ΑΠΟΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ

ΖΑΝ ΖΙΟΝΟ [JEAN GIONO]

«Ο ποιητής οφείλει να είναι δάσκαλος της ελπίδας. Τότε μόνο έχει θέση δίπλα στους ανθρώπους που εργάζονται και δικαίωμα στο ψωμί και στο κρασί. Γιατί αυτός δε δουλεύει, αυτός, ό,τι κάνει, είναι υποχρεωμένος να το κάνει. Είναι ένα είδος τέρατος, του οποίου οι αισθήσεις έχουν μια μεγάλη δύναμη· ο ποιητής είναι εκεί, μέσα στα μπράτσα του, στα χέρια του, στα μάτια του, στ’ αυτιά του, στο δέρμα του, σαν ένα μικρό παιδί που το φόβισαν γίγαντες. Είναι υποχρεωμένος να βλέπει πιο μακριά, είναι υποχρεωμένος να προαισθάνεται. Είναι εκεί ψηλά, ανεβασμένος πάνω σε γερές πλάτες και, καθώς ο ορίζοντας έχει χαμηλώσει, το βλέμμα του πετάει πέρα μακριά, μέχρι την άκρη του ορίζοντα των ποιητών και όλο το άρωμα των άστρων πέφτει πάνω του. Η δική του δουλειά είναι να μιλάει. Προορίστηκε γι’ αυτό. Οι άλλοι πράττουν. Το δίκαιο λοιπόν είναι, πως για να έχει άδεια και δικαίωμα να ζει οφείλει να είναι δάσκαλος της ελπίδας… Να ποια είναι η αποστολή του ποιητή. Μπορεί να χωρέσει ένα ολόκληρο δάσος μέσα σ’ ένα γαύγισμα αλεπούς. Τραγουδάω το βουνό· τις ατέλειωτες πεδιάδες με τα δάση που μοιάζουν με θάλασσα ψηλά απ’ το λόφο, αλλά που ανοίγονται καθώς κατεβαίνουμε από τα παράξενα χρυσοπράσινα μονοπάτια, τη φυγή της νυφίτσας, το αγκάλιασμα των κισσών γύρω απ’ τις βαλανιδιές, τον έρωτα που εξακοντίζουν τα πουλιά μέσα απ’ τα φυλλώματα σαν πολύχρωμους δίσκους· σύννεφο από σκόνη και νερό, τη βροχή που περνάει πάνω απ’ τις χώρες, τις αποδημίες των πουλιών, τις αγριόπαπιες που ορμούν πάνω στους βάλτους, το πέταγμα των χελιδονιών πάνω απ’ τα χωριά κι ύστερα το πέσιμό τους σα χαλάζι μέσα στους στάβλους κάτω απ’ την κοιλιά των αλόγων· τα κοπάδια των ψαριών που κατεβαίνουν στα ποτάμια, την αναπνοή της θάλασσας, την κατάσπαρτη από τ’ άστρα νύχτα που θέλει εκατομμύρια αιώνες να καρπίσει. Τραγουδάω τον αεικίνητο ρυθμό και την αταξία.»

Μετάφραση: Ελένη Σμαραγδή

*

ΝΙΚΟΛΑΕ ΛΑΜΠΙΣ [NICOLAE LABIS (1935-1956)]: Ποίηση

Όσο κι αν είναι μ’ αχραντα κλαδιά και με σιωπή υφασμένη,
με κρύσταλλα ολοδιάφανα που σπάζουν και σπιθοβολάνε,
τρέμε σαν μπαίνεις μέσα της ως τρέμεις το χειμώνα μεσ’ το δάσος
γιατί, μεσ’ απ’ τους πάγους λάμποντας μάτια αγριμιών σε βλέπουν.

Μετάφραση: Γιάννης Ρίτσος

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s