Tag Archives: ΓΑΛΛΙΚΗ ΚΑΙ ΓΑΛΛΟΦΩΝΗ ΠΟΙΗΣΗ

ΠΩΛ ΒΑΛΕΡΥ

ΠΩΛ ΒΑΛΕΡΥ [PAUL VALÉRY(1871-1945)]: Το φιλικό δάσος

Πλάι-πλάι, σκεφτόμαστε πράγματα αγνά,
μέσ’ στων δρόμων τα μάκρη μαζί περπατώντας,
απ’ τα χέρια κρατιόμαστε οι δυο μας σιωπώντας…
στ’ άνθη ανάμεσα τα σκοτεινά.

Σα μνηστήρες μονάχοι βαδίζαμεν ώρα,
μέσ’ στην πράσινη νύχτα των κάμπων, κι εκείνη
τη φασμαγορική μοιραζόμαστε οπώρα,
των τρελών φιλενάδα καλή, τη σελήνη.

Και κατόπιν στη χλόη πεθάναμε, μόνοι,
στο γλυκόν ίσκιο, μακριά, του δάσους αυτού
που σαν κάτι δικό μας ψιθυρίζει αυτού.

Και κει πάνω στο φως που ποτέ δεν τελειώνει,
ευρεθήκαμε κλαίγοντας, ξάφνου, ω καλέ μου,
της σιωπής σύντροφέ μου.

Μετάφραση: Μήτσος Παπανικολάου

ΠΩΛ ΒΑΛΕΡΥ [PAUL VALÉRY(1871-1945)]: Τα βήματα

Τα βήματά σου, τέκνα της σιωπής μου,
σαν από θεία χάρη αργά βαλμένα
προς το κρεβάτι της αγρύπνιας της δικής μου
άφωνα προχωρούν και παγωμένα.

Πρόσωπο αγνό, ίσκιε θείε, τι θαυμαστά
τα βήματά σου τα συγκρατημένα!
Θεοί, όλα τα δώρα που μαντεύω, αυτά
τα γυμνά πόδια φέρνουνε σε μένα!

Αν με τα χείλη σου που τα προτείνεις
προετοιμάζεις για να γαληνέψεις
τον κάτοικο της ιδικής μου σκέψης
με την τροφήν ενός φιλιού που δίνεις,

μη βιάζεις το έργο αυτό το τρυφερό,
γλύκα τού αν είσαι ή όχι εσύ κοντά μου,
γιατί έζησα για να σε καρτερώ
κ’ ήταν τα βήματά σου η καρδιά μου.

Μετάφραση: Μήτσος Παπανικολάου

ΠΩΛ ΒΑΛΕΡΥ [PAUL VALÉRY(1871-1945)]: Η Πυθία

Φλόγα η Πυθία απ’ τα ρουθούνια βγάζει
που απ’ το λιβάνι απόμειναν ξερά,
δαγκαμένη βαθιά, μ’ άπλανο μάτι
μουγκρίζουνε τα δόλια της πλευρά!
Χλωμή, με την ψυχή πόνο γιομάτη,
λαχανιασμένη, μεθυσμένη, ουρλιάζει!…
Στης φρίκης το σημείο το πιο τρανό,
η ολόσβηστη ματιά από τη θωριά της
αναπετιέται λαύρη ολόγυρά της
στη γούρνα, στην αντάρα, στον καπνό!

Στον τοίχο ο τρελός ίσκιος της προβάλλει,
που ένα τρανό δαιμόνιο κυβερνά,
στη μοσκοβολισμένη ανεμοζάλη
κολυμπιστό ένα φάντασμα γεννά,
που ο τρόμος του ο φριχτότατος το δώμα
τραντάζοντας συθέμελα, αν ακόμα
μέλλει η τρελή να χλιμιντρίσει αργά,
μαύρους μιμείται ενθουσιασμούς και βιάζει
τους θεούς, και στο μέλλον αναγκάζει
τους σπασμούς να τελειώσουνε γοργά!

Σφιχτοπλεχτά τα δάχτυλα, κι ως στάζει
κρύον ίδρωτα η μαρτύρισσα η φτωχιά,
στους τιναγμούς αναμεσίς φωνάζει
του τρίποδα που πνίγει τον μια οχιά:
– Καταραμένη!… Αχ! θύμα μαύρης μοίρας!
Η φύση μου είν’ εμέ καταποτήρας!
Μισανοιχτή στα πνεύματα, ο χαμός
του ίδιου μου μυστήριου μ’ ήβρε, αλλοί μου!
μοιχή μια σκέψη αδράχνει το κορμί μου
και του είναι παιδεμός και σπαραγμός!

Σκληρό κανίσκι! Ακάθαρτε Δεσπότη,
μια μάταιη πάψε γρήγορα γκαστριά,
θείε βρασμέ, να δείχνεις στην αγνότη
της ανερώτευτης κοιλιάς μου πια!
Κάμε η φριχτή σκηνή τέλος να πάρει!
Δες όλο το κορμί μου, αισχρό δοξάρι,
τεντώνω και θαρρείς θα συντριφτεί,
να ρίξει σαν το πιο άτιμό του βέλος
στα ουράνια την ψυχή μου αυτή που τέλος
δε δύνεταί μου ο κόρφος να κρατεί!

Στην ίδια μου αυτή θέση ποιος μιλεί μου;
Κι αντίλαλος ποιος λέει μου: ψέμα λες!
Ποιος με φωτάει;… Ποιος βλαστημάει; Κι αυτή μου
τη γλώσσα, ποιος στων λόγων τις θολές
άφρες που απ’ τα ξεσκλίδια τους χτυπιέται,
την κάνει να λογοκοπάει, να ρυέται
αφροβολώντας, σπώντας τα μαλλιά,
που άταχτα πλέκει και μασά κι ακόμα
δαγκάνεται πασκίζοντας το στόμα
να ξαναπάρει πίσω τη λαλιά;

Μόλις οπού ’χω ζήσει! άλλο μου κρίμα
δεν ξέρω, Θε’ μου, πάρεξ τούτο μό-
νο!… Μ’ αν εμένα παίρνοντας για θύμα
και σ’ ενός νικημένου το βωμό
κορμιού, τώρα ένα τέρας πας να σκύψεις,
σκότωσ’ το τέρας, κι όταν το συντρίψεις,
κοπεί ο λαιμός, η κάρα ας κρεμαστεί,
συρμένα τα μηνίγγια από τη χαίτη,
κι η ολώχρη αυτή καντήλα ας έκανέ τη
μαρμαρένια τη νύχτα να πιαστεί!

Τότε νεκρή κι αιώνια αυτή η σελήνη,
νυχτοπλάνα, ας ξαφνιάσει τις πλατιές
θάλασσες και το κύμα ας απομείνει
μ’ ασάλευτες για πάντα τις κορφές!
Ας μαρμαρώσουν οι άνθρωποι κι ας μένει
κάθε ψυχή βουβή και νεκρωμένη
κάθε καρδιά, κι η κρύα μου η ματιά,
σ’ ένα λαό απ’ τα λόγια τους ας φέρει
να γίνει ειδώλων σύξυλο έν’ ασκέρι
από βλακεία μουγκό και ξιπασσιά!

Ε! Τι!… Να γίνω οχιά που μαστιγώνει
το κορμί της των σύγκρυων ο δαρμός
και το ξαφνιάζει και του βαλαντώνει
το πλήθος των αρμών του ο παιδεμός!…
Μιαν άμυαλη να ξαναρχίσω πάλη!…
Γείρε λοιπόν τη σκέψη σου και πάλι
προς τη χαμένη, ω μνήμη, τη χαρά
να ξανασμίξεις τη μαγεία την άγια
που την ενέργειά της απ’ τα μάγια
αντλούσε τα δικά σου μια φορά!

Μορφή πανέμνοστή μου… Ακριβό σώμα,
δροσιά, της Αφροδίτης που ποτές
ποτές δεν της εδρόσισες το στόμα,
νύχτα μου ανέγγιχτη, απαλές κορφές,
κι αυτά τα ενός πηλού τ’ ανείπωτά σας
σ’ αισθαντικά νησιά σκορπίσματά σας,
ύλη γλυκιά της τύχης μου, ποιο εμείς
έχουμε ζήσει ταίριασμα ενωμένα
προτού το δώρο των αφρών εσένα
να κάμει αυτό το σώμα της θανής!

Ώμε μου, που σε χρυσοστολίζει
κάποια σκοταδερή πηγή, γυρτό
το μάγουλό μου επόθουν να σ’ αγγίζει
στην ίδια του τη γλύκα αναλυτό!…
Ή, σηκωμένη στα ρουθούνια μου ίσια,
στα μάκρη ολανοιχτή τα πελαγίσια,
βυζιά τα χέρια πλέρια καρπερά,
χέρια αμφορέα τα ωραία τα μπράτσα γύρου
τα βάθη η άβυσσό μου ήπιε του απείρου
που φέρνουν των ανέμων τα φτερά!

Αλλοίμονο! Καθεμιά λύρα, ω ρόδα,
ν’ αλλάζει ήχους μπορεί! Μια βραδινή
της θλιβερής μου παραζάλης το ‘δα
το αστροσημάδι ξάφνου να φανεί!
Άλλαξεν ο ναός κι ένα άντρο εγίνη,
και των ονείρων μπαίνει το μπουρίνι
στον ίδιον ουρανό που ήταν παλιά
όμορφος τόσο! Πρέπει να στενάζω,
ποιαν έκσταση να φτάσω ούτε λογιάζω
και να δέσω κουρέλι στα μαλλιά!

Απ’ τα μπλάβα σημάδια μ’ εγνωρίσαν
που στο φτωχό μου δέρμα φανερά
γινήκαν· με απαλά μ’ αποκοιμίσαν
μύρα κοπάδια ολόπυκνα σγουρά·
μες στα οχεντρένια τα στολίδια πλήθος
βαριά τ’ αθλιό μου αγκομαχώντας στήθος
για ζωντανό τ’ αγγίξαν φυλαχτό·
άλαλη απ’ τους ατμούς που μ’ εμεθύσαν,
με τα υποχθόνια δώρα, μ’ ετιμήσαν
μες στων νευμάτων το μουρμουρητό.

Στις μυσαρές τις τελετές τι τάχα
που να ‘χω κάμει με δικάζει, αγνή
κι άσπιλη ως είμαι; Θα ‘φτανε μονάχα
του γαϊδουριού μια κάρα σκοτεινή,
κυψέλη των θεών! ‘Τί δεν οφείλει
μια παρθένα ταμένη, ένα κοχύλι
σιντεφένιο και νέο, παρά σιωπή,
θυσία, και την ανάγκασην αντάμα,
την κρύφια εκείνη στέρηση απ’ το τάμα
της παρθενιάς που πρέπει να κρατεί!

Ω κοσμοπλάστρα Δύναμη, γεννήτρα
του ζωϊκού του μυστηρίου, γιατί
τα θαύματα του πόνου σαν σε μήτρα
να σπέρνεις μέσα στην παρθένα αυτή;
Τα δώρα σου είν’ αυτά που μου χαρίζεις;
Σαν σπάσουν οι χορδές ο ήχος νομίζεις
ομορφότερος πια πως θ’ αναβλεί;
Το πλήχτρο σου μού εχτύπα το κορμί μου,
μα σαν τον τάφο μόνο αντιλαλεί μου·
δύναμη δεν του αφήνεις πιο πολλή!

Σπλαχνική γίνου, τους χρησμούς παράτα!
Κι απ’ τα θαυμαστά χέρια σου, χαρές
χαδιών κάμε τα θαύματα και κράτα
τις υπεράνθρωπές σου προσφορές!
Τα αδύναμά μας μάταια τα κοτσάνια
ταράζουνε τινάγματα τιτάνια
της λαμπρότης σου! Λάμπει το νερό
πιο διάφανο μες στη γλυκιά γαλήνη
παρά το κάθε ξέφρενο μπουρίνι
που μοιάζει μ’ ένα βάθος θολερό!

Μα η φοβερή αστραπή που ξεπερνά μας
και μας μαντεύει και που είναι σαμπώς
τα καθαρά και τα σκληρά όνειρά μας,
ω ναι, δεν είναι αυτή το θείο το φως!
Ξεσπά!… Κι έρχεται πια να μας φωτίσει!…
Όχι!… Σε μιαν απέραντη στη χτίση
πληγή ανοιγμένη, λάμπει η παντερμιά
όπου η σπαραχτική σχισμή και μόνη
καθάριες ερημιές μας εντυπώνει
μ’ αρχιτεκτονική χλωμή καμιά!

Παγκόσμια χέρια, στην ανεμοζάλη
που δέρνει μου το μέτωπο, αστραπές
μην του ζητάτε υπέροχες να βγάλει!
Ίδιες της τύχης πάντα οι μαργιολιές!
Το χτες με τ’ αύριο αδερφοσύνη ενώνει
κι απ’ τις αντίθετες μορφές τους μόνη
μια κεφαλή χλωμιάζει αφού καμιά
δεν αγναντεύει όθε κοιτάζει οντότη
παρά μιας απουσίας την αγριότη
νησιών πιο ωραίων κι από τη λησμονιά.

Μάρτυρες σκοτεινοί των τόσων φώτων
μην ψάχνετε, ω σεις μάτια… Κλάφτε πιά!…
Ω θρήνοι που το ανάβρυσμα των πρώτων
πηγών σας μες στα ουράνια είναι βαθιά!…
Πικρότερη λαχτάρα δεν εστάθη!…
Μ’ από των σκοταδιών πρέπει τα βάθη
το τρανότερο μάτι να θρεφτεί!…
Σωριασμένο, τα μάκρη που απελπίζουν,
το γένος μας κρατώντας, μας χαρίζουν
τον καιρό να πεθαίνουμε οι θνητοί!

Άκουσε αυτά, ω ψυχή μου, τα ποτάμια!
Ποιες είναι εδώ σπηλιές; Να ‘ναι βουητό
του αιμάτου μου;… Μην άγριο σαν τη λάμια
νέο το κύμα αρχίζει μουγκητό;
Σημαίνει η αυγή των μυστικών μου εμένα!
Βουερά μηνίγγια, σήμαντρα θλιμμένα,
τι προμηνάτε για τα που θα ‘ρθούν!
Χτυπήστε, μες στο βράχο μου χτυπήστε·
την κοντινότερη ώρα καταλύστε…
Οι δυο μου φύσεις πάνε να ενωθούν!

Ω πως τρομαχτικά σκαρφαλωμένη
σε φρικαλέα σκαλώματα, αλγεινή,
στο δέντρο της ζωής μου ν’ ανεβαίνει
νοιώθω κάτου απ’ τις φτέρνες μου η θανή!
Στη ριγηλή γραμμή μου σαν κοντύλι,
χαράζει ογρό της γνεύτρας το δαχτύλι
μια θέληση αδυσώπητη, δεινή!
Και με λυγμούς η κρίση αναρριχιέται
στο σβέρκο φτάνοντάς μου όπου χαλιέται
μες στο κορύφωμά της μια ηδονή!

Αχ! κάμε οι ζωντανές πύλες ρημάδι
να γίνουν! και τις σφράγισες αυτές
τις μάταιες σπάσε, ολόπυκνο κοπάδι
τρόμων, γιομάτο από σπιθοβολές!
Πρόβαλε απ’ όπου τ’ άφραστο το πλήθος
των σκοταδιών μου σ’ έθρεφε στο βύθος
των πένθιμων των στάβλων! Κι ω πυκνό
κι αγκαθερό κι ονειροχορτασμένο
νεφούσι, πήδηξε, έλα, σε προσμένω
στων χρυσαφιών, ω Δέρας, τον καπνό!

Κι η μάντισσα όλο πιο τυραγνισμένη,
παραλογά με βόγκους και στριγγλιές
όντας απ’ του αναμμένου ερεθισμένη
του χρυσαφιού τις βαριαναθυμιές.
Μα τέλος ο ουρανός εφανερώθη!
στο μέλλον τώρα αποτολμιέται, εδόθη
του ολόχαρου ποντίφηκα το αυτί:
μια απαντοχή θεϊκή το απαλογέρνει
γιατί μια καθαρή και νέα πια σέρνει
το σώμα αυτό το ακάθαρτο φωνή:

Θείε του ανθρώπου ΛΟΓΕ, καύχημά του,
προφητική ομιλία και πλουμιστή,
πανώριες αλυσίδες του αθανάτου
Θεού που ’χει στη σάρκα βυθιστεί,
φώτιση, ανοιχτοσύνη! να μιλάει
δες τώρα μια Σοφία και ν’ αντηχάει
τούτη η Φωνή η λαμπρόηχη και τρανή
που αντιλαλώντας πια δε φανερώνει
άλλη μέσα στην πλάση παρά μόνη
των δασών και κυμάτων τη φωνή!

Μετάφραση: Κώστας Ταμβάκης

ΠΩΛ ΒΑΛΕΡΥ [PAUL VALÉRY(1871-1945)]: Στο μαγεμένο δάσος

Στο θρό και στον τρεχάμενον ίσκιον κοιμάται μέσα,
κι όταν πουλιά χαμένα της μασούν τα δαχτυλίδια,
λόγον κοράλι, σκοτεινόν, τότε ανασαίνει αιφνίδια,
μες στο παλάτι, ένα παλάτι ρόδο, η πριγκιπέσσα.

Μηδέ που ακούει τις στάλες, μες στο πέσιμό τους, πέρα
το ηχερό πλούτος του άφαντου καιρού όλο να κενώνουν·
μηδέ που ακούει, απ’ το άστατο δάσος, οι αυλοί να λιώνουν
τ’ αγέρι, που τρυπά ο σερτός αγερμός απ’ το κέρας.

Μες στους ηχούς του το εωθινόν ο ύπνος ξανά να παίρνει
άφες, ω η όλο πιότερο, και συ, όμοια η κληματίδα
που τα θαμμένα μάτια σου τα κρούει, κι ανεμοσέρνει!

Τόσο στο μάγουλό σου πλάι το ρόδο έχει απαυδήσει!
Το χάρμα τούτο της πτυχής ποιος μελετά να λύσει
μυστικά ενόσω γεύεται την πεσούμενη αχτίδα!

Μετάφραση: Τέλλος Άγρας

ΠΩΛ ΒΑΛΕΡΥ [PAUL VALÉRY (1871-1945)]: Εσωτερικό

Μια σκλάβα με μεγάλα μάτια, νωθρή αλυσίδα φορτωμένα,
φρεσκάρει τ’ άνθη μου, βουλιάζει σε κάτοπτρα σιμοτινά.
Στο μυστηριακό κρεβάτι τ’ αγνά της δάχτυλα ασωτεύει.
Μέσα στην κάμαρά μου φέρνει μιας γυναικός την παρουσία
που απ’ την ονειροπόλησή μου, περιπλανώμενη, σεμνά
περνάει, χωρίς του βλέμματός μου να διασπά την απουσία,
όπως ένα κομμάτι κρύσταλλο από το ηλιόφωτο περνά
και μεριμνά για του αγνού λόγου την προετοιμασία.

Μετάφραση: Γιώργος Γεραλής

ΠΩΛ ΒΑΛΕΡΥ [PAUL VALÉRY (1871-1945)]: Ο νεαρός ιερέας

Σε κήπον μοναστηρικό, κάτω απ’ τα κυπαρίσσια,
με μάτια αργά κι εκστατικά νέος κληρικός βαδίζει.
Κουράστη απ’ τους λειτουργικούς ψαλμούς, τις ερμηνείες,
και την γλαυκή της Κυριακής γαλήνη απολαμβάνει.

Ο αέρας γέμει από ευωδιές και σήμαντρα που ηχούνε!
Πλην στην καρδιά του ανακαλεί ο νέος του σεμινάριου,
τον βόμβο των λατινικών της χορωδίας ξεχνώντας,
ένα πολεμικό όνειρο, με άρματα που φρικιούνε…

Και, υψώνοντας τα χέρια του, πλασμένα γι’ αρτοφόριο,
ρομφαία βαριάν εγύρεψε, γιατί, του εφάνηκε, είδε
χρυσίζον το αίμα να κυλά, στη δύση, των Αγγέλων!

Εκεί να πάει, στον πράσινον ουρανό κολυμπώντας,
με Σεραφείμ φλογοθωράκωτα να πολεμήσει
την Κόλαση, με μια ρομφαία, κάτω απ’ τους ήχους κόρνου.

Μετάφραση: Άρης Δικταίος

ΠΩΛ ΒΑΛΕΡΥ [PAUL VALÉRY (1871-1945)]: Το θαλασσινό κοιμητήρι

‘‘Μη, φίλα ψυχά, βίον αθάνατον σπεύδε,
τάν δ’ έμπρακτον άντλει μαχανάν’’. Πίνδαρος

Η ήρεμη στέγη, όπου βαδίζουν περιστέρια,
πάλλεται ανάμεσα στα πεύκα και στους τάφους·
με φωτιές εκεί η δίκαιη Μεσημβρία συνθέτει
την θάλασσα, την θάλασσα, απ’ την αρχή πάντα!
Ω ανταμοιβή μετά απ’ τον στοχασμόν, όσο ένα
βλέμμα μακρύ στων θεών απάνω τη γαλήνη!

Ποιο, από αστραπές λεπτές, αγνό έργον αναλίσκει
αφρού ανεπαίσθητου τόσα πολλά διαμάντια,
και τι γαλήνη μοιάζει εδώ να εγκυμονείται!
Όταν πάνω στην άβυσσο ηρεμεί ένας ήλιος,
καθάρια εργόχειρα μιας αιώνιας συμφωνίας,
μαρμαίρει ο Χρόνος κι είναι τ’ Όνειρο επιστήμη.

Στέρεο ταμείον, λιτός ναός στην Αθηνά,
όγκος γαλήνης, θέασης άφθονη προμήθεια,
νερό αυστηρό, Μάτι που μέσα σου φυλάττεις,
κάτω από πέπλο φλόγινο, τόσον πολύ ύπνον,
ω σιωπή μου! Οικοδόμημα στην ψυχή μέσα,
χρυσή χιλιοκεράμιδη στέγη όμως, Στέγη!

Του χρόνου ναέ, συνοψισμένε σ’ έναν στόνο,
στο αγνό ύφος ανεβαίνω αυτό και συνηθίζω,
απ’ το θαλάσσιο βλέμμα μου τριγυρισμένος·
και σαν μεγίστη προσφορά μου προς τους Θεούς
το σπινθηροβόλημα σπείρει το γαλήνιο
μιαν απεριόριστη έπαρσην απάνω στο ύψος.

Όπως μέσα σ’ απόλαυσην ο καρπός λυώνει,
όπως την απουσία του μ’ ηδονήν αλλάζει
μες σ’ ένα στόμα όπου το σχήμα του πεθαίνει,
έτσι γεύομαι εδώ τον μέλλοντα καπνό μου,
κι ο ουρανός στην ψυχή που αναλίσκεται μέλπει
για τις βρυχώμενες ακτές που ολοένα αλλάζουν.

Ωραίε ουρανέ, αληθή ουρανέ, δες με που αλλάζω!
Μετά από τόσην έπαρση, μετά από τόσην
αλλόκοτη, μα δύναμη γεμάτην, οκνηρία,
αφήνομαι στο διάστημα αυτό το μαρμαίρον,
πάνω απ’ τα σπίτια των νεκρών διαβαίνει η σκιά μου
που με την εύθραυστή της κίνηση μ’ οικειώνει.

Με ψυχή στους πυρσούς του ηλιοστάσιου εκθεμένη,
σ’ υπερασπίζομαι, θαυμάσια δικαιοσύνη
του φωτός, που ανοικτίρμονα είναι τ’ άρματά σου!
Στην πρώτη σου τη θέση αγνή σ’ επαναφέρω:
κοιτάξου!…Αλλά το φως να επαναφερθεί πίσω
σημαίνει ένα μισό σκοτεινιασμένο από ίσκιο.

Ω για μέ μόνο, σ’ εμέ μόνο, εμέ τον ίδιο,
κοντά σε μια καρδιά, το ποίημα όπου πηγάζει,
μεταξύ του κενού και του αγνού γεγονότος,
την ηχώ ακούω του εσώτερού μου μεγαλείου,
δεξαμενή πικρή, ηχηρή και ζοφερή,
που ηχεί ένα, στην ψυχή, μελλούμενο πάντα, άδειο!

Ξέρεις, ψεύτικη αιχμάλωτη των φυλλωμάτων,
κόλπε που τα ισχνά κάγκελα αυτά τρως, τα μάτια
όταν σφαλώ, τυφλά απ’ τα μυστικά που βλέπουν,
ποιο σώμα στ’ οκνό τέλος του με παρασύρει,
ποιο μέτωπο σ’ αυτήν τη γη απ’ οστά το σύρει;
Μια σπίθα τους απόντες μου σκέφτεται εντός του.

Κλειστός, ιερός κι από μιαν άυλη φωτιάν όλος,
ένα γήινο κομμάτι στο φως προσφερμένο,
αγαπώ αυτόν τον τόπο, όπου δεσπόζουν λύχνοι,
πέτρας, χρυσού και σύσκιων δέντρων σύνθεση, όπου
πάνω σε πλήθος σκιές, μαρμάρου πλήθος τρέμει·
στους τάφους μου πλάι η θάλασσα πιστή κοιμάται!

Λάμπουσα σκύλλα, διώξε τον ειδωλολάτρη!
Όταν, μονήρης, με χαμόγελο ποιμένος,
αρνιά βοσκίζω μυστηριώδη επί πολλή ώρα,
των ήρεμών μου τάφων το λευκό κοπάδι,
τα φρόνιμα από κει να διώχνεις περιστέρια,
τους περίεργους αγγέλους, τα όνειρα τα μάταια.

Αν έρθει εδώ, το μέλλον άνεργο θα μείνει.
Την ξηρασία το ξεκομμένο έντομο ξύνει·
όλα καήκαν, διαλύθηκαν κι ανεμοπήγαν
μήτε ξέρω κι εγώ σε ποια αυστηρήν ουσία…
Η ζωή φαρδαίνει από της απουσίας τη μέθη,
κι είναι η πικρία γλυκιά, το πνεύμα είναι καθάριο.

Οι κρυμμένοι νεκροί, καλά ’ναι στη γη τούτη,
τους ζεσταίνει και το μυστήριο τους ξεραίνει.
Ψηλά και δίχως κίνηση το Μεσημέρι!
Σκέφτεται ενδόμυχα κι αυτοσυνεννογιέται…
Πλήρες κεφάλι, εντελές διάδημα που φέρεις,
η μυστική μεταλλαγή μέσα σου εγώ ’μαι.

Τους φόβους για να συγκρατείς εμέ ’χεις μόνο!
Οι αμφιβολίες μου, οι μεταμέλειές μου κι οι πιέσεις
το ελάττωμα είναι του μεγάλου διαμαντιού σου…
Μα στην κατάφορτη, απ’ τα μάρμαρά τους, νύχτα,
ένας αόριστος λαός στις ρίζες των δέντρων
κιόλας αγάλι-αγάλι εστράφη προς εσένα.

Έχουνε διαλυθεί σε μια πυκνή απουσία,
το κοκκινόχωμα το λευκόν είδος ήπιε,
μες στα λουλούδια πέρασε της ζωής το δώρο!
Τι εγίναν των νεκρών οι γνώριμες οι φράσεις,
οι ασύγκριτες ψυχές, η προσωπική τέχνη;
Εκεί που δάκρυα πλάθονταν, η νύμφη κλώθει.

Τα τσιριχτά των κοριτσιών, σα γαργαλούνται,
τα βλέφαρα τα υγρά, τα μάτια και τα δόντια,
το στήθος τ’ όμορφο, με τη φωτιά που παίζει,
το αίμα στα προσφερόμενα χείλη που λάμπει,
τα ύστερα δώρα, δάχτυλα που τα φυλάνε,
στη γη όλα πάνε κι επιστρέφουν στο παιγνίδι!

Κι εσύ, ψυχή μεγάλη, σ’ όνειρον ελπίζεις,
που τις απατηλές χροιές τούτες, που, σε μάτια
σάρκινα, έχουν χρυσός και κύμα, πια θα ’χει;
Θα τραγουδάς κι όταν ατμός θα ’χεις πια γίνει;
Αχ, όλα παν! Είναι πορώδης η ύπαρξή μου,
κι η άγια μου ανυπομονησία, κι αυτή πεθαίνει!

Κάτισχνη αθανασία κι επίχρυση και μαύρη,
φριχτά δαφνοστεφάνωτη παρηγορήτρα,
που στέρνο μητρικό τον θάνατο εμφανίζεις,
τον δόλο ευλαβικό και την απάτη ωραία!
Ποιος δεν τα ξέρει τάχα και ποιος δεν τ’ αρνιέται,
το άδειο τούτο κρανίο κι αυτό το αιώνιο γέλιο!

Βαθιοί πατέρες, ακατοίκητα κεφάλια,
που κάτω απ’ των φτυαρισματιών το τόσο βάρος
η γη είστε και μπερδεύετε τα βήματά μας,
ο αληθής σάραξ, το αναπάρνητο σκουλήκι,
για σας, κάτω απ’ την πλάκα που κοιμόσαστε, όχι
δεν είναι, από ζωή ζει, και δε μ’ εγκαταλείπει!

Αγάπη μήπως, είτε μίσος του εαυτού μου;
Το μυστικό του δόντι τόσο είναι κοντά μου
που όλα τα ονόματα μπορούν να του ταιριάζουν!
Αδιάφορο! Θωρεί, ρεμβάζει, θέλει, αγγίζει!
Τη σάρκα μου αγαπά κι ως στη στρωμνή μου απάνω,
ζω στον ζωντανό τούτον για ν’ ανήκω μόνο!

Ω Ζήνων! Σκληρέ Ζήνων! Ζήνωνα Ελεάτη!
Μ’ έχεις μ’ αυτό το φτερωτό βέλος τρυπήσει
που δονείται, πετά, και δεν πετά καθόλου!
Ο ήχος του με γεννά και το ίδιο με σκοτώνει!
Ο ήλιος!…Τι σκιά χελώνης για την ψυχήν, ο ήλιος,
ακίνητε Αχιλλέα με το μεγάλο βήμα!

Όχι, όχι!… Ορθός! Μες στον αδιάκοπον αιώνα!
Σύντριψε αυτήν τη σκεφτική μορφή, κορμί μου!
Ρούφηξε, στέρνο μου, την γέννηση του ανέμου!
Μια δροσιά από τη θάλασσαν αναδοσμένη,
μου ξαναδίδει την ψυχήν… Ω δύναμη άρμης!
Για ν’ αναβρύσω ζωντανός, στο κύμα ας τρέξω!

Ναι! Προικισμένε με μανίες μεγάλε πόντε,
δέρμα του πάνθηρα και διάτρητη χλαμύδα
με χίλιες κι άλλες χίλιες του ήλιου εξεικονίσεις,
έξαλλη απ’ τη γλαυκή σου σάρκα, απόλυτη ύδρα,
που η μαρμαίρουσα ουρά σου σε ξαναδαγκώνει,
μες σε μια ταραχή που με τη σιωπή μοιάζει,

σηκώθηκε ο άνεμος!… Τη ζωήν ας δοκιμάσω!
Το άπειρο αγέρι το βιβλίο μου ανοιγοκλείνει,
τολμά το κύμα κονιορτός από τα βράχια
ν’ αναβρύζει! Πετάξετε, έκθαμβες σελίδες!
Κύματα, μ’ εύθυμα νερά αυτήν τη γαλήνια
στέγη, όπου φλόκοι τρώγανε, συντρίψετέ την!

Μετάφραση Άρης Δικταίος

Σχολιάστε

Filed under ΠΩΛ ΒΑΛΕΡΥ

ΣΑΡΛ ΓΚΕΡΕΝ

ΣΑΡΛ ΓΚΕΡΕΝ [CHARLES GUÉRIN (1873-1907)]: Στον Francis Jammes

Το σπίτι σου όλο, φίλε, με το πρόσωπό σου μοιάζει.
Σα γένια κρέμεται ο κισσός, μια πεύκη το σκεπάζει
σαν την καρδιά σου αιώνια νέα, αιώνια δυνατή,
άνεμοι ας τη ρημάζουνε και πόνοι και υετοί.
Φαίνεται ο τοίχος της αυλής χρυσός από τα βρύα,
στον κήπο χλόη ψηλώνει, ανθεί μια δάφνη, μια γαζία,
κι είναι το σπίτι ένα φτωχό πάτωμα μοναχά.
Πρώτη φορά την άνοιγα, θυμάμαι, και ακροαζόμουν
σάμπως πουλιού κελάηδημα την πόρτα σου να ηχά.
Ω Jammes, πριν από πολύ καιρό κοντά σου ερχόμουν,
μα σ’ ήβρα καθώς σ’ έβλεπα πάντα στα ονείρατά μου.
Ρεύανε, σβήνανε τα δυο σκυλιά πεσμένα χάμου,
και πάνου απ’ το χαμόγελο το μελαγχολικό
σαν κίσσα το καπέλο σου ήταν μαύρο και λευκό.
Έβλεπε το παράθυρο στοχαστικά το Μάη·
νάτες οι πίπες σου, και μια βιτρίνα αντανακλάει
μες στα βιβλία των ποιητών τον κάμπο που γελάει.

Φίλε, σαν εγεννήθηκαν, οι στίχοι θα γεράσουν,
εκεί που εκλάψαμε θα ’ρθούν άνθρωποι να γελάσουν.
Όμως κανείς από τους δυο ποτέ μη λησμονεί
μια μέραν όμορφη, γλυκιά σαν φθινοπωρινή,
τη μέρα όπου εδώκαμε τα χέρια στη φιλία.
Μελισσουργούς ακούγαμε να κελαδάνε θεία,
καμπάνες να βουΐζουνε, τ’ αμάξια να περνούνε…
Ήταν Βαΐων Κυριακή όλη μελαγχολία.
Εσύ, συντρίμμι από έρωτα, καθώς καλάμι που ’ναι
στο κύμα μέσα ολόγερτο και κλαίει αγαλινά,
εγώ, διψώντας να χαθώ σε πέλαα μακρινά,
εκεί που δίχως τον πιλότο βάρκες τριγυρνούνε.
Με σκέψεις διαφορετικές όμοια συγκινημένοι,
το γκρίζο νοιώθαμε ουρανό πάνω μας να βαραίνει.
Α, θα ’ρθω, θα ’ρθω σπίτι σου πάλι να κοιμηθώ;
α, θα ‘ρθω, ενώ τα βλέφαρα θα μου φιλεί τ’ αγέρι,
να περιμείνω στα σκαλιά πάλι το πρώτο αστέρι;
και πάλι θα ’ρθω, γέρνοντας σα μύρο να αιστανθώ
να πνέει από ένα κίτρινο σωρό παλιών γραμμάτων
τον έρωτα που σώζεται στην τέφρα των πραγμάτων;
Είναι το παραθύρι σου κορνίζα που κρατεί
βίλες, χωράφια, χιόνια, τον ορίζοντα πλατύ.
Στον κήπο ποιήματα σιγά διαβάζεις κάθε Μάη
και το γαλάζιο τ’ ουρανού στην υδροχόη κυλάει.
Φίλε μου, το σπίτι αρμονικό, θα ξανάρθω ποτές;

Αύριον, ωϊμέ! Καλύτερα να λέει κανείς για χτες.
Δίχως πατρίδα μια ψυχή βαθιά μου όλο πεθαίνει.
Απόψε, μιαν απ’ τις φρικτά που υπόφερα βραδιές,
ενώ του ηλιού που χάνονταν η δόξα ήταν χυμένη
στη θάλασσα, τον ουρανό και στην ακρογιαλιά,
κι ενώ οι αφροί μού πλένανε, οι ανέμοι, τα μαλλιά,
σαν το χαλίκι μ’ έσερνε του ονείρου μου η ορμή,
επήγαινα, τα κύματα με φώναζαν, φωνή
απόμακρου, παράξενου, λησμονημένου τόπου,
και με πετράδι εχάραζα, λαμπρό σα φως ηλίου,
φλεβάτο καθώς χέρι, την ημέρα εκείνην όπου
πέρασα το κατώφλι σου, παιδί του Βιργιλίου.

Μετάφραση: Κ. Γ. Καρυωτάκης

ΣΑΡΛ ΓΚΕΡΕΝ [CHARLES GUÉRIN (1873-1907)]: Le soir leger…

Με τη διαυγή, γαλάζια ομίχλη του, το ελαφρό βράδυ
πεθαίνει ως ερωτικός λόγος στα χείλη του θέρους,
σαν το χαμόγελο – μακάριο, υγρό, ζεστό, – μιας χήρας
που παλιές ηδονές πάνω στη σάρκα της ρεμβάζει.
Μακρινή, ειρηνική, η Πολιτεία έχει πια σωπάσει·
μες στον συλλογισμένο κήπο που η σιωπή ανθίζει,
διακριτικά, των νερών η δροσιά τραγουδά ακόμα
που, αδύναμη, η χλιαρή νυκτερινή αύρα διασκορπίζει:
θροΐζουνε φούστες καθώς φύλλα που έπεσαν στην άμμο,
βομβίζουν, χαμηλόφωνα, στον τοίχο επάνω οι σφήκες,
ρόδα που δάχτυλα ρεμβαστικά τα έχουν μαδήσει
διαχύνουν την ερωτευμένη, μέλινη ψυχή τους·
μια αυγή παράδοξη κι ωχρή στα κράσπεδα αλητεύει
των ουρανών και σ’ άυλη γοητείαν ανακατεύει
βαθύτατη, ένα φως που φεύγει προς έναστρον ίσκιον.
Ω τι με κάνουν οι μελλούμενοι ήλιοι, τι με κάνουν
η αγάπη και το μάλαμα κι η νιότη και το πνεύμα!…
Ένα γλυκύ ύπνο αφήστε με να κοιμηθώ, έναν ύπνο
μέγα, γυναίκεια χέρια νοιώθοντας στο μέτωπό μου:
αχ, κλείστε το παράθυρο που πάνω στη ζωή βλέπει!

Μετάφραση: Άρης Δικταίος

Σχολιάστε

Filed under ΣΑΡΛ ΓΚΕΡΕΝ

ΑΝΡΙ ΝΤΕ ΡΕΝΙΕ

ΑΝΡΙ ΝΤΕ ΡΕΝΙΕ [HENRI DE RÉGNIER (1864-1936)]: Επίκληση

Για να ’ναι η νύχτα μας γλυκιά κι ανέφελη η χαρά μας,
θα ’ρθεί το μοσκοβόλημα των ρόδων απαλά
να πλημμυρίσει απ’ τ’ ανοιχτά, πλατιά παράθυρά μας,
τους ίσκιους που μας τύλιξαν απόψε σιωπηλά.

Για να ’ναι η νύχτα μας ωραία θ’ απλώνεται ολογύρου
των άστρων και των έρημων αγρών η σιωπή,
και θα ’ρχεται στ’ αυτιά μας, σαν από μια χώρα ονείρου,
να μας λικνίσει ό,τι ποτέ κανείς δεν έχει πει.

Για να ’ναι η νύχτα μας ωραία, να ’ναι γλυκιά και θεία,
δε θα ’φτανε ούτε η σιωπή, τα ρόδα, ο ουρανός,
και μήτε ο κήπος με τη σκοτεινή δεντροστοιχία,
που αγγίζει τις ευαίσθητες χορδές του καθενός.

Εσύ μονάχος, Έρωτα, μπορείς, αν το θελήσεις,
να μας ενώσεις στη διπλή του πόθου μας χαρά,
κι αυτές τις ώρες τις μεστές και τέλειες να στολίσεις
με μια βαθιά και υπέρτατη και σοβαρή ομορφιά.

Μετάφραση: Γιάννης Χατζίνης

ΑΝΡΙ ΝΤΕ ΡΕΝΙΕ [HENRI DE RÉGNIER (1864-1936)]: Η πείρα

Περπάταγα ξοπίσω τους ακούοντας τα φιλιά τους,
και βλέποντας οι λυγερές σκιές τους που φαντάζαν
στα θάμπη τα φθινοπωρνά, που με τα χρώματά τους
τα ξέθωρα και τα σταχτιά, σαν φτερά γλάρων μοιάζαν.

Και καθώς σίμωναν κοντά στης θάλασσας την άκρη,
όπου ροχθώντας έσπανε στων βράχων την ερμία,
ζήλεια δεν ένοιωσα καμιά, ούτε πικρίας δάκρυ,
ούτε λαχτάρες έρωτος, ούτε μελαγχολία.

Και πήγαιναν λικνίζοντας χρυσόνειρα δεμένα,
που ’χε γλυκά το εφήμερο ειδύλλιό τους πλέξει.
Ήτανε το παρόν αυτοί κι εγώ τα περασμένα,
κι ήξερα αυτής της χίμαιρας την τελευταία λέξη!

Μετάφραση: Γιώργης Σημηριώτης

ΑΝΡΙ ΝΤΕ ΡΕΝΙΕ [HENRI DE RÉGNIER (1864-1936)]: Φθινοπωρινή νύχτα

Είν’ έτσι ωραία απόψε η δύση
των δέντρων, καθώς πορφυρώνει, το χρυσό,
που λες η μέρα πριν να σβήσει
το θάνατό της κάνει επίσημο κι αργό.

Το σούρουπο στα ρόδα πάνω
είν’ έτσι διάφανο, ήσυχο, απαλό,
που δεν εκλείσαν όλα και το χέρι βάνω
και κόφτω ένα για σένα ρόδο αχνό.

Έτσι τα φύλλα σιγανά θροούνε
το ’να με τ’ άλλο ή όλα μαζί,
όπου δεν ξέρω αν τα χείλη σου γελούνε
ή αν το δάσος τρέμει στη σιγή.

Το ποταμάκι στο λιβάδι τρέχει
έτσι γλυκά-γλυκά που λες
των καλαμιών τα γαλαζόφυλλα πως βρέχει
ή πως εσύ από αγάπη κλαις.

Κι η νύχτα σκοτεινή, να! κατεβαίνει
χρυσή, μετάξινη, απ’ τα βάθη της σιωπής·
κι έτσι ακόμα το φθινόπωρο ζεσταίνει
που θα μπορούσες και γυμνή να κοιμηθείς.

Μετάφραση: Γιώργης Σημηριώτης

ΑΝΡΙ ΝΤΕ ΡΕΝΙΕ [HENRI DE RÉGNIER (1864-1936)]: Κίτρινο φεγγάρι

Η μακριά μέρα φθίνει μ’ ένα κίτρινο φεγγάρι
που επάνω από τις λεύκες μαλακά ανεβαίνει.
Στον αγέρα η οσμή του νερού είναι χυμένη
που υπνώνει μες στο ογρό το σκίνο, στο χορτάρι.

Όταν κι οι δυο βαδίζοντας κάτω απ’ του ηλιού το κάμα
πατούσαμε την πορφυρή γη, τα πικρά καλάμια,
όταν πυρά τα πόδια μας πάνω στη φλογερή αμμουδιά
άφηναν των βημάτων τους ίχνη αιματένια και βαθιά,

όταν ο έρωτας έκαιγε τη θεία τη φλόγα του, υψηλή,
στη σπαραγμένην από πόνο ανέλπιδο καρδιά μας,
ξέραμε, πως σαν έσβηνε η φωτιά του πόθου, έτσι απαλή
θα ’τανε η στάχτη και γλυκιά για τη βραδιά μας;

Και πως ετούτη η πικρή μέρα, η αρωματισμένη
από τον ύπνο των νερών μες στο χορτάρι,
θα τέλειωνε απαλά μ’ αυτό το κίτρινο φεγγάρι
που αυξαίνει πάνω από τις λεύκες κι ανεβαίνει;…

Μετάφραση: Γιώργος Γεραλής

ΑΝΡΙ ΝΤΕ ΡΕΝΙΕ [HENRI DE RÉGNIER (1864-1936)]: Νυχτερινό

Το βραδινό αργοφύσημα τώρα μαδάει τη φλαμουριά
στρώνοντας σαν ένα χαλί πανεύωδο εδώ χάμου
ξερόφυλλων που τρίζουνε στο αργό περπάτημά μου.

Είν’ η ψυχή μου πένθιμη κι είν’ η καρδιά πολύ βαριά.

Στη στέγη πάνω του σπιτιού τα περιστέρια όλα μαζί
κάνοντας με το βόγγο τους πιο πένθιμη την ώρα
χνούδια απ’ τα ράμφη αφήνουνε ξεριζωμένα τώρα.

Χιονίζει μέσα στην καρδιά κρυφός ο πόνος που αναζεί.

Της λίμνης δες ο πίδακας μονότονα που αναπηδά
κι ως πέφτει αναταράζοντας των νερών τη γαλήνη,
σκιρτούν στην όχθη ολόγυρα τα γιασεμιά κι οι κρίνοι.

Αχ, τώρα κάτι απ’ τ’ άλλοτε μες στην καρδιά σα να μαδά.
Και να η μαυρίλα της νυχτός που φέρνει φόβους ξαφνικούς,
τα περιστέρια κούρνιασαν, τ’ αγέρι έχει σωπάσει,
ο πίδακας μ’ αργό ρυθμό θρηνεί μέσα στην πλάση

κι εμέ δυο μάτια ακολουθούν, μεγάλα, ορθάνοιχτα, τ’ ακούς;

Μετάφραση: Α. Καλαμπούσης

ΑΝΡΙ ΝΤΕ ΡΕΝΙΕ [HENRI DE RÉGNIER (1864-1936)]: Έχει η Γη η βασανισμένη…

Έχει η Γη η βασανισμένη το αίμα των ονείρων πιει,
η λιπόθυμη έχει τώρα των φτερών περάσει πτήση,
και η παλίρροια της θαλάσσης έχει, απόψε, κατασβήσει
το μυστήριο των βημάτων στην αμμώδη επάνω ακτή.

Στο Δέλτα, πλημμυρισμένον από της σφαγής νερό,
πέτρα πέτρα η πολιτεία και ο καιρός είναι πεσμένοι·
και μια, κάτω από τα ρεύματα, αστραπή λάμπει οργισμένη,
με σκληρό χρυσό πλεγμένη σε είδωλου μέτωπο ωχρό.

Προς το ζοφερό δονείται δάσος μια κραυγή θανάτου
και, στον ίσκιο όπου ολολύζει μέσα εκεί το πέρασμά του,
ο εξαφανισμός στενάζει μιας αγρίας ορδής φριχτά·

και η βουβή της Σφίγγας μάσκα, που τίποτε δεν εκφράζει,
το αίνιγμα, που των χειλιών της τη γραμμή συσπά σφιχτά,
σ’ αίματος γελά πορφύραν, όπως τραγικά πλαγιάζει…

Μετάφραση: Κλέαρχος Στ. Μιμίκος

ΑΝΡΙ ΝΤΕ ΡΕΝΙΕ [HENRI DE RÉGNIER (1864-1936)]: Ο Ρονσάρ στην άπιστη

‘‘Όταν θρηνήσεις κάποτε, δεν θα έχω δάκρυα πια·
το πόνο μου και το κακό μου είχες πολύ θελήσει·
μπορεί και του πιο δυνατού φίλτρου η μαγεία να σβήσει,
σε διώχνει ακόμα και το αγκάθι από τη ροδωνιά!

Ωστόσο ουδέ η απόσταση θα είναι μηδέ ο καιρός,
που, δίχως νόστον από το Ρονσάρ θα σε χωρίσει,
μήτε και ο κόκκινος θυμός ή τα αδηφάγα μίση,
όσα σπαράσσουν τις καρδιές, που θλίβει έρως σκληρός·

μα το αναπόφευχτον εγώ προσμένω της στιγμής,
όταν η λήθη ανέλπιδα τα μάτια μου θα κλείσει,
που δεν θα έχουν στην άμμο πια τα ίχνη σου αναγνωρίσει
και μήτε δάκρυα θα έχουν πια, όταν συ θα θρηνείς!’’

Μετάφραση: Κλέαρχος Στ. Μιμίκος

Σχολιάστε

Filed under ΑΝΡΙ ΝΤΕ ΡΕΝΙΕ