφυρήλατο νόμο.

Πώς στέκουν ναοί με το μαύρο τους όγκο
κι ακούν τα παιδιά που μοχθούν στην αιθάλη·
στρατιώτες που στέφουν με κάθε τους βόγκο
στο αίμα κι ενός βασιλιά το κεφάλι.

Κι ακόμη τις νύχτες στου δρόμου την άκρη,
ανήλικη πόρνη σφυρίζει στ’ αυτιά μου
την ύβρη που βρίσκει του βρέφους το δάκρυ
και σπέρνει πληγές στο κρεβάτι του γάμου.

Μετάφραση: Διονύσης Καψάλης

ΟΥΪΛΛΙΑΜ ΜΠΛΑΙΗΚ [WILLIAM BLAKE (1757-1827)]: Η λύπη του μωρού

Βόγκηξε η μάνα κι έκλαψε ο πατέρας·
βγήκα στο φως το φοβερό της μέρας.
Γυμνό κι αδύναμο τσιρίζω δυνατά
σα δαίμονας που κρύβεται στα σύννεφα.

Στα χέρια του πατέρα ταλανίστηκα
και μέσα στη φασκιά μου απελπίστηκα·
δεμένο, κουρασμένο απ’ όλ’ αυτά,
στραβοκοιτώ της μάνας τα βυζιά.

Μετάφραση: Σπ. Ηλιόπουλος

ΟΥΪΛΛΙΑΜ ΜΠΛΑΙΗΚ [WILLIAM BLAKE (1757-1827)]: Βρεφική λύπη (1794)

Βόγκος της μάνας, του πατέρα μου λυγμός,
μεμιάς στου κόσμου βρέθηκα το μένος,
να ολολύζω απροστάτευτος, γυμνός,
σαν δαίμονας σε σύννεφο κρυμμένος.

Αιχμάλωτος στα χέρια του πατέρα
και να σφαδάζω σε σπαργάνωμα σφιχτό,
κουράστηκα στο τέλος ολημέρα
κι είπα στης μάνας μου το στήθος να ριχτώ.

Μετάφραση: Διονύσης Καψάλης

ΟΥΪΛΛΙΑΜ ΜΠΛΑΙΗΚ [WILLIAM BLAKE (1757-1827)]: Η μύγα

Μικρή μου μύγα
τη χαρά σου καλοκαίρι
εξαφάνισα μεμιάς
με τ’ ανόητό μου χέρι.

Δεν είμαι ’γώ
μια μύγα σαν εσένα;
Ή άνθρωπος δεν είσαι
εσύ η ίδια σαν εμένα;

Αφού χορεύω, τραγουδώ
και πίνω το πιοτό μου,
ώσπου τυφλό ένα χέρι
θα σπάσει το φτερό μου.

Αν είν’ η ζωή η σκέψη
η ανάσα κι ο ακάματος,
κι η στέρηση του λογισμού
είναι η ίδια θάνατος;

Μύγα χαρούμενη
τότε είμαι ’γώ,
είτε νεκρός είμαι
είτε ζω.

Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς

ΟΥΪΛΛΙΑΜ ΜΠΛΑΙΗΚ [WILLIAM BLAKE (1757-1827)]: Α, ηλιοτρόπιο

Α, ηλιοτρόπιο! κουρασμένο απ’ το χρόνο
του ήλιου τα βήματα μετρώντας
τη χρυσή ωραία χώρα αναζητώντας
όπου του ταξιδιώτη ο δρόμος παύει –

εκεί που οι νέοι σβήσαν απ’ τον πόθο
και η χλωμή παρθένος θάφτηκε στο χιόνι,
ξυπνούν από τους τάφους και ποθούν,
όπου το ηλιοτρόπιό μου θέλει να βρεθούν.

Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΟΥΪΛΛΙΑΜ ΜΠΛΑΙΗΚ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s