ΒΙΚΤΟΡ ΟΥΓΚΟ

ΒΙΚΤΟΡ ΟΥΓΚΟ [VICTOR HUGO (1802-1885)]: Αγρύπνησα

Αγρύπνησα, υπηρέτησα, έκαμα ό,τι μπορούσα,
κ’ είδα πως είχε ο πόνος μου συχνά για πληρωμή
περίγελο· με μάτιασε το μίσος, και απορούσα,
γιατί πολύ και υπόφερα και δούλεψα πολύ.

Μετάφραση: Κωστής Παλαμάς

ΒΙΚΤΟΡ ΟΥΓΚΟ [VICTOR HUGO (1802-1885)]: Αύριο πρωΐ

Αύριο πρωΐ που η εξοχή θ’ ασπρίσει με τη μέρα,
θα φύγω· εσύ με καρτεράς κι αυτό το ξέρω εγώ.
Το δάσος θα περάσω αργά και το βουνό πιο πέρα·
μακριά σου περισσότερο να μένω δε μπορώ.

Θα φεύγω και τα μάτια μου θα τα ’χω στυλωμένα
στη σκέψη μου· δε θα κοιτώ και δε θ’ ακούω πια,
άγνωστος, μόνος μου, σκυφτός, με χέρια σταυρωμένα,
θλιμμένος· και το φως για με θα ’ναι σα μια νυχτιά.

Το δειλινό τ’ ολόχρυσο να ιδώ δε θα γυρίσω,
κι ούτε κι ακόμα τα λευκά που παν στ’ Αρφλέρ καΐκια,
και σαν ερθώ στο μνήμα σου θα σκύψω και θ’ αφήσω
ένα μπουκέτο από μυρτιές κι από ανθισμένα ρείκια.

Μετάφραση: Λάμπρος Πορφύρας

ΒΙΚΤΟΡ ΟΥΓΚΟ [VICTOR HUGO (1802-1885)]: Η σιγή

Γέρο κισσέ και καλαμιά και χλόη, πού ανθίζεις;
Ερημοκλήσια που η ψυχή σκέπτεται το Θεό,
μέλισσα που ακατάπαυστα λογάκια ψιθυρίζεις
στον πιστικό που πλάγιασε σε χόρτο δροσερό·

ω άνεμοι, ω κύματα, ω δάση που γεννάτε
τα όνειρα σε σκεπτικό διαβάτη βραδινό,
καρποί που πέφτετε χρυσοί στα δέντρα από κάτω,
κι αστέρια όπου πέφτετε από τον ουρανό·

γη με τα στάχυα, θάλασσα με τα μαργαριτάρια,
κύματα με τους στεναγμούς, τραγούδια των πουλιών,
κάμποι που αναστενάζετε μες από τα χορτάρια,
και μολυντήρια παγερά των τοίχων των παλιών·

φύση, που έχεις νέα μορφή σε κάθε νέο βήμα,
φύλλα, φωλιές, βαγιόκλαρα που η αύρα σάς κινεί,
μη κάνετε καμιά βοή, γύρω σ’ αυτό το μνήμα,
όπου κοιμάται το παιδί κ’ η μάνα του θρηνεί!

Μετάφραση: Θεόδωρος Βελλιανίτης

ΒΙΚΤΟΡ ΟΥΓΚΟ [VICTOR HUGO (1802-1885)]: Ο ύπνος του Βοόζ

Ολημερίς εδούλεψε στο αλώνι, κ’ ήρθεν η ώρα
που ανάπαψην επόθησε κ’ έγειρε κοπιασμένος,
κ’ έστρωσεν ο Βοόζ εκεί που ήταν συνηθισμένος
και, στο σιτάρι του κοντά, βαθιά κοιμόταν τώρα.

Δικοί του κάμποι αμέτρητοι, κάμποι πυκνοσπαρμένοι.
Ήτανε πλούσιος κι αγαθός, ποτέ δεν αδικούσε,
νερό καθάριο διάφανο στο μύλο του κυλούσε
και στο αργαστήρι του η φωτιά δεν ήταν κολασμένη.

Τα γένια του αργυρόλευκα σαν ρυάκι παγωμένο.
Πάντα από τα δεμάτια του κάτι άφηνε να βγαίνει,
σαν έβλεπε καμιά φτωχή μαζώχτρα να διαβαίνει
έλεγε: ‘‘Ρίχτε καταγής το στάχυ το κομμένο’’.

Από τους δρόμους τους κακούς, αγνός, μακριά τραβούσε,
έλαμπεν η τιμιότη του κ’ η ολάσπρη φορεσιά του,
ανοιχτοχέρης στους φτωχούς, κ’ έτρεχαν τ’ αγαθά του
καθώς της βρύσης το νερό που αστείρευτο κυλούσε.

Καλός αφέντης, συγγενής πιστός, καρδιά μεγάλη
κι αν είχε, μα τα πλούτια του σοφά τα κυβερνούσε,
νιος κι αν δεν ήταν καθεμιά γυναίκα τον κοιτούσε,
στου μεγαλείο του γέρου εμπρός, τι είναι του νιου τα κάλλη;

Ο γέρος στην πρώτη πηγή της ύπαρξης γυρίζει,
πάει απ’ την πρόσκαιρη ζωή στην αιώνια μέρα να ’μπει,
κι αν μέσα στη ματιά του νιου του πόθου η φλόγα λάμπει
στα μάτια όμως του γέροντα θείο φως αντιφεγγίζει.

Νύχτα. Κι ο Βοόζ κοιμότανε με τους δικούς του πλάι,
κοντά σε θημωνιές ψηλές που έμοιαζαν σαν ρημάδια.
Οι θεριστάδες, συντροφιές, πλαγιάζαν στα σκοτάδια.
Κ’ ήτανε στον παλιό καιρό που πέρασε και πάει.

Η λάσπη του κατακλυσμού δεν στέγνωσεν ακόμα.
Οι άνθρωποι ζούσαν σε σκηνές. Κ’ήτανε κυβερνήτης
μες στις φυλές του Ισραήλ αρχηγός δικαιοκρίτης.
Και των γιγάντων φαίνονταν τ’ αχνάρια στο υγρό χώμα.

Σαν τον Ιακώβ, σαν την Ιουδήθ, έτσι κοιμόταν τώρα
κι ο Βοόζ κάτου στο φύλλωμα που ήτανε πλαγιασμένος,
και με τα μάτια του κλειστά βλέπει μισανοιγμένος
να ’ναι ο ουρανός απάνω του, σε ονειρεμένην ώρα.

Κι ο Βοόζ ονειρευότανε. Και στ’ όνειρο θωρούσε
απ’ την κοιλιά του κάποιο δρυ τετράψηλο να βγαίνει,
σαν αλυσίδα μακρινή μια φυλή ν’ ανεβαίνει,
κ’ ένας θεός εκεί ψηλά στο δέντρο ξεψυχούσε.

Με της ψυχής την άκραχτη φωνή λέει: ‘‘Πώς να γίνει
παρόμοιο πράγμα; Νέα γενιά πώς να σπαρθεί από μένα;
Τα ογδόντα τόσα χρόνια μου πλια τα ’χω περασμένα,
ούτε γυναίκα και παιδί δεν μου έχουν απομείνει.

Ω Κύριε, πάει πολύς καιρός, αγύριστα χαμένος,
που εκείνη δεν πλαγιάζει πλια στην κλίνη μου. Έχει φύγει
για να ’ρθει στη δική σου. Αλλά ο ένας την άλλη σμίγει,
εκείνη μισοζωντανή κ’ εγώ σαν πεθαμένος.

Πώς να πιστέψω; μια φυλή τώρα πως θα βλαστήσει!
Τάχα πως είναι δυνατό παιδιά πλια ν’ αποχτήσω;
Στη δοξασμένη χαραυγή της νιότης να γυρίσω;
κ’ η μέρα πώς ολόφεγγη την νύχτα θα νικήσει;

Κι ο γέρος τρέμει σαν δεντρί που αγέρας το χτυπάει,
έρημος και χηράμενος μες στης ζωής το βράδυ.
Γέρνει κ’ η δόλια μου ψυχή στου τάφου το σκοτάδι
έτσι, όπως σκύφτει στο νερό το βόδι που διψάει’’.

Έτσι στην υπνοφαντασιά κι ο Βοόζ κρυφομιλούσε.
Τα ονειρεμένα μάτια του προς το Θεό γυρίζει.
Το κέδρο πλάι στη ρίζα του δεν νοιώθει πως ανθίζει
το ρόδο, μήτε αυτός πως μια γυναίκα τον ποθούσε.

Η Ρουθ, στα πόδια του Βοόζ, ξαπλώθηκε κοντά του,
πεντάμορφη, ξεστήθιαστη, με απόκρυφην ελπίδα,
ποιος ξέρει μην περίμενε μιαν άγνωστην αχτίδα
σαν άξαφνη φεγγοβολή να ’ρθεί στο ξύπνημά του.

Ο Βοόζ δεν ήξερε πως μια γυναίκα τον προσμένει,
κ’ η Ρουθ δεν ήξερεν ο Θεός σαν τι να της ζητούσε.
Απ’ τ’ ασφοδήλια δροσερό μύρο μοσκοβολούσε,
και στην κορφή του Γαλγαλά κ’ η νύχτα σιγοσβένει.

Σαν για ώρα γάμου κ’ η σκιά μακραίνει πέρα-πέρα,
λες κι αγγελούδια, μυστικά κι ανάλαφρα, πετούσαν,
και κάθε τόσο στη βαθιά νύχτα σιγοπερνούσαν
ίσκιοι γαλάζιοι, σαν φτερά που σειούνται στον αέρα.

Των ρυακιών ψιθυρισμοί σιγά στη χλόη θροούσαν
με την ανάσα σμίγοντας του Βοόζ. (Κ’ ήταν το μήνα
τον καλό μήνα που γλυκιά είν’ η φύση). Και τα κρίνα
στων λόφων τις ερημικές κορφές ανθοβολούσαν.

Η Ρουθ συλλογιζότανε. Κι ο Βοόζ μες στα χορτάρια
κοιμόταν. Και των κοπαδιών αντιλαλούσαν πέρα
τ’ αργά κουδούνια. Σιγαλιά στον άτρεμον αιθέρα.
Κ’ ήταν η ώρα που να πιουν πηγαίνουν τα λιοντάρια.

Ήσυχοι κι ανατάραχοι μακριά και γύρω οι κάμποι.
Τ’ άστρα στολίζουνε βαθιά τα σκοτεινά τα ουράνια,
κι απ’ της σκιάς ανάμεσα τα ολόπυκνα στεφάνια
το μισοφέγγαρο χρυσό μακριά στη δύση λάμπει.

Τα μάτια μισανοίγοντας μια τέτοια σκέψη κάνει
η Ρουθ ασάλευτη: ‘‘Ποιος Θεός να το ’χει παρατήσει,
ποιος θεριστής του αιώνιου καλοκαιριού έχει αφήσει
στων άστρων το λιβάδι αυτό τ’ ολόχρυσο δρεπάνι;’’.

Μετάφραση: Μαρίνος Σιγούρος

ΒΙΚΤΟΡ ΟΥΓΚΟ [VICTOR HUGO (1802-1885)]: Η σκέψη του πολέμου ενοχλεί τους προφήτες

Οι στοχαστικοί προφήτες ζουν μακριά απ’ τα πλήθη
κι από τις πόλεις που γεμίζει ο θόρυβος κι ο βρόντος·
ξέρουμε πως ζουν εκεί κάτω δοσμένοι σε μελέτες σκοτεινές·
γυμνοί, σε βάθη μοναξιάς, τριγύρω τους δεν έχουν
παρά τον ήλιο – την ημέρα – και τη σκιά, τη νύχτα.

Κανείς θνητός δεν τους ακολουθεί. Φυσά ή κοιμάται ο άνεμος,
η καλαμένια στέγη τους ποτέ δεν έλκει ανθρώπου βήμα·
το πνεύμα τους παίρνει το σχήμα της μεγάλης σκυθρωπής ερήμου.
Κι ο λέων που υψώνει κάποτε το μεγαλόπρεπο κεφάλι του,
τους βλέπει από μακριά να ονειρεύονται – και περνά το δρόμο του.

Κι όμως, ιδού τι φθέγγονται οι προφήτες
που το μάτι τους διορά το μέλλον και λαμποκοπά στους τόπους τους ιερούς:
‘‘Ως πότε, εδώ βαθιά στα καταφύγιά μας
ταραττόμενοι θ’ ακούμε κραυγές και αντίλαλους σαλπίγγων
και θα βλέπουμε να φεύγουν δώθε κείθε ξεφρενιασμένα πλήθη;’’

Μετάφραση: Αντρέας Καραντώνης

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΒΙΚΤΟΡ ΟΥΓΚΟ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s